Οικονομία

Στουρνάρας: Οικονομία που κινείται με υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης, από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης

Στην ομιλία του με τίτλο «Οι τρέχουσες εξελίξεις στην  ελληνική οικονομία  και οι μελλοντικές προκλήσεις σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο και αβέβαιο διεθνές περιβάλλον», στο Ελληνικό Ινστιτούτο Εξυπηρέτησης Πελατών, ο διοικητής της  Τράπεζας της Ελλάδος,  Γιάννης Στουρνάρας , περιγράφει μια οικονομία που κινείται με ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από τον μέσο όρο της ευρωζώνης και έχει επανέλθει σε τροχιά πραγματικής σύγκλισης, αφήνοντας οριστικά πίσω της την περίοδο της κρίσης.

Η εικόνα που αποτυπώνεται είναι αυτή μιας οικονομίας με ισχυρή επενδυτική δυναμική, βελτιωμένη δημοσιονομική θέση, ανθεκτικό τραπεζικό σύστημα και σταδιακή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, ενώ η αγορά εργασίας συνεχίζει να ενισχύεται. Καταλυτικό ρόλο διαδραμάτισαν οι πόροι του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, οι μεταρρυθμίσεις και η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, που ενίσχυσαν την εμπιστοσύνη και τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας.

Ταυτόχρονα, ο διοικητής της ΤτΕ, προειδοποιεί ότι  η ανάπτυξη δεν μπορεί να στηρίζεται διαχρονικά στην κατανάλωση . Η επόμενη φάση απαιτεί  αύξηση της παραγωγικότητας ,  επενδύσεις σε καινοτομία ,  ανθρώπινο κεφάλαιο και εξωστρέφεια , καθώς και  επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων . Σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, το 2026 αναδεικνύεται σε κρίσιμο σημείο καμπής, με την πολιτική και μακροοικονομική σταθερότητα να αποτελούν το βασικό θεμέλιο για τη συνέχιση της αναπτυξιακής πορείας.

Ολόκληρη η ομιλία του Γιάννη Στουρνάρα

Σύμφωνα με τις τρέχουσες εκτιμήσεις και προβλέψεις της  Τράπεζας της Ελλάδος , ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ το 2025 εκτιμάται ότι διαμορφώθηκε σε  2,1%, ενώ και το 2026 προβλέπεται να διαμορφωθεί επίσης σε 2,1% , υπερβαίνοντας σημαντικά τον μέσο ρυθμό ανάπτυξης της ευρωζώνης, ο οποίος, τη διετία 2025-2026, εκτιμάται σε 1,3%. Έτσι, η χώρα ήταν, και παραμένει, σε τροχιά πραγματικής σύγκλισης με την ευρωζώνη. Oι  επενδύσεις  εκτιμάται ότι  θα αυξηθούν και το 2026 με ρυθμό πάνω από 8,5%.  Βασικότερη συνιστώσα της μεγέθυνσης αναμένεται να είναι η κατανάλωση, ενώ οι επενδύσεις και οι εξαγωγές θα συνεχίσουν να συμβάλλουν θετικά.

Πιο αναλυτικά,  η ιδιωτική κατανάλωση το 2026 αναμένεται ότι θα αυξηθεί με ρυθμό περίπου 2,0% . Οι επενδύσεις εκτιμάται ότι θα αυξηθούν το 2026 με ρυθμό λίγο πάνω από 8,5%, ενώ με το πέρας της περιόδου εφαρμογής του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) το 2026, ο ρυθμός αύξησής τους εκτιμάται ότι θα μετριαστεί. Εν τούτοις, αναμένεται ότι η υλοποίηση των επενδύσεων και οι διαθρωτικές μεταρρυθμίσεις που συνδέονται με την περίοδο υλοποίησης του RRF θα έχουν δευτερογενείς επιδράσεις, επηρεάζοντας την οικονομική ανάπτυξη και μετά το 2026, όπως επίσης θα την επηρεάσουν θετικά και οι συνεχιζόμενες εισροές από τα Διαρθρωτικά Ταμεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι άμεσες ξένες επενδύσεις, οι επενδύσεις των εγχώριων επιχειρήσεων σε κρίσιμους τομείς, όπως η ενέργεια, καθώς και το πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων με έμφαση στις υποδομές.

Η ελληνική οικονομία προβλέπεται να καταγράψει  ρυθμούς ανάπτυξης στο 2% , υψηλότερους σε σύγκριση με τη ζώνη του ευρώ, και για τα δυο επόμενα έτη, 2027 και 2028. Η εξέλιξη αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς προβλέπεται να συνεχιστεί και μεσοπρόθεσμα η διαδικασία σύγκλισης του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας προς τα μέσα επίπεδα της ΕΕ, διαδικασία η οποία υπενθυμίζεται ότι διακόπηκε απότομα, κατά τη διάρκεια της κρίσης δημόσιου χρέους. Οι  κύριες κινητήριες δυνάμεις της οικονομικής δραστηριότητας  προβλέπεται ότι θα συνεχίσουν να είναι οι επενδυτικές δαπάνες, αν και σε χαμηλότερο βαθμό από την τριετία 2024-2026, καθώς και η ιδιωτική κατανάλωση, λόγω της αύξησης του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος χάρη στην άνοδο της απασχόλησης και στη μείωση του πληθωρισμού. Από την άλλη πλευρά, ο ρυθμός αύξησης των εξαγωγών αναμένεται να επιταχυνθεί το 2027 και το 2028, ενώ των εισαγωγών να επιβραδυνθεί, λόγω της προβλεπόμενης βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας.

Ο  εναρμονισμένος πληθωρισμός μειώθηκε οριακά σε 2,9% το 2025 από 3% το 2024 και 4,2% το 2023 , σε σχέση με 2,1% στη ζώνη του ευρώ, κυρίως λόγω του σχετικά υψηλότερου πληθωρισμού των υπηρεσιών καθώς και του πληθωρισμού των μη επεξεργασμένων ειδών διατροφής. Γενικά, ο υψηλότερος πληθωρισμός στην Ελλάδα σε σχέση με τη ζώνη του ευρώ αντανακλά κυρίως το θετικό παραγωγικό κενό της ελληνικής οικονομίας σε σχέση με το αρνητικό παραγωγικό κενό στη ζώνη του ευρώ. Αναμένεται όμως να αποκλιμακωθεί το 2026 και το 2027 περίπου στο 2,2% ενώ το 2028 αναμένεται να αυξηθεί εφάπαξ στο 2,5% λόγω της ενσωμάτωσης της επίπτωσης του διευρυμένου συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών ρύπων στην ενεργειακή συνιστώσα του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή.

Η  αγορά εργασίας παρουσιάζει σταθερή βελτίωση , σημειώνοντας θετική, αν και επιβραδυνόμενη, ετήσια μεταβολή της απασχόλησης το πρώτο εννεάμηνο του 2025, υποχώρηση του ποσοστού ανεργίας σε χαμηλό 17 ετών και αύξηση της συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό. Ιδιαίτερα  κρίσιμη για τις επενδύσεις  είναι η παρατηρούμενη επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης του μοναδιαίου κόστους εργασίας το πρώτο εννεάμηνο του 2025 σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2024, γεγονός που σηματοδοτεί βελτίωση της ανταγωνιστικότητας κόστους για την ελληνική οικονομία. Οι εξελίξεις στο κόστος εργασίας αναμένεται να στηρίξουν τις ελληνικές εξαγωγές εν μέσω της τρέχουσας συγκυρίας υψηλής αβεβαιότητας αλλά και ανατίμησης του ευρώ.

Η  δημοσιονομική πολιτική παραμένει συνετή και αποτελεσματική, με εντυπωσιακές επιδόσεις . Επιτυγχάνονται σταθερά υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και το δημόσιο χρέος μειώνεται με ταχύ ρυθμό, ενισχύοντας την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής και ελαφρύνοντας τα βάρη των επόμενων γενεών. Η υπεραπόδοση των φορολογικών εσόδων έναντι των στόχων του Προϋπολογισμού συνεχίστηκε και το 2025, αντανακλώντας κυρίως τη βελτίωση της φορολογικής και ασφαλιστικής συμμόρφωσης μέσω των μέτρων καταπολέμησης της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής, καθώς και την αποτελεσματικότερη είσπραξη φόρων και εισφορών χάρη στη ψηφιοποίηση των διαδικασιών και την επέκταση των ηλεκτρονικών συναλλαγών. Η διατήρηση αυτής της θετικής δυναμικής και του ικανού δημοσιονομικού χώρου επέτρεψαν τη λήψη μόνιμων επεκτατικών δημοσιονομικών μέτρων από το 2026, τα οποία δεν θέτουν σε κίνδυνο τη δημοσιονομική ισορροπία και είναι απολύτως σύμφωνες με τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες.

Τα  θεμελιώδη μεγέθη των τραπεζικών ιδρυμάτων εξακολουθούν να βελτιώνονται . Τα αποτελέσματα του πανευρωπαϊκού  stress test του 2025  επιβεβαιώνουν την ανθεκτικότητα των ελληνικών τραπεζών, οι οποίες, ακόμη και σε δυσμενή σενάρια, διατηρούν επίπεδα ιδίων κεφαλαίων πάνω από τις κανονιστικές απαιτήσεις και υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Οι επιδόσεις αυτές δημιουργούν ένα σταθερό υπόβαθρο που επιτρέπει στις τράπεζες να χρηματοδοτούν επενδύσεις και να στηρίζουν πιο αποτελεσματικά την πραγματική οικονομία.

Παράλληλα, η ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου των πιστωτικών ιδρυμάτων βελτιώθηκε περαιτέρω.  Ο λόγος των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων (ΜΕΔ) προς το σύνολο των δανείων διαμορφώθηκε σε 3,6%  το Σεπτέμβριο του 2025, έναντι 3,8% το Δεκέμβριο του 2024. Το ποσοστό αυτό είναι το χαμηλότερο από την ένταξη της Ελλάδος στη ζώνη του ευρώ και έχει συγκλίνει σημαντικά με το μέσο όρο των συστημικών τραπεζών στην Τραπεζική Ένωση.

Ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της συνολικής χρηματοδότησης των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων κινείται σε υψηλά επίπεδα, κοντά στο 10%, δηλαδή με ρυθμό σχεδόν υπερδιπλάσιο του ρυθμού μεταβολής του ονομαστικού ΑΕΠ. Tο 2024 και στη διάρκεια του 2025 η τραπεζική χρηματοδότηση των επιχειρήσεων ενισχύθηκε σημαντικά και το κόστος δανεισμού υποχώρησε. Από τον Ιούνιο του 2025 και μετά, ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της τραπεζικής χρηματοδότησης προς τα νοικοκυριά έγινε θετικός, κινούμενος πρόσφατα κοντά στο 2%, μετά από πολλά έτη αρνητικής μεταβολής.

Η ενίσχυση της χρηματοδότησης των επιχειρήσεων συμβάλλει στην αύξηση των επενδύσεων και του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης. Επισημαίνεται ότι η χρηματοδότηση των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων ευνοήθηκε από τη  χρήση των πόρων του RRF , τα συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα του Εταιρικού Συμφώνου Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΣΠΑ 2021-2027), καθώς και τα χρηματοδοτικά εργαλεία της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας και του Ομίλου της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων. Παρά την σημαντική πρόοδο στη χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, υπάρχουν σημαντικά περιθώρια βελτίωσης, ιδιαίτερα σε περιφερειακό επίπεδο. Η ενίσχυση του 5ου τραπεζικού πόλου (δηλαδή όλων των Λιγότερο Σημαντικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων) με έμφαση και στις συνεταιριστικές τράπεζες στην περιφέρεια, στο θεσμό των μικροπιστώσεων που αναπτύσσεται έντονα τα τελευταία δύο χρόνια, καθώς και στα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία, μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση όλων των επιχειρήσεων σε ολόκληρη την επικράτεια. Αυτό είναι ένα σημαντικό θέμα με θετικές επιπτώσεις στις αναπτυξιακές δυνατότητες της χώρας, στο οποίο η Τράπεζα της Ελλάδος και η Κυβέρνηση δίνουν ιδιαίτερη προσοχή.

Η  συνεπής και αξιόπιστη δημοσιονομική πορεία , η  υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων  και η συνακόλουθη  ενίσχυση της εμπιστοσύνης , συνέβαλαν καθοριστικά στην  άνοδο των επενδύσεων  την τελευταία πενταετία. Ιδιαίτερα θετικά στη βελτίωση του επενδυτικού κλίματος επέδρασε η ανάκτηση πιστοληπτικής αξιολόγησης στην επενδυτική κατηγορία για τα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου το 2023. Οι ισχυρές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας αποτυπώνονται στις συνεχείς αναβαθμίσεις από τους διεθνείς οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης. Στη διάρκεια του 2024 και του 2025 καταγράφηκαν νέες αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας του Ελληνικού Δημοσίου από μεγάλους οίκους, όπως οι  Moody’s, Standard & Poor’s, και η Fitch , οι οποίες μεταδόθηκαν και στις αξιολογήσεις των ελληνικών τραπεζών, ενδυναμώνοντας περαιτέρω το κλίμα εμπιστοσύνης προς τον εγχώριο χρηματοπιστωτικό τομέα. Αυτό συνέβαλε σε σημαντικές εισροές επενδυτικών κεφαλαίων σε ελληνικές μετοχές και ομόλογα. Παράλληλα, η αποτελεσματική εποπτεία του τραπεζικού συστήματος, η μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και η ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών επέτρεψαν στα πιστωτικά ιδρύματα να χρηματοδοτούν πιο ενεργά την οικονομία, εδραιώνοντας τη θετική πορεία των επενδύσεων.

Η πρόσφατη αναθεώρηση των ετήσιων εθνικολογιστικών στοιχείων για την περίοδο 2022-24 δείχνει μια  μετατόπιση στη σύνθεση της ανάπτυξης προς τις επενδύσεις . Συγκεκριμένα, οι συνολικές επενδύσεις ως ποσοστό στο ΑΕΠ εκτιμάται ότι έφθασαν στο 17% το 2025 από 11% το 2019, εξαιτίας των υψηλότερων ιδιωτικών επενδύσεων. Μεταπανδημικά, η συμβολή τους στον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης ήταν κατά μέσο όρο 1,9 ποσοστιαίες μονάδες (ποσ. μον.), έναντι μόλις 0,3 ποσ. μον. στην ζώνη του ευρώ. Ωστόσο,  το επενδυτικό κενό στην Ελλάδα σε σχέση με την ευρωζώνη παραμένει σημαντικό , παρά την αισθητή συρρίκνωσή του τα τελευταία χρόνια. Όπως προαναφέρθηκε, το 2025 οι επενδύσεις εκτιμάται ότι διαμορφώθηκαν περίπου στο 17% του ΑΕΠ, έναντι 21% στην ευρωζώνη.

Οι  βασικές προκλήσεις για την ελληνική οικονομία τα επόμενα χρόνια  είναι η διατήρηση υψηλών και διατηρήσιμων ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης, και η συνεχής αύξηση της παραγωγικότητας. Αυξημένοι ρυθμοί μεταβολής της παραγωγικότητας επιτρέπουν υψηλότερους πραγματικούς μισθούς, χωρίς να διακυβεύεται η ανταγωνιστικότητα και η απασχόληση. Η αύξηση της παραγωγικότητας μπορεί να προέλθει από περισσότερες επενδύσεις, κυρίως σε καινοτόμες δραστηριότητες, από μεταρρυθμίσεις και από ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας στους πιο παραγωγικούς κλάδους της οικονομίας.

Η  ανάπτυξη  δεν πρέπει και δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στην κατανάλωση, αλλά απαιτεί σταθερή ενίσχυση των επενδύσεων. Ο ρόλος των επενδύσεων είναι καθοριστικός για τη μελλοντική πορεία της οικονομίας, και ειδικά για την αλλαγή του αναπτυξιακού προτύπου με έμφαση στην καινοτομία και την ενίσχυση της παραγωγικότητας, τον προσανατολισμό προς εξωστρεφείς εμπορεύσιμες δραστηριότητες, καθώς και την αποτελεσματική αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και τη διευκόλυνση της πράσινης μετάβασης. Η αύξηση της παραγωγής διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών οδηγεί στην αύξηση των εξαγωγών, σε υποκατάσταση εισαγωγών και άρα στη μείωση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών. Οι επενδυτικές δαπάνες μπορούν να στηρίξουν την οικονομική ανάπτυξη, είτε αφορούν βελτιώσεις στις υποδομές, την εκπαίδευση και την υγεία, είτε επενδύσεις σε παραγωγικό εξοπλισμό, μηχανήματα, καθώς και σε άυλα στοιχεία ενεργητικού και σε τεχνολογίες αιχμής, περιλαμβανομένων αυτών που προωθούν τον πράσινο μετασχηματισμό του ενεργειακού τομέα. Υπάρχουν σημαντικές συνέργειες μεταξύ των επενδύσεων σε υλικό και άυλο κεφάλαιο, οι οποίες θα πρέπει να αξιοποιηθούν πλήρως. Ειδικότερα, η ταυτόχρονη επένδυση σε νέες τεχνολογίες και σε ανθρώπινο κεφάλαιο με ψηφιακές δεξιότητες οδηγεί σε υψηλότερους ρυθμούς αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας μακροχρόνια.

Όπως αναφέρθηκε, παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει επιτευχθεί, το επενδυτικό κενό που δημιουργήθηκε τη δεκαετία της κρίσης δεν έχει ακόμη καλυφθεί. Για να κλείσει η απόσταση αυτή, απαιτείται συνεχής αύξηση των επενδύσεων σε φυσικό και ανθρώπινο κεφάλαιο, στην καινοτομία, καθώς και στην πράσινη και ψηφιακή μετάβαση.

Είναι αξιοσημείωτο ότι η  περίοδος 2019–2025  χαρακτηρίστηκε από ισχυρή αύξηση των επενδύσεων, με σωρευτικούς ρυθμούς σημαντικά υψηλότερους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Οι επενδύσεις αυτές κατευθύνθηκαν σε κρίσιμους τομείς, όπως οι υποδομές, η ενέργεια, τα ψηφιακά δίκτυα και η μεταποίηση, συμβάλλοντας τόσο στην άμεση αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας όσο και στη βελτίωση των μεσοπρόθεσμων προοπτικών ανάπτυξης. Ιδιαίτερα θετική υπήρξε και η επίδοση των άμεσων ξένων επενδύσεων, των οποίων το μερίδιο στο ΑΕΠ τα τελευταία έξι χρόνια είναι πολλαπλάσιο σε σχέση με την προηγούμενη δεκαπενταετία. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, τη σταθερότητα της οικονομικής πολιτικής και τη μόχλευση που δημιούργησαν τα δάνεια του RRF.

Το  RRF  αποτέλεσε χωρίς αμφιβολία έναν από τους βασικούς καταλύτες της οικονομικής ανάκαμψης. Σε αντίθεση με προηγούμενες περιόδους, η Ελλάδα πέτυχε υψηλούς ρυθμούς απορρόφησης, συγκαταλεγόμενη στα κράτη-μέλη με την ταχύτερη υλοποίηση του προγράμματος. Μέχρι το τέλος του 2025 είχε ήδη εισπράξει περίπου το 65% των διαθέσιμων πόρων και είχε ολοκληρώσει σχεδόν το 50% των συμφωνημένων στόχων και οροσήμων, επίδοση σημαντικά υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η πρόοδος αυτή αποτυπώνει μια ουσιαστική μεταστροφή στη διοικητική ικανότητα της χώρας και στη διαχείριση σύνθετων ευρωπαϊκών προγραμμάτων.

Στο  σκέλος των επιχορηγήσεων , σημαντικοί πόροι έχουν ήδη διοχετευθεί στην πραγματική οικονομία και στη Γενική Κυβέρνηση, στηρίζοντας δημόσιες επενδύσεις, κοινωνικές πολιτικές και μεταρρυθμίσεις. Ωστόσο, ιδιαίτερη σημασία για τις προοπτικές του 2026 έχει το δανειακό σκέλος του RRF. Η Ελλάδα αξιοποίησε το εργαλείο αυτό με τρόπο που λίγες άλλες χώρες κατάφεραν, χρησιμοποιώντας τα δάνεια ως μηχανισμό μόχλευσης ιδιωτικών κεφαλαίων. Μέχρι το τέλος του 2025 είχαν συμβασιοποιηθεί έργα ύψους αρκετών δισεκατομμυρίων ευρώ, στηρίζοντας εκατοντάδες επενδυτικά σχέδια, κυρίως σε εξωστρεφείς και καινοτόμους κλάδους.

Παρότι  το σύνολο των δανείων του RRF  αναμένεται να έχει συμβασιοποιηθεί έως το τέλος του 2026, η επίδρασή τους στην οικονομία δεν θα περιοριστεί χρονικά σε εκείνη τη χρονιά. Οι εκταμιεύσεις προς τις επιχειρήσεις θα συνεχιστούν έως και το 2029, διατηρώντας ενεργή την επενδυτική δραστηριότητα και κινητοποιώντας πρόσθετα ιδιωτικά κεφάλαια. Με τον τρόπο αυτό, η μετάβαση στη μετα-RRF περίοδο αναμένεται να είναι σταδιακή και όχι απότομη, μειώνοντας τον κίνδυνο επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας. Η Τράπεζα της Ελλάδος, όπως φαίνεται και από τις προβλέψεις της για τον ρυθμό μεταβολής του ΑΕΠ έως και το 2028, δεν προβλέπει σημαντική μείωση των ρυθμών αυτών (“cliff effect”).

H «επόμενη ημέρα» μετά το RRF  δεν συνεπάγεται έλλειψη αναπτυξιακών πόρων . Το εθνικό σκέλος του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων έχει αυξηθεί μόνιμα, ενώ το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2026–2029 προβλέπει σημαντικούς πόρους για δημόσιες επενδύσεις, οι οποίες σταθεροποιούνται σε υψηλά επίπεδα. Επιπλέον, νέα ευρωπαϊκά ταμεία που σχετίζονται με την πράσινη μετάβαση, την ενεργειακή αναβάθμιση και την κοινωνική συνοχή θα στηρίξουν την οικονομική δραστηριότητα την περίοδο 2026–2032.

Καθοριστικό ρόλο για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας μετά το 2026 θα διαδραματίσει και  το επόμενο ΕΣΠΑ . Σύμφωνα με τις έως τώρα ενδείξεις, το νέο πρόγραμμα αναμένεται να διατηρήσει αντίστοιχο ύψος πόρων με το τρέχον, καλύπτοντας ανάγκες σε μεγάλες υποδομές, μεταφορές, ενέργεια, ψηφιακά δίκτυα και περιφερειακή ανάπτυξη. Η πρόκληση, ωστόσο, δεν αφορά μόνο την απορρόφηση των πόρων, αλλά κυρίως τη στόχευσή τους σε έργα και παρεμβάσεις με υψηλή προστιθέμενη αξία.

Πέραν των επενδύσεων,  κρίσιμης σημασίας για τις προοπτικές της οικονομίας  και ειδικά για την αύξηση της παραγωγικότητας είναι ο χαρακτήρας των μεταρρυθμίσεων που υλοποιούνται. Μεταρρυθμίσεις στη δικαιοσύνη, στον χωροταξικό σχεδιασμό, στη δημόσια διοίκηση με στόχο την ελαχιστοποίηση της γραφειοκρατίας ιδιαίτερα όσον αφορά το διοικητικό βάρος στην επιχειρηματικότητα, στην ψηφιοποίηση του κράτους, στο λεγόμενο «τρίγωνο της γνώσης» (εκπαίδευση – έρευνα – καινοτομία), στην αγορά εργασίας με στόχο την αύξηση της προσφοράς και της απασχόλησης μέσω της αύξησης της συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό, στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών με στόχο τη βελτίωση των συνθηκών ανταγωνισμού, ενισχύουν την παραγωγικότητα ενώ παράλληλα βελτιώνουν το επενδυτικό περιβάλλον. Αν και ο πλήρης αντίκτυπός τους δεν αποτυπώνεται πλήρως και εγκαίρως στα στατιστικά στοιχεία, οι παρεμβάσεις αυτές δημιουργούν τις βάσεις για διατηρήσιμη ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια.

Οι  προοπτικές της ελληνικής οικονομίας το 2026  και μετά, επηρεάζονται σε σημαντικό βαθμό από το διεθνές οικονομικό και γεωπολιτικό περιβάλλον, το οποίο χαρακτηρίζεται από μεγάλη και διαρκώς αυξανόμενη αβεβαιότητα. Οι πρόσφατες γεωπολιτικές εντάσεις, οι δασμοί, οι απειλές ενός γενικευμένου εμπορικού πολέμου και οι μεγάλες διεθνείς ανακατατάξεις, επηρεάζουν έντονα το διεθνές εμπόριο και τις αγορές και συνιστούν τις βασικές πηγές κινδύνου. Παράλληλα, η σταδιακή προσαρμογή της νομισματικής πολιτικής στις μεγάλες οικονομίες, μετά την περίοδο έντονης σύσφιγξης, δημιουργεί μικτές επιδράσεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές και στις διεθνείς ροές κεφαλαίων.

Για την ελληνική οικονομία,  οι εξελίξεις αυτές έχουν διττή σημασία . Από τη μία πλευρά, η αποκλιμάκωση των επιτοκίων και η εισροή κεφαλαίων στην Ευρώπη, σε συνδυασμό με την πολιτική σταθερότητα, την σταθερότητα της ελληνικής οικονομίας, αλλά και τις ευνοϊκές εξελίξεις στον δημοσιονομικό τομέα και στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, ευνοούν τις επενδύσεις και μειώνουν το κόστος χρηματοδότησης. Και, βεβαίως, στο πλαίσιο αυτό, η συμμετοχή της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ αποδεικνύεται εξαιρετικά χρήσιμη. Από την άλλη πλευρά, όμως, εάν υπάρξει επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας, είτε λόγω των δασμών και της επαπειλούμενης αύξησής τους, με ενδεχόμενη μάλιστα ευρωπαϊκή αντίδραση μέσω αντίστοιχων δασμών, είτε μετά από ενδεχόμενη διόρθωση των χρηματιστηριακών αξιών, ιδιαιτέρως στις ΗΠΑ όπου οι αποτιμήσεις βρίσκονται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, μπορεί να περιοριστεί η ζήτηση για ελληνικές εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών. Ιδιαίτερα κρίσιμη παραμένει η πορεία του τουρισμού, ο οποίος τα τελευταία χρόνια κατέγραψε ιστορικά υψηλές επιδόσεις. Αν και οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές των οικονομικών δραστηριοτήτων γύρω από τον τουρισμό παραμένουν αναμφισβήτητα θετικές, η αυξημένη εξάρτηση από διεθνείς εξελίξεις που διακρίνονται από μεγάλη αβεβαιότητα, καθιστά αναγκαία τη διαφοροποίηση του παραγωγικού μοντέλου.

Εκτός από τα γνωστά προβλήματα που επηρεάζουν τη  διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα  και τα οποία αντιμετωπίζονται από τις μεταρρυθμίσεις που προαναφέρθηκαν και ήδη εφαρμόζονται, πιο μακροχρόνια και βαθιά ενσωματωμένα στην οικονομία και κοινωνία διαρθρωτικά χαρακτηριστικά, όπως το δημογραφικό, το μικρό ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών, η μικρή μέση κλίμακα των επιχειρήσεων, η περιορισμένη εξαγωγική βάση, η συγκέντρωση της οικονομικής δραστηριότητας σε τομείς που χαρακτηρίζονται από χαμηλή παραγωγικότητα σε σύγκριση με τους αντίστοιχους στη ζώνη του ευρώ (οι πρόσφατες εξελίξεις στο αγροτικό ζήτημα φώτισαν επίσης και αυτή τη διάσταση) και η χαμηλή ένταση έρευνας και ανάπτυξης, περιορίζουν βραχυπρόθεσμα τις αντικειμενικές δυνατότητες ταχύτερης σύγκλισης με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Επομένως, απαιτείται ταχύτερη δράση σε εκείνους τους τομείς που επιδέχονται μιας σχετικά πιο άμεσης αντιμετώπισης, όπως η γραφειοκρατία στο δημόσιο, η ταχύτητα στη λήψη αποφάσεων, η ταχύτητα στην απονομή της δικαιοσύνης, η βελτίωση των υποδομών, η αύξηση της συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό. Το 2026 αποτελεί κρίσιμο σημείο καμπής, καθώς η χώρα καλείται να επιταχύνει την αναπτυξιακή της δυναμική.

Η επιτυχία αυτής της μετάβασης εξαρτάται άμεσα από τη  σταθερότητα του δημοσιονομικού και, ευρύτερα, του οικονομικού πλαισίου , τη  στοχευμένη αξιοποίηση των επενδυτικών πόρων , και ιδιαιτέρως τη  βελτίωση των υποδομών , και τη  συνέχιση , με εντατικότερο ρυθμό, των  μεταρρυθμίσεων . Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, η ελληνική οικονομία έχει τη δυνατότητα όχι μόνο να διατηρήσει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης το 2026, αλλά και να επιταχύνει τη διαδικασία πραγματικής σύγκλισης με τις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρωζώνης.

Καταλυτικός παράγων όμως για  την επιτυχή έκβαση της μετάβασης σε ένα πιο δυναμικό οικονομικό πρότυπο, είναι η διατήρηση της πολιτικής σταθερότητας . Η σταθερότητα υπήρξε τα τελευταία χρόνια ο κρισιμότερος παράγοντας για την μακροοικονομική εξισορρόπηση, για τη βελτίωση της εικόνας της χώρας στις διεθνείς αγορές και για την επάνοδο στην επενδυτική βαθμίδα. Όλοι οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης, καθώς και ευρύτερα, η διεθνής επενδυτική κοινότητα, έλαβαν πολύ σοβαρά υπόψη τους τη σταθερότητα του πολιτικού περιβάλλοντος, τη συνέπεια στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής, κυρίως της δημοσιονομικής, το μεσοπρόθεσμο σχεδιασμό και την προσήλωση στους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες. Σε έναν κόσμο ραγδαίων αλλαγών και αυξανόμενης αβεβαιότητας, η πολιτική σταθερότητα είναι το σημαντικότερο «άυλο» κεφάλαιο μιας χώρας, καθώς της επιτρέπει να υλοποιεί με συνέπεια οικονομικές αποφάσεις, να προβαίνει στους απαραίτητους χειρισμούς με ταχύτητα και να αντιμετωπίζει με αποτελεσματικότητα καταστάσεις κρίσεων, απ’ όπου κι αν προέρχονται.

Ακολουθήστε το Πενταπόσταγμα στο Google news Google News

ΔΗΜΟΦΙΛΗ