Μετά από χρόνια σκληρών εχθροπραξιών και επιχειρησιακής στασιμότητας στα μέτωπα της ανατολικής Ευρώπης, η συζήτηση για ένα de facto τέλος του πολέμου στην Ουκρανία αποκτά νέα, ρεαλιστική βάση.
Στο πρόσφατο Φόρουμ Ασφαλείας του Κιέβου, κορυφαίοι δυτικοί αναλυτές, διπλωμάτες και στρατιωτικοί αξιωματούχοι συνέκλιναν στην εκτίμηση ότι η αναμέτρηση προσεγγίζει ένα ιστορικό σημείο καμπής. Η εξέλιξη αυτή δεν ορίζεται αποκλειστικά από τις εκατόμβες των θυμάτων στα χαρακώματα, αλλά από τις υπόγειες οικονομικές πιέσεις και τις επερχόμενες πολιτικές αναμετρήσεις στις ΗΠΑ.
Παρά τις πληροφορίες που διακινούνται από Ουκρανούς αξιωματούχους και τον ίδιο τον πρόεδρο Βολοντίμιρ Ζελένσκι για το ενδεχόμενο μιας νέας, μαζικής επιστράτευσης από την πλευρά του Βλαντίμιρ Πούτιν, η διεθνής κοινότητα εμφανίζεται επιφυλακτική.
Η Έβελιν Φάρκας, επικεφαλής του Ινστιτούτου Μακέιν, επισημαίνει ότι τα δομικά προβλήματα της ρωσικής οικονομίας στερούν από το Κρεμλίνο τη δυνατότητα μιας τέτοιας κίνησης ευρείας κλίμακας, περιορίζοντας τα περιθώρια ελιγμών της Μόσχας.

Η απεξάρτηση του Κιέβου και το «τείχος» στις πιέσεις Τραμπ
Στην αντίπερα όχθη, η Ουκρανία εμφανίζει σημάδια αυξημένης στρατηγικής αυτονομίας, παρά τη φθορά. Ο πρώην Ειδικός Εντεταλμένος των ΗΠΑ για την Ουκρανία, Κουρτ Φόλκερ, υποστηρίζει ότι η θέση του Κιέβου είναι σήμερα ισχυρότερη, έχοντας περιορίσει την απόλυτη εξάρτησή του από τη δυτική στρατιωτική βοήθεια.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η Ουκρανία καλύπτει πλέον αυτόνομα το 60-70% των αναγκών της σε εξοπλισμούς, γεγονός που της επιτρέπει να συνεχίσει τον αμυντικό της αγώνα ακόμη και στην περίπτωση που η Ουάσιγκτον αποφασίσει την πλήρη διακοπή των παραδόσεων μέσω των Ευρωπαίων.
Αυτή η βιομηχανική και επιχειρησιακή ανθεκτικότητα αποτελεί το βασικό όπλο της Ουκρανίας απέναντι στην πολιτική πίεση που ασκεί ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ. Ο Λευκός Οίκος επιδιώκει την αποδοχή των ρωσικών όρων για άμεση κατάπαυση του πυρός, με βασικότερο αίτημα την αποχώρηση των ουκρανικών στρατευμάτων από τα ελεγχόμενα τμήματα του Ντονμπάς. Ωστόσο, οι αναλυτές εκτιμούν ότι το Κίεβο διαθέτει τα ερείσματα να αρνηθεί έναν τέτοιο συμβιβασμό, αναμένοντας τη μεταβολή του πολιτικού σκηνικού στο εσωτερικό των ΗΠΑ.

Οι ενδιάμεσες αμερικανικές εκλογές ως καταλύτης
Το μεγάλο ορόσημο για την πορεία του πολέμου εντοπίζεται στον ερχόμενο Νοέμβριο. Οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ θεωρούνται από τους ειδικούς ως ο παράγοντας που θα ξεκλειδώσει τις εξελίξεις. Μια ενδεχόμενη αποδυνάμωση των Ρεπουμπλικάνων στις κάλπες θα αναγκάσει την αμερικανική κυβέρνηση να αναθεωρήσει την απομονωτική της πολιτική. Όπως υπογραμμίζει η Έβελιν Φάρκας:
«Ένα αρνητικό αποτέλεσμα για τον Τραμπ είναι αρκετό για να ασκηθεί πίεση στην αμερικανική κυβέρνηση να συνεχίσει τη στήριξη της Ουκρανίας και του ΝΑΤΟ».
Την ίδια στιγμή, η γεωπολιτική σκακιέρα περιπλέκεται με το ενδεχόμενο τερματισμού των εντάσεων στον Περσικό Κόλπο και το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, εξέλιξη που ίσως στρέψει το ενδιαφέρον των ΗΠΑ προς την Κούβα, αποδυναμώνοντας περαιτέρω τη Ρωσία, η οποία θα χάσει έναν παραδοσιακό της σύμμαχο στην Καραϊβική.
Το οικονομικό αδιέξοδο της Μόσχας
Από στρατιωτικής πλευράς, η παραδοχή του Ναυάρχου Τζουζέπε Κάβο Ντραγκόνε είναι σαφής: ο ρωσικός στρατός παραμένει ισχυρός στο πεδίο της μάχης, καθιστώντας την καθαρή στρατιωτική νίκη μια εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση. Ο πρόεδρος της Στρατιωτικής Επιτροπής του ΝΑΤΟ, ωστόσο, υποδεικνύει την οικονομία ως τον παράγοντα που θα μπορούσε να σύρει τη Μόσχα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
Οι τεράστιες απώλειες σε υλικό και έμψυχο δυναμικό, σε συνδυασμό με τη σταδιακή απομείωση των ρωσικών οικονομικών αποθεμάτων, δημιουργούν συνθήκες ασφυξίας στο Κρεμλίνο. Αν και οι απόψεις για τον ακριβή χρόνο της τελικής έκβασης διίστανται —με τον Κουρτ Φόλκερ να βλέπει το σημείο καμπής εντός του 2026 με πιθανότητες άνω του 50% και την Έβελιν Φάρκας να μεταθέτει την ουκρανική επικράτηση για το 2027— η κοινή συνιστώσα παραμένει μία και ο χρόνος έχει πάψει να λειτουργεί υπέρ των σχεδιασμών του Βλαντίμιρ Πούτιν.