Ο Τούρκος Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δήλωσε την Τρίτη ότι η Τουρκία θα επιδιώξει να εμβαθύνει τη συνεργασία με τον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO), τον οποίο χαρακτήρισε ως «ανερχόμενο αστέρι», σε μια προσπάθεια του να παίξει σε δύο ταμπλό.
«Θα προσπαθήσουμε να προωθήσουμε τη συνεργασία μας με τον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης, τον οποίο βλέπουμε ως ανερχόμενο αστέρι, σε κάθε τομέα», δήλωσε ο Ερντογάν στη συνάντηση SCO Plus στην πρωτεύουσα του Κιργιστάν, Μπισκέκ.
«Ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σαγκάης, που αντιπροσωπεύει 3,5 δισεκατομμύρια ανθρώπους και 35 τρισεκατομμύρια δολάρια σε ακαθάριστο εγχώριο προϊόν, είναι απαραίτητο στοιχείο μιας πολυπολικής τάξης», πρόσθεσε.
Ο ίδιος ανέφερε ότι η Τουρκία αναλαμβάνει την ευθύνη για την επίλυση των συγκρούσεων μέσω διαλόγου και διπλωματίας και θα συνεχίσει να εργάζεται για την ειρήνη, την ηρεμία και τη σταθερότητα σε όλο τον κόσμο.
«Πιστεύουμε ότι ο οργανισμός θα διαδραματίσει ρόλο όχι μόνο στη διασφάλιση της ειρήνης και της σταθερότητας, αλλά και στη δημιουργία ασφαλών διαδρόμων μεταφορών και στην εξασφάλιση της ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασμού», δήλωσε επίσης ο Ερντογάν.
Σημείωσε ότι η Τουρκία στοχεύει να συμβάλει στην καταπολέμηση των αρνητικών επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής και θα φιλοξενήσει τη σύνοδο κορυφής COP31 στην Αττάλεια στις 11-12 Νοεμβρίου.
«Θέλουμε η πρωτοβουλία του Μεσαίου Διαδρόμου που διασχίζει την Κασπία να ευθυγραμμιστεί με την Πρωτοβουλία «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος» και αποδίδουμε μεγάλη σημασία στη συνεργασία εντός του οργανισμού», πρόσθεσε ο Ερντογάν.
Αναφερόμενος στη Γάζα και τον Λίβανο, ο Ερντογάν δήλωσε ότι 74.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν σε ισραηλινές επιθέσεις και προειδοποίησε ότι ολόκληρη η περιοχή πληρώνει το τίμημα για αυτό που χαρακτήρισε επιθετική πολιτική.
«Η Συμμαχία Άμυνας της Μέκκας, που βασίζεται στην περιφερειακή κυριότητα και τη συλλογική αποτροπή, θα συμβάλει σημαντικά στην περιφερειακή και παγκόσμια ειρήνη και σταθερότητα», σημείωσε επίσης ο Ερντογάν.
Όλο για ειρήνη ομιλεί ο Τούρκος πρόεδρος, ξεχνώντας να δηλώσει ότι πρόκειται ειρήνη αλά Τούρκα με την οποία θέλει να κάνει κουμάντο στην Μεσόγειο, έχοντας τα υπόιπα κράτη υποτελή, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.
Κάνοντας χρήση στρατιωτικών απειλών και της Μουσουλαμνικής αδελφότητας , σε συνεργασία με τρομοκράτες της Χαμάς και της Χεζμπολάχ, θέλει το δικό του βασίλειο ο ίδιος.
Την ίδια στιγμή η αντίδραση των ΗΠΑ στην πρόθεση της Τουρκίας να εμβαθύνει τις σχέσεις της με τον Οργανισμό Συνεργασίας της Σαγκάης (SCO) χαρακτηρίζεται διαχρονικά από έντονη ανησυχία, σκεπτικισμό και προειδοποιήσεις για τη συμβατότητα αυτών των κινήσεων με τις υποχρεώσεις της Άγκυρας στο ΝΑΤΟ.
Αν και η Ουάσινγκτον δεν εκδίδει πάντα επιθετικές δημόσιες ανακοινώσεις για κάθε διπλωματική επαφή, η πάγια γεωπολιτική της θέση και οι τρέχουσες ισορροπίες αποτυπώνουν μια ξεκάθαρη γραμμή: Το Ζήτημα της Συμβατότητας με το ΝΑΤΟ.
Οι ΗΠΑ και οι δυτικοί αναλυτές (όπως επισημαίνει το German Marshall Fund) τονίζουν σταθερά ότι ο SCO κυριαρχείται από την Κίνα και τη Ρωσία.
Οποιαδήποτε προσπάθεια ενός κομβικού μέλους του ΝΑΤΟ, όπως η Τουρκία, να προσεγγίσει ή να γίνει πλήρες μέλος ενός τέτοιου μπλοκ, αντιμετωπίζεται ως αντίθεση προς τις ευρωατλαντικές δεσμεύσεις.
Η κίνηση αυτή έρχεται σε μια περίοδο όπου η Τουρκία προσπαθεί να εξομαλύνει τις σχέσεις της με την Ουάσινγκτον, επιδιώκοντας την αγορά μαχητικών F-35 και την άρση των κυρώσεων CAATSA (που της επιβλήθηκαν λόγω της αγοράς των ρωσικών S-400).
Η εμβάθυνση των σχέσεων με τον SCO δυσκολεύει τη θέση της Άγκυρας στο αμερικανικό Κογκρέσο, το οποίο εμφανίζεται ιδιαίτερα επιφυλακτικό.
Αμερικανοί αξιωματούχοι αντιλαμβάνονται ότι ο Ερντογάν χρησιμοποιεί συχνά τον SCO (καθώς και τους BRICS) ως μοχλό πίεσης (διαπραγματευτικό χαρτί) απέναντι στη Δύση για να κερδίσει παραχωρήσεις, παρά ως μια άμεση πρόθεση πλήρους αποκοπής από το ΝΑΤΟ.
Το αμερικανικό ΥΠΕΞ υπενθυμίζει διαρκώς ότι οι ΗΠΑ ανησυχούν για την πιθανή διαρροή ευαίσθητων στρατιωτικών ή τεχνολογικών πληροφοριών του ΝΑΤΟ προς χώρες όπως η Κίνα και η Ρωσία μέσω τέτοιων οργανισμών.
Η Ουάσινγκτον παρακολουθεί στενά αυτές τις δηλώσεις, διαμηνύοντας στην Άγκυρα ότι η επιλογή «δύο βαρκών» στην παγκόσμια ασφάλεια έχει όρια και μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την αμυντική και οικονομική συνεργασία με τις ΗΠΑ.