Με τον πληθωρισμό να λειτουργεί ως μια «σιωπηλή φορολογία» που ροκανίζει το διαθέσιμο εισόδημα, η Ελλάδα βρίσκεται για άλλη μια φορά αντιμέτωπη με ένα οξύμωρο οικονομικό φαινόμενο. Ενώ στην υπόλοιπη Ευρωζώνη οι πληθωριστικές πιέσεις αποκλιμακώνονται αισθητά, στη χώρα μας η ακρίβεια επιμένει, δημιουργώντας συνθήκες ασφυξίας για τα νοικοκυριά.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και της Eurostat για τον Ιανουάριο του 2026, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα «κλείδωσε» στο 2,5% (με τον εναρμονισμένο δείκτη στο 2,8%), ποσοστό αισθητά υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που κινείται στο 1,7%-1,9%. Το ερώτημα που κυριαρχεί είναι ένα: Γιατί η Ελλάδα εξακολουθεί να πληρώνει το «μάρμαρο» της ακρίβειας πιο ακριβά από τους εταίρους της;
Ο «Εισαγόμενος» Πληθωρισμός και η Εξάρτηση
Η ανάλυση των δεδομένων αποκαλύπτει ότι η δομή της ελληνικής οικονομίας την καθιστά εξαιρετικά ευάλωτη. Η χώρα παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτώμενη από τις εισαγωγές, όχι μόνο στην ενέργεια αλλά και σε βασικά καταναλωτικά αγαθά και πρώτες ύλες. Αυτό σημαίνει ότι κάθε διακύμανση στις διεθνείς αγορές μεταφέρεται ταχύτατα στο ελληνικό ράφι.
Ωστόσο, το πρόβλημα δεν είναι μόνο «εισαγόμενο». Παρατηρείται το φαινόμενο της ασύμμετρης προσαρμογής (το λεγόμενο «φαινόμενο της πούπουλου και της ρουκέτας»): Όταν οι διεθνείς τιμές ανεβαίνουν, οι αυξήσεις περνούν αστραπιαία στον Έλληνα καταναλωτή (ρουκέτα). Όταν όμως οι διεθνείς τιμές πέφτουν, οι μειώσεις στην Ελλάδα γίνονται με ρυθμούς... χελώνας (πούπουλο), καθώς οι μεσάζοντες και οι επιχειρήσεις προσπαθούν να διατηρήσουν τα περιθώρια κέρδους τους.
Η «Πληγή» των Τροφίμων και η Απληστία
Ο τομέας που «καίει» περισσότερο τους πολίτες είναι τα τρόφιμα. Παρά την πτώση των τιμών ενέργειας διεθνώς, οι τιμές στα ελληνικά σούπερ μάρκετ συνεχίζουν την ανηφορική τους πορεία. Η Ελλάδα καταγράφει μία από τις χειρότερες επιδόσεις στην Ευρώπη στον πληθωρισμό τροφίμων (φτάνοντας κοντά στο 3% σε συγκεκριμένες κατηγορίες όπως το ελαιόλαδο, τα γαλακτοκομικά και τα κρέατα).
Οι αναλυτές επισημαίνουν τον ρόλο του «πληθωρισμού της απληστίας», όπου επιχειρήσεις εκμεταλλεύονται το γενικότερο κλίμα ακρίβειας για να αυξήσουν τα κέρδη τους πέρα από την όποια αύξηση του κόστους παραγωγής. Η έλλειψη ουσιαστικού ανταγωνισμού σε κρίσιμους κρίκους της εφοδιαστικής αλυσίδας επιτρέπει τέτοιες πρακτικές, με τους ελέγχους να αποδεικνύονται συχνά ανεπαρκείς για να συγκρατήσουν το κύμα.
Το Ράλι στα Ενοίκια και τις Υπηρεσίες
Ένας νέος, ισχυρός παράγοντας που τροφοδοτεί τον πληθωρισμό του 2026 είναι η στέγαση. Τα ενοίκια έχουν εκτοξευθεί, συμπαρασύροντας τον δείκτη τιμών καταναλωτή. Η αυξημένη ζήτηση, σε συνδυασμό με τη βραχυχρόνια μίσθωση και την έλλειψη προσφοράς ακινήτων, έχει δημιουργήσει ένα εκρηκτικό μείγμα.
Ταυτόχρονα, ο τομέας των υπηρεσιών (εστίαση, ξενοδοχεία, μεταφορές) εμφανίζει υψηλές αντοχές στις ανατιμήσεις. Καθώς η Ελλάδα είναι μια οικονομία που βασίζεται στον τουρισμό, η αυξημένη ζήτηση από το εξωτερικό τείνει να διατηρεί τις τιμές σε υψηλά επίπεδα και για τους μόνιμους κατοίκους, οι οποίοι όμως δεν διαθέτουν τα εισοδήματα των βορειοευρωπαίων τουριστών.
Η Δύσκολη Εξίσωση για την Κυβέρνηση
Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια δύσκολη εξίσωση. Από τη μία, η ανάπτυξη της οικονομίας συνεχίζεται, από την άλλη όμως, το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών συρρικνώνεται λόγω της ακρίβειας. Το φαινόμενο αυτό δημιουργεί κοινωνική δυσαρέσκεια, καθώς οι αυξήσεις στους μισθούς (όπου υπάρχουν) εξανεμίζονται στο ταμείο του σούπερ μάρκετ και στους λογαριασμούς.
Το συμπέρασμα του άρθρου είναι σαφές: Η Ελλάδα υποφέρει από δομικές παθογένειες – ολιγοπώλια, υψηλούς έμμεσους φόρους και στρεβλώσεις στην αγορά – που λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές του πληθωρισμού. Χωρίς τολμηρές παρεμβάσεις για την ενίσχυση του ανταγωνισμού και τη στήριξη των εισοδημάτων, η ακρίβεια θα παραμείνει ο «εφιάλτης» της ελληνικής κοινωνίας και το 2026.