Η επιστροφή αποθεμάτων χρυσού από τη Νέα Υόρκη στην Ευρώπη είναι ακόμη ένα σημάδι ότι οι κεντρικές τράπεζες και οι μεγάλοι θεσμικοί επενδυτές επανεξετάζουν κάτι που για δεκαετίες θεωρούνταν σχεδόν αυτονόητο: ότι το ασφαλέστερο μέρος για τα αποθεματικά τους βρίσκεται στην αμερικανική χρηματοπιστωτική σφαίρα.
Δεν είναι ωστόσο από μόνη της απόδειξη ότι οι ΗΠΑ έπαψαν να θεωρούνται ασφαλές καταφύγιο.
Η Ολλανδία επικαλέστηκε ευθέως τη «γεωπολιτική αναταραχή» για την απόφασή της να μεταφέρει χρυσό εκτός Νέας Υόρκης. Αρκετές ακόμη χώρες έχουν προβεί σε ανάλογες κινήσεις. Είχε προηγηθεί η Γαλλία, η οποία πούλησε και αναδιάρθρωσε το τελευταίο μέρος του χρυσού που διατηρούσε εκεί, ενώ η Γερμανία είχε ήδη πραγματοποιήσει μεγάλες μεταφορές αποθεμάτων κατά την πρώτη προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ.
Παράλληλα, το κρατικό επενδυτικό ταμείο της Νορβηγίας έχει εξετάσει σχέδιο για μείωση των τοποθετήσεών του σε αμερικανικά κρατικά ομόλογα και για περιορισμό συνολικά του βάρους των κρατικών τίτλων στο χαρτοφυλάκιό του.
Η εικόνα, επομένως, δεν περιορίζεται στον χρυσό.
Το ζήτημα δεν είναι ο χρυσός – είναι ο έλεγχος
Η βασική ανησυχία δεν φαίνεται να αφορά τη φυσική ασφάλεια των θησαυροφυλακίων της Federal Reserve Bank of New York. Το ερώτημα είναι διαφορετικό: εάν σε μια περίοδο οξείας γεωπολιτικής έντασης μια χώρα μπορεί να είναι απολύτως βέβαιη ότι θα έχει απρόσκοπτη πρόσβαση στα περιουσιακά στοιχεία που φυλάσσει στο εξωτερικό.
Όπως το έθεσε ο Μαξ Μπέκερ της American Hartford Gold στο MarketWatch, πρόκειται περισσότερο για ζήτημα ελέγχου παρά γεωγραφίας. Οι κεντρικές τράπεζες θέλουν να γνωρίζουν ότι μπορούν να κινητοποιήσουν τον χρυσό τους όποτε το χρειαστούν.
Αυτό αποκτά ιδιαίτερο βάρος μετά το 2022, όταν το πάγωμα ρωσικών συναλλαγματικών αποθεμάτων υπενθύμισε σε πολλές κυβερνήσεις ότι τα αποθεματικά δεν είναι μόνο χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο. Είναι και γεωπολιτικό εργαλείο.
Η πολιτική Τραμπ ενισχύει την αβεβαιότητα
Σήμερα αυτή η συζήτηση γίνεται ακόμη πιο έντονη εξαιτίας της επιθετικής οικονομικής και εξωτερικής πολιτικής της Ουάσιγκτον.
Οι εμπορικοί δασμοί, οι απειλές προς συμμάχους, η σύγκρουση με το Ιράν, η ένταση με τον Καναδά και η ευρύτερη χρήση οικονομικής πίεσης ως μέσου εξωτερικής πολιτικής έχουν δημιουργήσει μεγαλύτερη αβεβαιότητα γύρω από τη συμπεριφορά των ΗΠΑ.
Ο Στίβεν Μπλιτζ, επικεφαλής οικονομολόγος ΗΠΑ στην GlobalData TS Lombard, έθεσε το ζήτημα ωμά: ακόμη και εάν το ενδεχόμενο να εμποδιστεί κάποτε η έξοδος ξένου χρυσού από τη Νέα Υόρκη φαίνεται σήμερα απίθανο, οι κεντρικές τράπεζες δεν είναι παράλογο να εξετάζουν ακόμη και πολύ χαμηλής πιθανότητας κινδύνους.
Αυτό δεν ισοδυναμεί με φυγή από τις ΗΠΑ. Ισοδυναμεί όμως με μικρότερη διάθεση να αφήνουν όλες τις εφεδρείες τους σε αμερικανικά χέρια.
Το μεγαλύτερο τεστ είναι στα κρατικά ομόλογα
Το πραγματικό βαρόμετρο για το εάν οι ΗΠΑ χάνουν το status του ασφαλούς καταφυγίου δεν είναι, πάντως, ο χρυσός. Είναι η αγορά αμερικανικών κρατικών ομολόγων.
Για δεκαετίες, τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα υπήρξαν το βασικό ασφαλές περιουσιακό στοιχείο για τις κεντρικές τράπεζες παγκοσμίως. Όμως η συμμετοχή των ξένων επενδυτών έχει ήδη μειωθεί αισθητά: από σχεδόν 56% της αγοράς μετά την κρίση του 2008, σε περίπου 31% πέρυσι.
Την ίδια στιγμή, το αμερικανικό δημόσιο χρέος έχει φτάσει τα 40 τρισ. δολάρια, ενώ η απόδοση του 10ετούς Treasury έχει ανέβει κοντά στο 4,8% και του 30ετούς πάνω από το 5,2%.
Εάν οι αποδόσεις συνεχίσουν να ανεβαίνουν επειδή οι επενδυτές απαιτούν μεγαλύτερο ασφάλιστρο κινδύνου για να χρηματοδοτήσουν την Ουάσιγκτον, τότε η συζήτηση θα αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη σημασία.
Ο χρυσός κερδίζει ακριβώς επειδή η εμπιστοσύνη γίνεται πιο ακριβή
Η στροφή προς τον χρυσό έχει ήδη ενισχυθεί εντυπωσιακά τα τελευταία χρόνια. Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η τιμή του πολύτιμου μετάλλου εκτινάχθηκε από περίπου 2.000 δολάρια την ουγκιά σε ιστορικό υψηλό κοντά στα 5.600 δολάρια τον Ιανουάριο, πριν υποχωρήσει αργότερα γύρω από τα 4.477 δολάρια.
Η εξέλιξη αυτή δεν σημαίνει ότι οι κεντρικές τράπεζες εγκαταλείπουν το δολάριο. Δείχνει όμως ότι επιθυμούν μεγαλύτερη διαφοροποίηση και περισσότερα περιουσιακά στοιχεία που δεν αποτελούν ταυτόχρονα υποχρέωση κάποιου άλλου κράτους.
Χάνουν λοιπόν οι ΗΠΑ το καθεστώς του ασφαλούς καταφυγίου; Όχι ακόμη. Παρά τις αμφιβολίες, δεν υπάρχει σήμερα άλλη αγορά κρατικών ομολόγων με το βάθος, τη ρευστότητα και τη δυνατότητα να απορροφήσει τεράστιους όγκους κεφαλαίων όπως η αμερικανική.
Τα αμερικανικά ομόλογα εξακολουθούν, όπως λένε χαρακτηριστικά αρκετοί επενδυτές, να είναι το «καλύτερο σπίτι σε μια κακή γειτονιά». Αυτό όμως απέχει πολύ από το να σημαίνει ότι τίποτα δεν αλλάζει.
Η ουσιαστική μεταβολή είναι ότι η εμπιστοσύνη προς τις ΗΠΑ παύει να είναι άνευ όρων. Οι κεντρικές τράπεζες δεν εγκαταλείπουν τη Νέα Υόρκη και τα αμερικανικά ομόλογα, αλλά αρχίζουν να θέτουν ένα ερώτημα που μέχρι πρόσφατα σχεδόν δεν υπήρχε: Χρειάζεται πράγματι να εξαρτώμαστε για τόσο μεγάλο μέρος της ασφάλειάς μας από την ίδια χώρα;