Πέντε βασικούς κινδύνους που εξακολουθούν να σκιάζουν το μακροοικονομικό περιβάλλον, παρά τη σαφή βελτίωση των δεικτών σε Ελλάδα και Ευρώπη, απαρίθμησε ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, στο πλαίσιο της συζήτησης που πραγματοποιήθηκε κατά την ετήσια εκδήλωση της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων.
Όπως σημείωσε ο κ. Στουρνάρας, παρά τις δυσκολίες, η Ελλάδα –αλλά και άλλες χώρες που βρέθηκαν σε πρόγραμμα– κινούνται καλύτερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, καταγράφοντας πραγματική σύγκλιση στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ, με ταυτόχρονη βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, μείωση του δημόσιου χρέους και ανάκαμψη του τραπεζικού συστήματος. Ωστόσο, «δεν εφησυχάζουμε», καθώς το διεθνές περιβάλλον παραμένει ιδιαίτερα σύνθετο.
Οι κίνδυνοι
Πρώτος και σημαντικότερος κίνδυνος, κατά τον Διοικητή της ΤτΕ, είναι ο γεωπολιτικός. «Δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει αύριο», ανέφερε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας ένα περιβάλλον όπου οι εξελίξεις μπορούν να ανατρέψουν τα δεδομένα σε πολύ σύντομο χρόνο.
Δεύτερος κίνδυνος είναι οι αποτιμήσεις στις αγορές, με αιχμή την Τεχνητή Νοημοσύνη. Όπως τόνισε, δεν είναι λίγοι οι αναλυτές που προβληματίζονται για το κατά πόσο οι προσδοκίες γύρω από την AI αποτιμώνται ρεαλιστικά, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο διορθώσεων.
Τρίτος παράγοντας αβεβαιότητας παραμένουν οι δασμοί, οι οποίοι –όπως σημείωσε– δημιουργούν στασιμοπληθωριστικές πιέσεις. Αν και μέχρι στιγμής οι επιπτώσεις τους ήταν ηπιότερες των αρχικών εκτιμήσεων, «στην πράξη οι δασμοί ποτέ δεν είναι καλή πολιτική».
Τέταρτος κίνδυνος αφορά τις δημοσιονομικές ανισορροπίες σε Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες, με τον κ. Στουρνάρα να ξεκαθαρίζει ότι η Ελλάδα βρίσκεται εκτός αυτής της κατηγορίας, διανύοντας μια περίοδο δημοσιονομικής σταθερότητας.
Πέμπτος, και ιδιαίτερα κρίσιμος, είναι ο κίνδυνος που απορρέει από τις «δεύτερες σκέψεις» ορισμένων ηγεσιών γύρω από την ανεξαρτησία των Κεντρικών Τραπεζών. Όπως υπογράμμισε, η διεθνής εμπειρία μετά τον πληθωρισμό της δεκαετίας του ’70 έχει αποδείξει ότι η ανεξαρτησία τους οδηγεί σε χαμηλότερο πληθωρισμό, καλύτερη σχέση πληθωρισμού-ανεργίας και χαμηλότερα επιτόκια. Στο ίδιο πλαίσιο, σημείωσε ότι η σημερινή ελληνική κυβέρνηση σέβεται απολύτως την ανεξαρτησία της ΤτΕ, στο πλαίσιο μιας θεσμικής και παραγωγικής συνεργασίας.
Το επενδυτικό κενό και το ευρωπαϊκό παράδοξο
Πέρα από τους βραχυπρόθεσμους κινδύνους, ο Διοικητής της ΤτΕ επανήλθε στο διαρθρωτικό ζήτημα των επενδύσεων. Παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί στην Ελλάδα, με τις επενδύσεις να κινούνται πλέον προς το 17% του ΑΕΠ από 11% το 2019, το επενδυτικό κενό σε σχέση με την ευρωζώνη παραμένει, καθώς ο ευρωπαϊκός μέσος όρος διαμορφώνεται στο 21%-22%.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι επενδύσεις έχουν φθάσει στο 22,5% του ΑΕΠ, ποσοστό συγκρίσιμο με εκείνο των ΗΠΑ. Ωστόσο, το πρόβλημα δεν είναι ποσοτικό αλλά ποιοτικό: η Ευρώπη εξακολουθεί να επενδύει περισσότερο σε παραδοσιακούς κλάδους, ενώ υστερεί σε Τεχνητή Νοημοσύνη, ψηφιακές και προηγμένες τεχνολογίες.
Ταυτόχρονα, η Ευρώπη αποταμιεύει περισσότερο απ’ όσο επενδύει, με αποτέλεσμα κεφάλαια να κατευθύνονται εκτός των ευρωπαϊκών συνόρων. Για να αντιστραφεί αυτή η τάση, απαιτείται, όπως τόνισε, άρση του έντονου οικονομικού κατακερματισμού, εμβάθυνση της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων και δημιουργία πανευρωπαϊκών «ασφαλών» στοιχείων ενεργητικού, ιδίως για τη χρηματοδότηση κοινών αγαθών όπως η άμυνα.
Πιερρακάκης: Αβεβαιότητα, μεταρρυθμίσεις και ευρωπαϊκή κλίμακα
Από την πλευρά του, ο κ. Πιερρακάκης περιέγραψε έναν κόσμο όπου «έχει μειωθεί η προβλεψιμότητα» τόσο στο γεωπολιτικό όσο και στο γεωοικονομικό πεδίο, γεγονός που καθιστά τη χάραξη οικονομικής πολιτικής πιο απαιτητική. «Ζούμε σε έναν εκθετικό κόσμο, με συνεχείς τεχνολογικές αλλαγές», σημείωσε, τονίζοντας ότι η στρατηγική πρέπει να λαμβάνει υπόψη το απρόβλεπτο.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, χαρακτήρισε κομβικές τις μεγάλες ατζέντες της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, της άρσης των εμποδίων μεταξύ των κρατών-μελών, της ψηφιοποίησης του νομισματικού συστήματος και της δημοσιονομικής σταθερότητας. Όπως ανέφερε, «αν κάποιος κοιμόταν το 2015 και ξυπνούσε το 2025, θα έβλεπε έναν κόσμο ανάποδο», συγκρίνοντας τη βελτίωση των ελληνικών δημοσιονομικών με τις δυσκολίες άλλων ευρωπαϊκών χωρών.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο μετά το Ταμείο Ανάκαμψης ερώτημα, υπογραμμίζοντας ότι προτεραιότητα είναι η πλήρης και αποτελεσματική ολοκλήρωσή του, αλλά και η επιτάχυνση μεταρρυθμίσεων, με στόχο περισσότερη παραγωγικότητα, κλίμακα και ταχύτητα. «Θεμελιώθηκε ότι μπορούμε. Τώρα πρέπει να αποδείξουμε ότι μπορούμε γρηγορότερα», σημείωσε, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν υπάρχει περιθώριο οπισθοδρόμησης.
Κλείνοντας, έστειλε σαφές μήνυμα υπέρ της εξωστρέφειας και των διασυνοριακών επενδύσεων. «Πρέπει να μην φοβηθούμε να αναπτύξουμε κλίμακα σε ευρωπαϊκό επίπεδο και να δεχτούμε ξένους Ευρωπαίους πρωταθλητές στη χώρα μας», τόνισε, επισημαίνοντας ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και η προσέλκυση ισχυρών παικτών μπορούν να λειτουργήσουν ως μοχλός ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας.