Σε μια από τις σφοδρότερες δημόσιες επιθέσεις του εναντίον του Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι έχει έρθει η ώρα η Ουκρανία να αποκτήσει νέο ηγέτη, κατηγορώντας τον Ουκρανό πρόεδρο ότι αδυνατεί να επιτύχει συμφωνία για τον τερματισμό του πολέμου με τη Ρωσία. Οι δηλώσεις του έρχονται σε μια εξαιρετικά κρίσιμη συγκυρία, καθώς η Ουάσιγκτον προχωρά σε ενεργειακή συνεννόηση με τη Μόσχα, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις στο Κίεβο και ανησυχία στην Ευρώπη.
«Να βρουν έναν ηγέτη που μπορεί να κάνει συμφωνία»
Μιλώντας το Σάββατο στον Λευκό Οίκο, ο Ντόναλντ Τραμπ αμφισβήτησε ανοιχτά την ικανότητα του Βολοντίμιρ Ζελένσκι να οδηγήσει τη χώρα του σε ειρηνευτική συμφωνία.
«Προτείνω να αποκτήσουν έναν νέο ηγέτη που μπορεί να κάνει συμφωνία», δήλωσε χαρακτηριστικά, υποστηρίζοντας ότι ο Ζελένσκι, για κάποιον λόγο, δεν καταφέρνει ποτέ να καταλήξει σε συμφωνία.
Ο Αμερικανός πρόεδρος επανέλαβε επίσης τον ισχυρισμό ότι η ρωσική εισβολή του Φεβρουαρίου 2022 δεν θα είχε πραγματοποιηθεί εάν ο ίδιος βρισκόταν τότε στην προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στις τεράστιες ανθρώπινες απώλειες και στις εδαφικές απώλειες της Ουκρανίας, χρησιμοποιώντας ιδιαίτερα υψηλούς αριθμούς θυμάτων, οι οποίοι δεν τεκμηριώθηκαν ανεξάρτητα στην τοποθέτησή του.
Η παρέμβαση αυτή αποτελεί σημαντική κλιμάκωση της αμερικανικής πίεσης προς το Κίεβο, καθώς πλέον ο Τραμπ δεν περιορίζεται στην κριτική για τη στρατιωτική και διαπραγματευτική στρατηγική του Ζελένσκι, αλλά θέτει ευθέως ζήτημα πολιτικής ηγεσίας.
Στο επίκεντρο το ρωσικό πετρέλαιο και οι τιμές του ντίζελ
Η νέα αντιπαράθεση συνδέεται άμεσα με τις ουκρανικές επιθέσεις εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων και ενεργειακών εγκαταστάσεων.
Ο Τραμπ κατηγόρησε τον Ζελένσκι ότι οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις επιβαρύνουν τη διεθνή αγορά καυσίμων, δημιουργώντας προβλήματα στους Αμερικανούς αγρότες και κτηνοτρόφους που εξαρτώνται από το ντίζελ.
Μάλιστα, απαίτησε από την ουκρανική ηγεσία να σταματήσει τις επιθέσεις σε εγκαταστάσεις παραγωγής καυσίμων.
Η τοποθέτησή του ακολούθησε την ανακοίνωση συμφωνίας με τη Ρωσία για τη διάθεση σημαντικών ποσοτήτων ρωσικού ντίζελ στις διεθνείς αγορές, με στόχο την αποκλιμάκωση των τιμών.
Η απόφαση συνιστά αξιοσημείωτη μεταβολή στην αμερικανική πολιτική κυρώσεων, καθώς η Ουάσιγκτον επιδιώκει να περιορίσει τις ενεργειακές επιπτώσεις της ευρύτερης κρίσης στη Μέση Ανατολή.
Ωστόσο, η ουκρανική πλευρά θεωρεί ότι η χαλάρωση των περιορισμών στα ρωσικά ενεργειακά προϊόντα μπορεί να προσφέρει στη Μόσχα πρόσθετους οικονομικούς πόρους για τη συνέχιση του πολέμου.
Οργή Ζελένσκι για τη συμφωνία Τραμπ – Πούτιν
Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι εξέφρασε την έντονη δυσαρέσκειά του για την αμερικανική απόφαση, χαρακτηρίζοντάς την, σε συνέντευξή του στο Axios, άδικη και ανέντιμη.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η συμφωνία ανακοινώθηκε ενώ Αμερικανοί και Ουκρανοί αξιωματούχοι συμμετείχαν σε διαπραγματεύσεις στο Μαϊάμι, με αντικείμενο την αναζήτηση διπλωματικής διεξόδου από τον πόλεμο.
Ο Ουκρανός πρόεδρος υποστήριξε ότι θα μπορούσε να εξετάσει μια περιορισμένη χαλάρωση των ενεργειακών κυρώσεων εάν αυτή συνδεόταν με αμοιβαία συμφωνία διακοπής των επιθέσεων εναντίον ενεργειακών υποδομών κατά τη διάρκεια του χειμώνα.
Παρά τη δυσαρέσκειά του, πάντως, δεν αμφισβήτησε πλήρως τον διαμεσολαβητικό ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η εξέλιξη αποκαλύπτει το βαθύ χάσμα μεταξύ των δύο κυβερνήσεων: η Ουάσιγκτον δίνει προτεραιότητα στη συγκράτηση των ενεργειακών τιμών και στην επίτευξη συμφωνίας, ενώ το Κίεβο ζητά αυστηρότερη οικονομική πίεση προς τη Μόσχα.
Απειλές ακόμη και για διακοπή της ανταλλαγής πληροφοριών
Ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία προκαλούν οι πληροφορίες των Financial Times, σύμφωνα με τις οποίες Αμερικανοί αξιωματούχοι προειδοποίησαν την ουκρανική αντιπροσωπεία ότι ενδέχεται να περιοριστεί η ανταλλαγή κρίσιμων πληροφοριών εάν συνεχιστούν τα πλήγματα κατά ρωσικών διυλιστηρίων.
Κατά το δημοσίευμα, οι απεσταλμένοι του Τραμπ, Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ, έθεσαν το ζήτημα στις συνομιλίες του Μαϊάμι.
Εάν μια τέτοια προειδοποίηση υλοποιηθεί, θα μπορούσε να επηρεάσει ουσιαστικά τις αμυντικές δυνατότητες της Ουκρανίας, η οποία εξακολουθεί να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τη δυτική υποστήριξη.
Προς το παρόν, πάντως, πρόκειται για πληροφορίες σχετικά με πιθανή αμερικανική κίνηση και όχι για επιβεβαιωμένη διακοπή της συνεργασίας.
Ρωσικά πλήγματα με δεκάδες θύματα
Την ίδια ώρα, η κατάσταση στο ουκρανικό μέτωπο παραμένει δραματική.
Σύμφωνα με το Reuters, τουλάχιστον 20 άνθρωποι, ανάμεσά τους τρία παιδιά, σκοτώθηκαν σε ρωσική επίθεση στη Ζαπορίζια, ενώ δεκάδες ακόμη άμαχοι έχουν χάσει τη ζωή τους σε άλλους βομβαρδισμούς τις τελευταίες ημέρες.
Ο Ζελένσκι συνέδεσε πολιτικά τη νέα κλιμάκωση των ρωσικών επιθέσεων με τη χαλάρωση της αμερικανικής πίεσης προς τη Μόσχα, υποστηρίζοντας ότι το Κρεμλίνο ερμηνεύει τέτοιες κινήσεις ως ένδειξη αδυναμίας.
Παράλληλα, οι συνεχιζόμενες επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές εντείνουν τους φόβους για έναν ιδιαίτερα δύσκολο χειμώνα στην Ουκρανία.
Το πολιτικό μέλλον του Ζελένσκι και η επόμενη ημέρα
Η δημόσια αμφισβήτηση του Ουκρανού προέδρου από τον Τραμπ επαναφέρει αναπόφευκτα τη συζήτηση για τη διεξαγωγή προεδρικών εκλογών.
Οι προγραμματισμένες εκλογές του 2024 δεν πραγματοποιήθηκαν λόγω του στρατιωτικού νόμου, ο οποίος επιβλήθηκε μετά τη ρωσική εισβολή και απαγορεύει τη διεξαγωγή προεδρικών εκλογών όσο παραμένει σε ισχύ.
Επομένως, η απαίτηση για αλλαγή ηγεσίας δεν μπορεί να υλοποιηθεί με μια απλή πολιτική απόφαση.
Το σημαντικότερο ερώτημα, ωστόσο, είναι κατά πόσο η αμερικανική κυβέρνηση θεωρεί πλέον τον Ζελένσκι εμπόδιο στην επιδιωκόμενη ειρηνευτική συμφωνία.
Η πρωτοφανής επίθεση Τραμπ σηματοδοτεί μια ιδιαίτερα επικίνδυνη φάση στις αμερικανοουκρανικές σχέσεις, με την ενεργειακή πολιτική, τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και τις διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου να συνδέονται πλέον άμεσα.
Για την Ευρώπη, οι εξελίξεις δημιουργούν πρόσθετη αβεβαιότητα, καθώς ενισχύεται ο προβληματισμός για το κατά πόσο οι αμερικανικές και ευρωπαϊκές προτεραιότητες παραμένουν ευθυγραμμισμένες απέναντι στη Ρωσία.
Το επόμενο διάστημα θα δείξει εάν η πίεση του Τραμπ θα οδηγήσει σε νέα διπλωματική κινητικότητα ή σε ακόμη βαθύτερη ρήξη μεταξύ Ουάσιγκτον και Κιέβου.