Οικονομία
Ενημερώθηκε στις:

Ρύθμιση οφειλών: Εντός της εβδομάδας η πλατφόρμα

Η νέα ρύθμιση οφειλών στην εφορία από 24 έως και 48 δόσεις θα γίνεται στο εξής ηλεκτρονικά μέσα από παραπομπή που θα αναρτήσει στην ιστοσελίδα της η ΑΑΔΕ με τα προσωπικά συνθηματικά του φορολογούμενου στο Taxisnet.

Η ενεργοποίηση της ρύθμισης δεν θα γίνεται με την υποβολή της αίτησης αλλά με την πληρωμή της πρώτης δόσης έως και τρεις εργάσιμες μέρες μετά την αίτηση.

Έχει ξεκαθαριστεί επίσης ότι δυνατότητα μεταφοράς από τη ρύθμιση σε 12 έως 24 δόσεις στην νέα πάγια ρύθμιση με τις περισσότερες δόσεις θα έχουν μόνο αυτοί που ρύθμισαν τις οφειλές τους από την 1/ 11/2019 και μετά.

Στην ρύθμιση θα μπορούν να ενταχθούν οφειλές βεβαιωμένες στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, τα Ελεγκτικά Κέντρα και τα Τελωνεία, σύμφωνα με τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας και τον Τελωνειακό Κώδικα, δύνανται, κατόπιν αίτησης των οφειλετών, που βεβαιώνονται μετά την 1/11/2019 πριν ή μετά τη λήξη που της προθεσμίας καταβολής.

Προαιρετικά μπορούν να υπαχθούν στην ρύθμιση βεβαιωμένες μη ληξιπρόθεσμες, κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση, οφειλές ή δόσεις οφειλών ή και ληξιπρόθεσμες, κατά την ημερομηνία υποβολής της αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση, οφειλές που τελούν σε αναστολή πληρωμής.

Εκ των προτέρων αποκλείονται από την ρύθμιση οι περίπου 660.000 φορολογούμενοι οι οποίοι έχουν ενταχθεί ήδη στην πρόσφατη ρύθμιση των 120 δόσεων. Εκτός μένουν επίσης περίπου 1 εκατομμύριο οφειλέτες που «μπαινοβγαίνουν» στην πάγια ρύθμιση των 12 δόσεων. Πολλοί είχαν ενεργή πάγια ρύθμιση την 1η Νοεμβρίου, αλλά μπορεί να τη χάσουν ή να θέλουν να μεταπηδήσουν στη νέα πάγια με διπλάσιες δόσεις.

Η ρύθμιση οφειλών μέχρι και σε 24 δόσεις δεν θα υπόκειται σε εισοδηματικά κριτήρια. Η ρύθμιση οφειλών σε πάνω από 24 έως και 48 δόσεις υπόκεινται σε εισοδηματικά κριτήρια που περιορίζουν το μέγιστο ύψος των δόσεων με την ελάχιστη δόση σε κάθε περίπτωση να μην μπορεί να υπολείπεται των 30 ευρώ.

Σε μια τελευταία τροποποίηση η ρύθμιση οφειλών μέχρι και σε 24 δόσεις προϋποθέτει από τον οφειλέτη φορολογούμενο μια υπεύθυνη δήλωση να δηλώνει το σύνολο των περιουσιακών του στοιχείων (κινητή και ακίνητη περιουσία οποιασδήποτε μορφής), απαιτήσεις από τρίτους, καθώς και πληροφορίες που θα περιλαμβάνουν οφειλές του σε ασφαλιστικά ταμεία ή άλλες υπηρεσίες του δημοσίου τομέα και άλλες πάγιες υποχρεώσεις προς τρίτους εφόσον υφίστανται, το τρέχον και το αναμενόμενο εισόδημά του. Το σκεπτικό είναι ότι αφού δεν υπάρχουν εισοδηματικά κριτήρια θα πρέπει τουλάχιστον να βεβαιώνεται η «βιωσιμότητα» της ρύθμισης.

Εισοδηματικά κριτήρια


Σε ότι αφορά στις ρυθμίσεις για πάνω από 24 δόσεις ισχύουν εισοδηματικά κριτήρια για φυσικά και νομικά πρόσωπα αντίστοιχα με αυτά που ίσχυσαν για την ρύθμιση των 120 δόσεων συγκεκριμένα.

Α. Στα ΦΥΣΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ο αριθμός των δόσεων καθορίζεται με βάση το μέσο όρο του συνολικού εισοδήματός τους (ατομικό, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο, πραγματικό ή τεκμαρτό), με οποιοδήποτε τρόπο και εάν έχει αυτό προσδιοριστεί (είτε βάσει δήλωσης του φορολογούμενου είτε κατόπιν ελέγχου ή οίκοθεν βάσει στοιχείων που έχει στη διάθεσή της η Φορολογική Διοίκηση), κατά τα τελευταία τρία φορολογικά έτη πριν την αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση ή το συνολικό εισόδημα (ατομικό, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο, πραγματικό ή τεκμαρτό) του αμέσως προηγούμενου φορολογικού έτους από την ημερομηνία αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση εφόσον αυτό είναι μεγαλύτερο από το μέσο όρο, και το ύψος της ρυθμιζόμενης οφειλής.

Για καθορισμό του αριθμού των δόσεων κατά τα ανωτέρω δεν λαμβάνεται υπόψιν το συνολικό εισόδημα του φορολογικού έτους για το οποίο κατά τον χρόνο της αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση δεν έχει παρέλθει η προθεσμία υποβολής της οικείας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος.

Το συνολικό εισόδημα πολλαπλασιάζεται τμηματικά με προοδευτικά κλιμακωτό συντελεστή, όπως αυτός ορίζεται όπως αυτός ορίζεται στο επόμενο εδάφιο.

Για εισόδημα:

α) από 0,01 ευρώ έως 15.000 ευρώ με συντελεστή τέσσερα τοις εκατό (4%),

β) από 15.000,01 ευρώ έως 20.000 ευρώ με συντελεστή έξι τοις εκατό (6%),

γ) από 20.000,01 ευρώ έως 25.000 ευρώ με συντελεστή οκτώ τοις εκατό (8%),

δ) από 25.000,01 ευρώ έως 30.000 ευρώ με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%),

ε) από 30.000,01 ευρώ έως 50.000 ευρώ με συντελεστή δώδεκα τοις εκατό (12%),

στ) από 50.000,01 ευρώ έως 75.000 ευρώ με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%),

ζ) από 75.000,01 ευρώ έως 100.000 ευρώ με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%),

η) πάνω από 100.000 ευρώ με συντελεστή είκοσι πέντε τοις εκατό (25%). .

Ο αριθμός των δόσεων προκύπτει από το ακέραιο μέρος του πηλίκου της διαίρεσης αυτής, υπό τον περιορισμό του ελάχιστου ποσού μηνιαίας δόσης.

Σε περίπτωση που ο οφειλέτης δεν είχε υποχρέωση υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος για κανένα από τα φορολογικά έτη που λαμβάνονται υπόψιν για τον καθορισμό της ικανότητας αποπληρωμής, ή έχει υποβάλει μηδενικές δηλώσεις για όλα τα έτη αυτά, χορηγείται ο μέγιστος αριθμός δόσεων, υπό τον περιορισμό του ποσού της ελάχιστης μηνιαίας δόσης. Για τον καθορισμό της ικανότητας αποπληρωμής προσμετράται το υπολειπόμενο ρυθμισμένο ποσό από ανεξόφλητες κατά τον χρόνο της υπαγωγής δόσεις ρυθμίσεων οι οποίες χορηγήθηκαν δυνάμει των διατάξεων της υποπερίπτωσης α’ (ii), στο βαθμό που ο χρόνος αποπληρωμής των δόσεων των προηγουμένων ρυθμίσεων συμπίπτει με τον χρόνο αποπληρωμής των δόσεων της ρύθμισης.

Β Στα ΝΟΜΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ή νομικές οντότητες, ο αριθμός των δόσεων καθορίζεται με βάση το μέσο όρο των συνολικών ακαθάριστων εσόδων, με οποιοδήποτε τρόπο και εάν έχουν αυτά προσδιοριστεί (είτε βάσει δήλωσης του φορολογούμενου είτε κατόπιν ελέγχου ή οίκοθεν βάσει στοιχείων που έχει στη διάθεσή της η Φορολογική Διοίκηση), των τριών τελευταίων πριν την αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση φορολογικών ετών ή τα συνολικά ακαθάριστα έσοδα του αμέσως προηγούμενου φορολογικού έτους από την ημερομηνία αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση, εφόσον αυτά είναι μεγαλύτερα από τον μέσο όρο, και το ύψος της ρυθμιζόμενης οφειλής. Για καθορισμό του αριθμού των δόσεων κατά τα ανωτέρω δεν λαμβάνεται υπόψιν το συνολικό εισόδημα του φορολογικού έτους για το οποίο κατά τον χρόνο της αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση δεν έχει παρέλθει η προθεσμία υποβολής της οικείας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος. Ο αριθμός των δόσεων υπολογίζεται ως εξής:

Τα συνολικά ακαθάριστα έσοδα πολλαπλασιάζονται τμηματικά με προοδευτικά κλιμακωτό συντελεστή ως εξής:

Για έσοδα:

α) από 0,01 ευρώ έως 1.000.000 ευρώ με συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%),

β) από 1.000.000,01 ευρώ έως 1.500.000 ευρώ με συντελεστή επτά τοις εκατό (7%),

γ) από 1.500.000,01 ευρώ και άνω με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%).

Ο αριθμός των δόσεων και σε αυτήν την περίπτωση προκύπτει από το ακέραιο μέρος του πηλίκου της διαίρεσης αυτής, υπό τον περιορισμό του ελάχιστου ποσού μηνιαίας δόσης. Σε περίπτωση που για όλα τα φορολογικά έτη με βάση τα οποία καθορίζεται η ικανότητα αποπληρωμής του οφειλέτη έχουν υποβληθεί μηδενικές δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, χορηγείται ο μέγιστος αριθμός δόσεων, υπό τον περιορισμό του ποσού της ελάχιστης μηνιαίας δόσης.

Για τον καθορισμό της ικανότητας αποπληρωμής λαμβάνονται κάθε φορά υπόψιν και οι οφειλές από ανεξόφλητες κατά τον χρόνο της υπαγωγής δόσεις ρυθμίσεων οι οποίες χορηγήθηκαν δυνάμει των διατάξεων της υποπερίπτωσης α’ (ii), στον βαθμό που ο χρόνος αποπληρωμής των δόσεων των προηγουμένων ρυθμίσεων συμπίπτει με τον χρόνο αποπληρωμής των δόσεων της ρύθμισης. Αν το νομικό πρόσωπο ή η νομική οντότητα έχει προβεί σε διακοπή εργασιών, ως συνολικά ακαθάριστα έσοδα για τον υπολογισμό του αριθμού των δόσεων λαμβάνονται υπόψη τα συνολικά ακαθάριστα έσοδα, του φορολογικού έτους διακοπής εργασιών. Σε περίπτωση που το νομικό πρόσωπο ή η νομική οντότητα έχει προβεί σε διακοπή εργασιών πέραν των πέντε ετών πριν την υποβολή αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση, μη συμπεριλαμβανομένου του έτους της αίτησης, χορηγείται ο μέγιστος αριθμός δόσεων. Για την εφαρμογή των οριζόμενων στην περ. β’ της παρ. 2 του παρόντος άρθρου, στις περιπτώσεις που οφειλέτες είναι νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, λαμβάνονται υπόψη τα συνολικά (φορολογούμενα ή απαλλασσόμενα) έσοδα.

Τα επιτόκια


Η νέα ρύθμιση είναι έντοκη και το επιτόκιο κυμαίνεται από 4,95% αν οι δόσεις δεν ξεπερνούν τις 12 και φτάνει ακόμη και στο 5,95% αν οι δόσεις φτάνουν έως τις 24.

Για οφειλές που ρυθμίζονται σε περισσότερες από δώδεκα μηνιαίες δόσεις, το επιτόκιο προσαυξάνεται κατά μιάμιση εκατοστιαία μονάδα (1,5%). Η ρύθμιση θα κοστίζει ακριβότερα για όσους αποφασίσουν να τακτοποιήσουν τις τακτικές οφειλές τους με το ανώτατο όριο των δόσεων που θα προβλέπει η ρύθμιση,ενώ αξίζει να σημειωθεί πως η ελάχιστη μηνιαία δόση διαμορφώνεται στα 30 ευρώ.

Σε περίπτωση που ο οφειλέτης δεν πληρώσει κάποια δόση, η επανένταξή του στη ρύθμιση θα είναι εφικτή μόνο αν πληρώσει διπλή προκαταβολή. Από το ποσό θα αφαιρεθούν οι δόσεις που ήταν συνεπής και το επιτόκιο θα λάβει προσαύξηση 1,5 μονάδων.

Με την ένταξη των οφειλετών στη ρύθμιση, η Εφορία δεν προχωράει στην αναστολή δεσμεύσεων και κατασχέσεων που είτε έχουν επιβληθεί είτε θα επιβληθούν. Στις περιπτώσεις που πιστώνονται ποσά στους τραπεζικούς λογαριασμούς, θα δεσμεύονται και θα κατάσχονται από τις φορολογικές αρχές προκειμένου να χρησιμοποιούνται για την αποπληρωμή του εκάστοτε ανεξόφλητου υπολοίπου των οφειλών που θα έχουν ενταχθεί στη νέα πάγια ρύθμιση. Η ρύθμιση δίνει και δεύτερη ευκαιρία για όσους χάσουν για μια φορά την ρύθμιση.

Συγκεκριμένα:

1. Σε περίπτωση απώλειας της ρύθμισης, επιτρέπεται, με τους όρους και τις προϋποθέσεις των περιπτώσεων α της ίδιας οφειλής ανά οφειλέτη στη ρύθμιση για δεύτερη φορά. Ο αριθμός των δόσεων δεν μπορεί να υπερβαίνει τον αριθμό των δόσεων που υπολείπονταν κατά τον χρόνο απώλειας της ρύθμισης. Στην περίπτωση αυτή, για την εκ νέου υπαγωγή απαιτείται ως πρώτη δόση της ρύθμισης η προκαταβολή ποσού διπλάσιου της μηνιαίας δόσης της δεύτερης ρύθμισης.

2. Η δήλωση του ποσού της προκαταβολής γίνεται από τον οφειλέτη κατά την υποβολή του αιτήματος υπαγωγής στη ρύθμιση.

3. Η προκαταβολή είναι καταβλητέα μέσα σε τρεις (3) εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για δεύτερη ρύθμιση. Η δεύτερη ρύθμιση καθίσταται ενεργή με την προκαταβολή του ποσού που δηλώνεται από τον οφειλέτη. Οι υπόλοιπες δόσεις της δεύτερης ρύθμισης είναι καταβλητέες έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα των μηνών που έπονται του μήνα αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση.

4. Το ποσό της προκαταβολής εξοφλείται με εκούσια καταβολή ή με συμψηφισμό κατ΄ άρθρο 83 του Κ.Ε.Δ.Ε. (ΦΕΚ 90 Α΄) εντός της προθεσμίας του πρώτου εδαφίου της παρ. 3 του παρόντος άρθρου.

Τα κέρδη της νέας ρύθμισης


Σε οφειλέτες που είναι συνεπείς στην εκπλήρωση των όρων της ρύθμισης μέχρι το πέρας αυτής, κατόπιν εξόφλησης της τελευταίας δόσης, επιστρέφεται ποσό, που ισούται με το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) των τόκων που ορίζονται στην περίπτωση 3 της υποπαραγράφου Α2 της παραγράφου Α του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 και έχουν επιβαρύνει το ποσό των δόσεων της ρυθμιζόμενης οφειλής. Το προς επιστροφή ποσό δεν παρακρατείται, δεν κατάσχεται και δεν συμψηφίζεται με άλλες υποχρεώσεις του οφειλέτη προς το Δημόσιο ή τρίτους.

Η επιστροφή γίνεται κεντρικά ή τοπικά στις Δ.Ο.Υ./ Ελεγκτικά Κέντρα με ατομικά ή μαζικά φύλλα έκπτωσης. Όσον αφορά τις ρυθμισμένες στα Τελωνεία οφειλές, για την επιστροφή του σχετικού ποσού εκδίδεται απόφαση επιστροφής από το τμήμα Δικαστικού του αρμόδιου για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής Τελωνείο, από την οποία προκύπτει το προς επιστροφή ποσό, η οποία αποτελεί και τίτλο πληρωμής.

Σε περίπτωση απώλειας της ρύθμισης και υπαγωγής των ίδιων οφειλών από τον ίδιο οφειλέτη σε ρύθμιση για δεύτερη φορά ως βάση υπολογισμού του ποσού των τόκων που επιστρέφονται, λαμβάνεται το σύνολο των τόκων της περίπτωσης 3 της υποπαραγράφου Α2 της παραγράφου Α του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 που επιβαρύνουν τις οφειλές από την πρώτη υπαγωγή τους στη ρύθμιση και ως την εξόφλησή τους.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ