Μια ιστορική συμφωνία Ελλάδας και Βουλγαρίας για την επιστροφή 48 ελληνικών εκκλησιαστικών κειμηλίων ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο, αλλά ταυτόχρονα προκαλεί έντονες αντιδράσεις και νέα αιτήματα για πολύ ευρύτερο επαναπατρισμό.
Το Μνημόνιο Κατανόησης, που υπεγράφη στις 29 Σεπτεμβρίου από τους υπουργούς Πολιτισμού των δύο χωρών, προβλέπει την επιστροφή στην Ελλάδα 48 κειμηλίων που είχαν μεταφερθεί στη Σόφια το 1917, κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα αντικείμενα προέρχονται από την Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοίνισσας, την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών και την Ιερά Μητρόπολη Σερρών και Νιγρίτης.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα συμφωνεί να παραδώσει στη Βουλγαρία τα λείψανα που έχουν αποδοθεί στον Τσάρο Σαμουήλ και το υπόλοιπο ανθρωπολογικό υλικό από τις τέσσερις σαρκοφάγους που εντοπίστηκαν στη Βασιλική του Αγίου Αχιλλείου στις Πρέσπες.
Η μεγάλη τελετή στη Θεσσαλονίκη
Το Σάββατο 3 Οκτωβρίου, στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού Θεσσαλονίκης, παρουσία των πρωθυπουργών Κυριάκου Μητσοτάκη και Ρούμεν Ράντεφ, αναμένεται να υπογραφούν τα σχετικά πρωτόκολλα παράδοσης και παραλαβής. Τα 48 κειμήλια θα παραμείνουν στο Μουσείο έως τις 5 Νοεμβρίου και στη συνέχεια θα επιστρέψουν στις Μονές και στη Μητρόπολη από όπου προέρχονται.
Ωστόσο, πίσω από την επίσημη εικόνα της «ιστορικής συμφωνίας» έχει ήδη ξεσπάσει έντονη συζήτηση για το εάν η επιστροφή των 48 κειμηλίων αποτελεί την ολοκλήρωση μιας προσπάθειας ή απλώς την αρχή μιας πολύ μεγαλύτερης διαδικασίας.
Δωρόθεος: «Να πάρει πίσω την υπογραφή του»
Ο Μητροπολίτης Δράμας Δωρόθεος έχει εκφράσει σοβαρές επιφυλάξεις για τη συμφωνία, υποστηρίζοντας ότι δεν ενημερώθηκε ούτε συμμετείχε σε διαβούλευση πριν από την ολοκλήρωσή της. Σε δημόσια παρέμβασή του ζήτησε μάλιστα από τον πρωθυπουργό να «πάρει πίσω την υπογραφή του».
Το βασικό επιχείρημά του αφορά την αναλογία ανάμεσα σε όσα επιστρέφουν και στο σύνολο των κειμηλίων που, σύμφωνα με τη Μητρόπολη Δράμας, εξακολουθούν να βρίσκονται στη Βουλγαρία. Ο ίδιος έχει αναφέρει ότι μόνο από την Ιερά Μονή Εικοσιφοίνισσας είχαν απομακρυνθεί περίπου 800 κειμήλια και 430 χειρόγραφα.
Το ερώτημα που θέτει είναι ουσιαστικά τι διαπραγματευτικό περιθώριο θα παραμείνει για την επιστροφή των υπολοίπων.
Μακάριος: «Να επιστρέψουν και τα κειμήλια του Μελενίκου»
Στο μεταξύ, ο Μητροπολίτης Σιδηροκάστρου Μακάριος ζητά να μην περιοριστεί η διαδικασία στις συγκεκριμένες 48 επιστροφές.
Με επιστολή του προς την υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη ζητά να επεκταθεί η συμφωνία και στους εκκλησιαστικούς θησαυρούς της ιστορικής Μητρόπολης Μελενίκου και Σιδηροκάστρου. Σύμφωνα με την επιστολή, πρόκειται για κειμήλια που συνδέονται με περίπου 40 ναούς του Μελενίκου και μεταφέρθηκαν στη Βουλγαρία κατά την περίοδο 1916–1918.
Στους καταλόγους που επικαλείται περιλαμβάνονται άμφια, εικόνες, Ευαγγέλια, σταυροί, εκκλησιαστικά σκεύη, καμπάνες, πολυέλαιοι και άλλα αντικείμενα, ενώ γίνεται αναφορά και σε βιβλιοθήκη του Μελενίκου με περίπου 4.000 τόμους.
Η συμφωνία δεν κλείνει την υπόθεση
Από την πλευρά της, η ελληνική κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι οι διαπραγματεύσεις θα συνεχιστούν για ιστορικά αντικείμενα αμοιβαίου ενδιαφέροντος που δεν περιλαμβάνονται στην παρούσα συμφωνία.
Έτσι, τα 48 κειμήλια αποτελούν αναμφισβήτητα μια σημαντική επιστροφή μετά από περισσότερο από έναν αιώνα, αλλά ταυτόχρονα επαναφέρουν στο προσκήνιο ένα πολύ μεγαλύτερο ζήτημα: πόσα ακόμη ελληνικά εκκλησιαστικά κειμήλια βρίσκονται στη Βουλγαρία και ποια θα είναι η τύχη τους.
Η τελετή της Θεσσαλονίκης μπορεί λοιπόν να σηματοδοτεί το τέλος μιας μακράς εκκρεμότητας για τα 48 αντικείμενα. Για τους επικριτές της συμφωνίας, όμως, μπορεί να αποτελεί κυρίως την αρχή μιας νέας διαπραγμάτευσης για όσα ακόμη δεν έχουν επιστρέψει.
Τι λένε σήμερα οι ίδιοι οι Βούλγαροι
ερισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, τα ίδια τα βουλγαρικά μέσα επαναφέρουν αυτή την ιστορία.
Το βουλγαρικό τηλεοπτικό δίκτυο bTV, σε δημοσίευμά του (1/10/2026) αναφέρει ότι κατά τον Α΄ Π.Π. ο Φίλοφ και συνάδελφοί του αρχαιολόγοι μετέφεραν στη Βουλγαρία από ελληνικά μοναστήρια 907 χειρόγραφα και εκκλησιαστικά αντικείμενα. Ανάμεσά τους, σύμφωνα με το βουλγαρικό δίκτυο, βρίσκονταν εκκλησιαστικά σκεύη, χρυσά και αργυρά ποτήρια, εικόνες και λειψανοθήκες.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η τοποθέτηση της διευθύντριας του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου της Βουλγαρίας, Μπόνι Πετρούνοβα, η οποία, μιλώντας στο bTV για τη συλλογή, χρησιμοποίησε τον όρο «πολεμικά λάφυρα» για να περιγράψει αντικείμενα που είχαν φτάσει με διαφορετικούς τρόπους στα βουλγαρικά μουσεία.
Το βουλγαρικό πολιτιστικό μέσο «Πλόσταντ Σλαβέικοφ», συνδέει επίσης τις επιστημονικοστρατιωτικές αποστολές του Φίλοφ και του καθηγητή Ιορντάν Ιβάνοφ με δύο συγκεκριμένα μοναστήρια της Βόρειας Ελλάδας. Την Εικοσιφοίνισσα και τον Τίμιο Πρόδρομο Σερρών.
Η λεηλασία της Εικοσιφοινίσσης
Η μεγαλύτερη και πλέον γνωστή υπόθεση αφορά την Ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοινίσσης. Η βουλγαρική εφημερίδα «Σέγκα», δηλαδή «Τώρα», γράφει ότι τη Μεγάλη Δευτέρα, 27 Μαρτίου 1917, στρατιώτες υπό την καθοδήγηση του Τάνε Νικόλοφ, με τη συμμετοχή ένοπλων σωμάτων, μπήκαν στη Μονή, «αφαίρεσαν το μεγαλύτερο μέρος των κειμηλίων» και τα μετέφεραν στη Βουλγαρία.
Ο Τάνε Νικόλοφ (1873–1947) ήταν Βούλγαρος βοεβόδας, με πολυετή ένοπλη δράση στη Μακεδονία και τη Θράκη. Η αναφορά της «Σέγκα» έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς τον κατονομάζει ως επικεφαλής της συγκεκριμένης επιχείρησης.
Εδώ, ωστόσο, προκύπτει μια ενδιαφέρουσα αντίφαση μεταξύ των ίδιων των βουλγαρικών πηγών. Η «Σέγκα» αποδίδει την επιχείρηση της 27ης Μαρτίου 1917 στον Τάνε Νικόλοφ. Παλαιότερες βουλγαρικές αναφορές, που επικαλούνταν μάλιστα το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της χώρας, έγραφαν ότι το 1917 «Βούλγαροι ανιχνευτές υπό τον Μπογκντάν Φίλοφ» συγκέντρωσαν μέρος της εκκλησιαστικής περιουσίας της Εικοσιφοινίσσης.
Παραμένει, επομένως, ανοιχτό το ερώτημα εάν ο ίδιος ο Φίλοφ βρισκόταν προσωπικά στη Μονή κατά την επιχείρηση της 27ης Μαρτίου. Εκείνο που προκύπτει σαφέστερα από τις βουλγαρικές πηγές είναι ο κεντρικός ρόλος του στον ευρύτερο μηχανισμό συγκέντρωσης και μεταφοράς πολιτιστικών αγαθών στη Σόφια.
1.300 βιβλία και εκατοντάδες χειρόγραφα
Το μέγεθος της συλλογής της Εικοσιφοινίσσης ήταν εντυπωσιακό. Σύμφωνα με τη «Σέγκα», η βιβλιοθήκη της Μονής αριθμούσε το 1917 περίπου 1.300 τόμους, από τους οποίους οι 400 ήταν χειρόγραφα σε περγαμηνή. Η ίδια βουλγαρική πηγή αναφέρει ότι ιστορικές καταγραφές κάνουν λόγο για 430 χειρόγραφους κώδικες και 467 παλαίτυπα βιβλία, μαζί με μεγάλο αριθμό εκκλησιαστικών αντικειμένων.
Παράλληλα, η «Σέγκα» αναφέρει ότι η ελληνική διεκδίκηση του 1923 περιλάμβανε 907 λειτουργικά αντικείμενα και 430 χειρόγραφους κώδικες.
Οι διαφορετικοί αριθμοί που εμφανίζονται στις βουλγαρικές πηγές αφορούν διαφορετικές κατηγορίες αντικειμένων και ιστορικές καταγραφές και δεν πρέπει να θεωρούνται ένας ενιαίος κατάλογος.
Από τον Τίμιο Πρόδρομο στη Σόφια
Ανάλογη ήταν η τύχη κειμηλίων και χειρογράφων από την Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών. Η πολιτιστική πύλη «Πλόσταντ Σλαβέικοφ» συνδέει τις βουλγαρικές επιστημονικοστρατιωτικές αποστολές με την αφαίρεση αντικειμένων τόσο από την Εικοσιφοίνισσα όσο και από τον Τίμιο Πρόδρομο.
Η παλαιότερη μαρτυρία του Μποζιντάρ Ντιμιτρόφ είναι ακόμη πιο συγκεκριμένη: Η ομάδα που, σύμφωνα με τον ίδιο, είχε συγκροτηθεί με πρωτοβουλία του Φίλοφ συγκέντρωσε από τα δύο μοναστήρια εικόνες, εκκλησιαστικά σκεύη και χειρόγραφα, τα οποία μεταφέρθηκαν στο Λαϊκό Μουσείο της Σόφιας.
Μέρος των χειρογράφων που παρέμειναν στη Βουλγαρία συνδέθηκε αργότερα με συλλογές που σήμερα μελετώνται στο Κέντρο Σλαβοβυζαντινών Σπουδών «Ιβάν Ντούιτσεφ» του Πανεπιστημίου της Σόφιας.
Η «απόρρητη συλλογή»
Η συνέχεια της ιστορίας είναι ίσως ακόμη πιο αποκαλυπτική. Η «Σέγκα» αναφέρει ότι τα αντικείμενα φυλάχθηκαν σε ειδική «απόρρητη συλλογή» -τον λεγόμενο «σεκρέτεν φοντ»- επειδή, βάσει των μεταπολεμικών υποχρεώσεων της Βουλγαρίας, έπρεπε να επιστραφούν στην Ελλάδα. Η ίδια πληροφορία εμφανιζόταν σε βουλγαρικά δημοσιεύματα ήδη από το 2015.
Η βουλγαρική εφημερίδα «Τρουντ», έγραφε τότε ότι αντικείμενα από την Εικοσιφοίνισσα που είχαν μεταφερθεί στη Σόφια το 1917 εντάχθηκαν σε ειδικό απόρρητο απόθεμα ακριβώς επειδή, σύμφωνα με τη Συνθήκη του Νεϊγύ, έπρεπε να επιστραφούν στο ελληνικό κράτος. Μία από τις λειψανοθήκες που αναφέρονταν τότε είχε ολοκληρωθεί στις 25 Μαρτίου 1821 από τον ιερομόναχο Σεραφείμ και περιείχε λείψανα τεσσάρων Αγίων.