Η εκτίμηση για το αν η Γαλλία έχει μεγαλύτερη πιθανότητα να οδηγηθεί σε αστικό εμφύλιο συγκριτικά με το Ηνωμένο Βασίλειο αποτελεί αντικείμενο έντονης πολιτικής και κοινωνιολογικής συζήτησης, χωρίς ωστόσο να υπάρχει κάποια επίσημη ή επιστημονική συναίνεση που να επιβεβαιώνει κάτι τέτοιο ως «πολύ μεγάλη πιθανότητα».
Και οι δύο χώρες αντιμετωπίζουν σοβαρές κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές προκλήσεις, αλλά η πιθανότητα ενός πλήρους «εμφυλίου πολέμου» με τη στενή έννοια του όρου θεωρείται εξαιρετικά χαμηλή από τη συντριπτική πλειονότητα των αναλυτών.
Στην ατζέντα που τροφοδοτεί αυτά τα υπαρκτά πλέον σενάρια έχουμε την πολιτική πόλωση και την τεράστια κοινωνική ένταση, όπως συμβαίνει τώρα στη Γαλλία για παράδειγμα.
Η Γαλλία έχει μακρά παράδοση σε μαζικές διαδηλώσεις και βίαιες συγκρούσεις (π.χ. Κίτρινα Γιλέκα, απεργίες για το συνταξιοδοτικό, ταραχές στα προάστια). Η άνοδος των Εθνικιστών (Εθνική Συσπείρωση) και η σφοδρή πόλωση μεταξύ των πολιτικών άκρων δημιουργούν ένα ασταθές κοινοβουλευτικό σκηνικόστην γαλλική επικράτεια.
Στο παρελθόν, επιστολές από εν αποστρατεία στρατιωτικούς είχαν προειδοποιήσει για κίνδυνο «αποσύνθεσης» ή εμφύλιας σύρραξης λόγω των θρησκευτικών και πολιτισμικών εντάσεων, γεγονός που είχε προκαλέσει σάλο.
Σήμερα που μιλάμε υπάρχουν αναφορές ότι «διαδηλωτές μετανάστες δεύτερης και τρίτης γενιάς κλείνουν αυτοκινητόδρομους στη Γαλλία» στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα μαζικό κύμα μαθητικών και φοιτητικών κινητοποιήσεων που έχει οδηγήσει στον αποκλεισμό εκατοντάδων σχολείων.
Οι κινητοποιήσεις αυτές, οι οποίες ξεκίνησαν στα τέλη Σεπτεμβρίου 2026, οργανώνονται από εφήβους και νεαρούς μαθητές λυκείου (ηλικίας 15 έως 18 ετών). Τα κύρια αιτήματά τους αφορούν την ποιότητα της εκπαίδευσης, όπως η υποχρηματοδότηση των σχολείων, οι ελλείψεις εκπαιδευτικών, τα υπερπλήρη τμήματα, οι εξαντλητικές ώρες μαθημάτων και οι αγχωτικές εξετάσεις.
Στο περιθώριο αυτών των αποκλεισμών και των διαμαρτυριών σημειώθηκαν σοβαρά επεισόδια βίας. Είναι αλήθεια ότι στη Μασσαλία καταλήφθηκε και πυρπολήθηκε ένα αστικό λεωφορείο, ενώ ο οδηγός του δέχθηκε επίθεση και τραυματίστηκε.
Στη Μασσαλία πυρπολήθηκε επίσης ένα πυροσβεστικό όχημα, ενώ σε εθνικό επίπεδο έχουν αναφερθεί επιθέσεις σε καθηγητές, ρίψεις μολότοφ και οξέος κατά της αστυνομίας, καθώς και εκατοντάδες συλλήψεις μαθητών.
Ο δήμαρχος της Μασσαλίας Benoît Payan, καθώς και κυβερνητικά στελέχη, καταδίκασαν απερίφραστα την «απαράδεκτη βία», τονίζοντας ότι, αν και οι ανησυχίες των μαθητών για το μέλλον τους είναι βάσιμες, οι βανδαλισμοί δεν δικαιολογούνται.
Ηνωμένο Βασίλειο: Κοινωνικές ταραχές και θεσμικές πιέσεις
Από το καλοκαίρι του 2024, το Ηνωμένο Βασίλειο βίωσε τα χειρότερα επεισόδια των τελευταίων ετών με ρατσιστικές και αντιμεταναστευτικές ταραχές, οι οποίες πυροδοτήθηκαν από παραπληροφόρηση στο διαδίκτυο.
Στο βρετανικό νησί επικρατεί εδώ και μεγάλο διάστημα τεράστια οικονομική πίεση και κοινωνική ανισότητα τεραστίων διαστάσεων, η οποία μαζί με την παρουσία χιλιάδων μεταναστών οδηγεί σε τοπικές εξεγέρσεις σε πόλεις.
Η κρίση του κόστους ζωής και η υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών (π.χ. NHS) έχουν αυξήσει τη γενικότερη κοινωνική δυσαρέσκεια, οδηγώντας ανθρώπους που δεν αντιδρούσαν έτσι παλιά, να κατεβαίνουν στον δρόμο απαιτώντας τα βασικά αγαθά που υπήρχαν στην χώρα τα προηγούμενα χρόνια.
Την ίδια περίοδο οι τάσεις ανεξαρτητοποίησης στη Σκωτία, την Ουαλία και οι πολύ λεπτές ισορροπίες στη Βόρεια Ιρλανδία αποτελούν μόνιμες εστίες πολιτικής πίεσης στη βρετανική κυβέρνηση.
Παρά τις εντάσεις, και τα δύο κράτη διαθέτουν ισχυρούς δημοκρατικούς θεσμούς, σταθερά σώματα ασφαλείας και οικονομίες που λειτουργούν ως ανασταλτικοί παράγοντες για την κατάρρευση της κοινωνικής ειρήνης, αλλά το κύμα της κοινωνικής οργής μεγαλώνει και το σενάριο κοινωνικής έκρηξης είναι υπαρκτό από ποτέ.
Από τι σενάριο κινδυνεύει η Ελλάδα
Η σχέση μεταξύ οικονομικής ανέχειας, μεταναστευτικού ζητήματος και του κινδύνου μιας κοινωνικής έκρηξης στην Ελλάδα αποτελεί ένα από τα πιο σύνθετα και διαχρονικά ζητήματα της χώρας.
Παρά τη μακροοικονομική ανάκαμψη και τους θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης των τελευταίων ετών, η ελληνική κοινωνία συνεχίζει να αντιμετωπίζει έντονες πιέσεις.
Σύμφωνα με πρόσφατες εκθέσεις (όπως του Ελληνικού Δικτύου για την Καταπολέμηση της Φτώχειας - EAPN), το 26,9% έως 27,5% του πληθυσμού στην Ελλάδα συνεχίζει να βρίσκεται αντιμέτωπο με τον κίνδυνο της φτώχειας ή του κοινωνικού αποκλεισμού.
Η παρατεταμένη ακρίβεια στα είδη πρώτης ανάγκης, την ενέργεια και τα ενοίκια συρρικνώνει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα. Αυτό δημιουργεί ένα αίσθημα ανασφάλειας και κόπωσης στους πολίτες, το οποίο πολλές φορές λειτουργεί ως «εύφλεκτο υλικό» για κοινωνικές εντάσεις.
Το μεταναστευτικό συνδέεται άμεσα με την κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα:
Η Ελλάδα διαχειρίζεται συνεχείς ροές και προτείνει στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυστηρότερα μέτρα, όπως έκτακτους μηχανισμούς αναστολής ασύλου σε περιπτώσεις μαζικών ροών.
Ενώ οι παλαιότεροι μετανάστες έχουν ενταχθεί σε μεγάλο βαθμό στην οικονομική ζωή, οι νέες προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές αντιμετωπίζουν δυσκολίες στέγασης και απασχόλησης.
Σε περιόδους μεγάλης οικονομικής στενότητας, η παρουσία ευάλωτων μεταναστευτικών πληθυσμών στον δημόσιο χώρο μπορεί να εργαλειοποιηθεί. Αυτό συχνά τροφοδοτεί ξενοφοβικά αντανακλαστικά, καθώς τμήματα του ντόπιου πληθυσμού θεωρούν λανθασμένα ότι οι μετανάστες ανταγωνίζονται τους γηγενείς για τους ίδιους περιορισμένους πόρους (π.χ. κοινωνικά επιδόματα, θέσεις εργασίας χαμηλής εξειδίκευσης).
Υπάρχει κίνδυνος «Κοινωνικής Έκρηξης»;
Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι ο κίνδυνος στην Ελλάδα δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε βίαιες εξεγέρσεις όπως στο παρελθόν, αλλά σε μια βουβή κοινωνική κρίση. Η πίεση εκφράζεται συχνά μέσα από την αποχή από τις πολιτικές διαδικασίες, την αύξηση των ανισοτήτων και την ενίσχυση ακραίων πολιτικών ρητορικών.