Η συνέχιση του πολέμου με το Ιράν και οι αντιφατικές δηλώσεις του προέδρου Τραμπ που ανεβοκατεβάζουν τις τιμές του πετρελαίου και τις μετοχές, οδηγούν την Αμερική στην ωρίμανση μιας νέας καχυποψίας.
Όπως γράφει σήμερα το Axios, οι στοιχηματικές πλατφόρμες μπαίνουν στο στόχαστρο σε μια εποχή όπου τα πάντα μετατρέπονται σε αγορά και κινδυνεύουν να γίνουν αντικείμενο κερδοσκοπίας ακόμη και η πολιτική, οι εκλογές, οι κυβερνητικές αποφάσεις, ακόμη και ο πόλεμος. Αυτή ακριβώς την ανησυχία αποτυπώνει το νέο νομοσχέδιο που προωθεί ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Τζεφ Μέρκλεϊ, με στόχο να απαγορευθεί η αγορά στοιχηματικών προβλέψεων που αφορούν πολιτικά γεγονότα, αθλητισμό, ειδησεογραφικά συμβάντα και στρατιωτικές κινήσεις. Το Axios αναφέρει ότι το σχέδιο νόμου, με τίτλο STOP Corrupt Bets Act, κατατίθεται στη Γερουσία, ενώ στη Βουλή προωθείται αντίστοιχη εκδοχή από τον βουλευτή Τζέιμι Ράσκιν, με τη στήριξη και της γερουσιαστή Ελίζαμπεθ Γουόρεν, δύο κορυφαία στελέχη των δημοκρατικών στις Ηνωμένες Πολιτείες, σύμφωνα με το topontiki.gr.
Το επιχείρημα των υποστηρικτών του νομοσχεδίου είναι απλό και πολιτικά πολύ βαρύ. Όταν επιτρέπεται σε κάποιον να ποντάρει χρήματα πάνω στο αν θα ληφθεί μια κυβερνητική απόφαση, αν θα κλιμακωθεί μια στρατιωτική επιχείρηση ή αν θα συμβεί ένα κρίσιμο γεωπολιτικό γεγονός, τότε η πρόσβαση στην πληροφορία αποκτά χρηματική αξία πριν ακόμη η πληροφορία γίνει δημόσια. Με άλλα λόγια, όποιος ξέρει νωρίτερα, μπορεί και να κερδίσει νωρίτερα. Και εκεί ακριβώς αρχίζει η υποψία για εσωτερική πληροφόρηση, διαρροές και διαφθορά. Ο ίδιος ο Μέρκλεϊ είχε ήδη κινηθεί στις αρχές Μαρτίου ζητώντας να απαγορευθεί σε ομοσπονδιακούς αιρετούς να κερδοσκοπούν μέσω τέτοιων αγορών, επικαλούμενος αναφορές για ύποπτα κέρδη λίγο πριν από αμερικανικές στρατιωτικές κινήσεις που συνδέονταν με το Ιράν και τη Βενεζουέλα.
Η πίεση αυτή δεν γεννήθηκε στο κενό. Τροφοδοτήθηκε από όσα αποκαλύφθηκαν μετά την έναρξη του πολέμου στον Κόλπο. Το Reuters έχει μεταδώσει ότι μετά τις επιθέσεις που συνδέθηκαν με το Ιράν, στοιχηματικές εταιρείες όπως η Polymarket και η Kalshi βρέθηκαν στο μικροσκόπιο, καθώς σε αγορές που αφορούσαν τον χρόνο στρατιωτικών χτυπημάτων και την τύχη της ιρανικής ηγεσίας είχαν τοποθετηθεί εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια. Σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, έξι λογαριασμοί φέρονται να αποκόμισαν περίπου 1,2 εκατ. δολάρια από ύποπτα -καλά χρονισμένα- στοιχήματα λίγο πριν από τις επιθέσεις. Είναι μια υπόθεση που στην Αμερική αγγίζει την εθνική ασφάλεια. Αν κάποιος μπορεί να βγάζει χρήματα επειδή γνωρίζει νωρίτερα μια στρατιωτική κίνηση, τότε το κράτος δεν έχει μόνο πρόβλημα διαρροής. Έχει πρόβλημα αξιοπιστίας.
Γι’ αυτό και το κλίμα στην αμερικανική πολιτική σκηνή έχει αρχίσει να σκληραίνει. Η συζήτηση δεν περιορίζεται πια σε ένα τεχνικό ζήτημα ρύθμισης της αγοράς. Πατάει σε έναν πολύ πιο ευαίσθητο φόβο: ότι η δημοκρατική διαδικασία και η κρατική λειτουργία μπορούν να μετατραπούν σε πεδίο ιδιωτικού πλουτισμού για όσους βρίσκονται κοντά στην εξουσία ή κοντά σε όσους ξέρουν. Και σε μια Αμερική ήδη τραυματισμένη από θεσμική δυσπιστία, αυτό ακούγεται σχεδόν τοξικό. Μάλιστα ότι ο Ραμ Εμάνουελ κορυφαίο στέλεχος στον Λευκό Οίκο επι δημοκρατικών και σύμβουλος του Μπιλ Κλίντον πρότεινε καθολική απαγόρευση συμμετοχής ομοσπονδιακών υπαλλήλων και των οικογενειών τους σε στοιχηματικές εταιρείες ακριβώς με το σκεπτικό ότι η εσωτερική πληροφόρηση δεν μπορεί να μετατρέπεται σε προσωπικό κέρδος.
Την ίδια ώρα, οι ίδιες οι πλατφόρμες μοιάζουν να έχουν καταλάβει ότι το έδαφος γίνεται όλο και πιο επικίνδυνο. Το Axios σημειώνει ότι οι εταιρείες του χώρου επιχειρούν ήδη να δείξουν πως παίρνουν μέτρα υπευθυνότητας μπροστά στην επερχόμενη πολιτική σύγκρουση. Αυτό από μόνο του λέει πολλά. Συνήθως, όταν μια αγορά σπεύδει να αποδείξει ότι «αυτορυθμίζεται», είναι επειδή έχει αντιληφθεί ότι η πολιτική εξουσία ετοιμάζεται να τη στριμώξει.
Εδώ, ωστόσο, υπάρχει και μια εμφανής αντίφαση. Ενώ μέρος του Κογκρέσου ζητεί πιο αυστηρή γραμμή, η αρμόδια ομοσπονδιακή ρυθμιστική αρχή, η CFTC, εκπέμπει σαφώς πιο φιλικά μηνύματα προς την καινοτομία. Ο πρόεδρός της, Μάικλ Σέλιγκ, ανακοίνωσε στις 24 Μαρτίου τη συγκρότηση ειδικής task force για την προώθηση «σαφών κανόνων του δρόμου» για καινοτόμα προϊόντα στις αγορές παραγώγων. Αυτό δείχνει ότι στην Ουάσιγκτον δεν υπάρχει ακόμη ενιαία γραμμή: Άλλοι βλέπουν ένα νέο χρηματοοικονομικό εργαλείο και άλλοι μια νέα πηγή θεσμικής σήψης.
Στην πραγματικότητα, η υπόθεση των στοιχηματικών εταιρειών δεν είναι απλώς μια μάχη για το αν κάτι είναι «στοίχημα» ή «χρηματοοικονομικό προϊόν». Είναι μια σύγκρουση για τα όρια του επιτρεπτού σε μια δημοκρατία. Διότι όταν ο πόλεμος, η νομοθέτηση ή η πολιτική απόφαση παύουν να είναι μόνο δημόσια γεγονότα και γίνονται και ευκαιρίες για real-time κερδοσκοπία, τότε η σχέση εξουσίας και αγοράς αποκτά ένα σκοτεινότερο περιεχόμενο. Και αυτό ακριβώς φοβάται σήμερα ένα μέρος της αμερικανικής πολιτικής τάξης. Οχι μόνο ότι κάποιοι θα κερδίσουν πολλά, αλλά ότι οι πολίτες θα πιστέψουν πως πίσω από κάθε μεγάλη απόφαση υπάρχει πια και κάποιος που πόνταρε σωστά επειδή ήξερε πριν από τους άλλους.