Κόσμος

Η Ευρώπη βυθίζεται στα χρέη και προετοιμάζει τους λαούς για πόλεμο!

Google Logo Προσθέστε το pentapostagma.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google.

Κάθε αυτοκρατορία ακολουθεί, λίγο έως πολύ, την ίδια πορεία προς την παρακμή: αρχικά η κατάρρευση εξελίσσεται αργά, στη συνέχεια επιταχύνεται απότομα και, σχεδόν πάντα, εκτυλίσσεται ενώ οι θεσμοί της εξακολουθούν να διαβεβαιώνουν ότι όλα βρίσκονται υπό έλεγχο.

Οι γερουσιαστές της Ρώμης συνέχιζαν να συζητούν διαδικαστικά ζητήματα, την ώρα που οι σιταποθήκες άδειαζαν. Η βρετανική αριστοκρατία εξακολουθούσε να διοργανώνει επίσημα δείπνα, ενώ η Βρετανική Αυτοκρατορία έχανε σταδιακά τον έλεγχο των αποικιών της. Και σήμερα, σύμφωνα με την Κέλι Κάρο, οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρώπης εξακολουθούν να εκδίδουν ανακοινώσεις περί «ανθεκτικότητας» και «στρατηγικής αυτονομίας», την ώρα που οι οικονομίες στις οποίες στηρίζεται ολόκληρο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα αντιμετωπίζουν ολοένα εντονότερες πιέσεις, όπως γράφει η Κέλι Κάρο για το /uncutnews.

Οι αριθμοί, όπως υποστηρίζει η αρθρογράφος, είναι αποκαλυπτικοί. Το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους ανταγωνίζεται πλέον τις αμυντικές δαπάνες και τις δαπάνες για την υγειονομική περίθαλψη, διεκδικώντας κάθε διαθέσιμο ευρώ και κάθε λίρα. Παράλληλα, το ενεργειακό κόστος έχει καταστήσει ολόκληρους βιομηχανικούς κλάδους λιγότερο ανταγωνιστικούς σε σύγκριση με εκείνους της Ασίας και της Βόρειας Αμερικής, ακόμη και πριν από τη νέα αναταραχή που πλήττει τον ενεργειακό τομέα, από τη Ρωσία έως τη Μέση Ανατολή.

Την ίδια στιγμή, οι δημογραφικές εξελίξεις συρρικνώνουν τη φορολογική βάση, ενώ οι κρατικές υποχρεώσεις συνεχίζουν να αυξάνονται. Η πολιτική ηγεσία, σύμφωνα με την Κάρο, απαντά και στα τρία αυτά προβλήματα με περισσότερο δανεισμό, περισσότερες ρυθμίσεις και την επιμονή ότι πρόκειται κυρίως για πρόβλημα επικοινωνίας.

Η αρθρογράφος αναφέρει ότι έχει ασχοληθεί εκτενώς με τη μετακίνηση κεφαλαίων από τη Δύση προς την Ανατολή, καθώς και με τη σπειροειδή αύξηση του δημόσιου χρέους στις ΗΠΑ, την Ιαπωνία, τη Γερμανία και τη Γαλλία. Κατά την εκτίμησή της, η Ευρώπη βρίσκεται ήδη πιο βαθιά σε αυτή την πορεία από τις περισσότερες άλλες οικονομίες, ενώ η Μεγάλη Βρετανία προχωρά το συγκεκριμένο πείραμα ακόμη πιο μακριά και με ταχύτερους ρυθμούς.

Όπως υποστηρίζει, το μεγαλύτερο μέρος της Δυτικής Ευρώπης αντιμετωπίζει διαρθρωτικά ελλείμματα που δεν μπορούν να διορθωθούν με απλές πολιτικές παρεμβάσεις. Μάλιστα, συνδέει αυτή την κατάσταση με την αυξανόμενη στροφή προς τις πολεμικές προετοιμασίες.

Η Γαλλία δεν έχει καταφέρει να παρουσιάσει ισοσκελισμένο προϋπολογισμό εδώ και μισό αιώνα και τώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με έντονες διαφωνίες γύρω από τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος, η οποία έχει τη δυνατότητα να προκαλέσει νέες μαζικές διαμαρτυρίες. Η Ιταλία έχει δημόσιο χρέος που υπερβαίνει το 130% του ΑΕΠ της, ενώ η δημογραφική της σύνθεση προμηνύει περαιτέρω επιδείνωση του δείκτη. Η Γερμανία, η οποία θεωρούνταν επί δεκαετίες υπόδειγμα δημοσιονομικής πειθαρχίας, έχει ουσιαστικά αποδυναμώσει το περίφημο «φρένο χρέους», προκειμένου να χρηματοδοτήσει τον επανεξοπλισμό και τις βιομηχανικές επιδοτήσεις που, υπό διαφορετικές συνθήκες, δύσκολα θα μπορούσε να αντέξει οικονομικά.

Η Κάρο εκτιμά ότι η Ευρώπη βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με τις συνέπειες αυτών των επιλογών. Επισημαίνει ότι οι πιέσεις αποτυπώνονται στο ασφάλιστρο κινδύνου των μακροπρόθεσμων γερμανικών κρατικών ομολόγων και των βρετανικών κρατικών τίτλων, στη διεύρυνση των διαφορών αποδόσεων μεταξύ των ομολόγων των ισχυρότερων οικονομιών και εκείνων της περιφέρειας, καθώς και στην αυξανόμενη απροθυμία ξένων κεντρικών τραπεζών να διακρατούν τέτοιους τίτλους.

Όταν μια κεντρική τράπεζα μετατρέπεται στον βασικό αγοραστή του κρατικού χρέους, το πρόβλημα, σύμφωνα με την αρθρογράφο, δεν λύνεται. Απλώς μεταφέρεται στον δικό της ισολογισμό, δημιουργώντας την ανάγκη έκδοσης νέου χρήματος για την κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού.

Από εκείνο το σημείο και μετά, υποστηρίζει, ακολουθεί η οικονομική καταστολή, όπως έχει συμβεί ιστορικά σε υπερχρεωμένα κράτη. Οι πραγματικές αποδόσεις των ομολόγων ωθούνται κάτω από το μηδέν, ενώ οι εγχώριοι θεσμικοί επενδυτές, όπως τα συνταξιοδοτικά ταμεία, οι ασφαλιστικές εταιρείες και οι τράπεζες, οδηγούνται μέσω κανονιστικών απαιτήσεων στη διακράτηση κρατικού χρέους, ακόμη και όταν οι αποδόσεις του είναι χαμηλές. Παράλληλα, οι κρατικές υποχρεώσεις απομειώνονται σταδιακά μέσω του πληθωρισμού, ενώ στους πολίτες παρουσιάζεται αυτή η νομισματική πραγματικότητα ως ένδειξη ευημερίας.

Η Γερμανία αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση.

Για περίπου 70 χρόνια, η γερμανική εξαγωγική μηχανή διασφάλιζε ότι το ευρωπαϊκό εγχείρημα διατηρούσε, τουλάχιστον σε έναν βαθμό, τη δημοσιονομική του ισορροπία. Το φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο, η ισχυρή κινεζική ζήτηση και ένα νόμισμα που, στο πλαίσιο της Ευρωζώνης, ήταν ασθενέστερο από εκείνο που θα αντιστοιχούσε στην οικονομική ισχύ της Γερμανίας, επέτρεπαν στους Γερμανούς κατασκευαστές να δημιουργούν μεγάλα πλεονάσματα. Με αυτά τα πλεονάσματα, σύμφωνα με την ανάλυση της Κάρο, χρηματοδοτούνταν σε σημαντικό βαθμό τα ελλείμματα άλλων ευρωπαϊκών οικονομιών.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Και οι τρεις πυλώνες αυτής της σταθερότητας έχουν πλέον κλονιστεί. Το ενεργειακό κόστος είναι πολλαπλάσιο σε σχέση με εκείνο που αντιμετωπίζουν οι Αμερικανοί και οι ανταγωνιστές από τις χώρες του Κόλπου. Παράλληλα, η Κίνα έχει αναβαθμίσει σημαντικά τη θέση της στην παγκόσμια παραγωγική αλυσίδα και πλέον ανταγωνίζεται άμεσα τη Γερμανία στις αγορές αυτοκινήτων, εργαλειομηχανών και χημικών προϊόντων, αντί να αποτελεί απλώς έναν μεγάλο αγοραστή γερμανικών προϊόντων.

Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνεται, όπως σημειώνει η αρθρογράφος, στα κλεισίματα και τις μετακινήσεις επιχειρήσεων. Χημικά εργοστάσια διακόπτουν τη λειτουργία τους ή μεταφέρουν την παραγωγή τους στο εξωτερικό, οι αυτοκινητοβιομηχανίες περιορίζουν βάρδιες και μεταφέρουν παραγωγική δυναμικότητα στις ΗΠΑ και την Κίνα, ενώ ενεργοβόρες βιομηχανίες εγκαταλείπουν οριστικά την Ευρώπη, αντί να περιμένουν τη δημιουργία ενός φθηνότερου και αποδοτικότερου ηλεκτρικού δικτύου.

Κατά την Κάρο, η Ευρώπη υπονόμευσε την ανταγωνιστικότητά της όταν αποφάσισε να κλείσει αξιόπιστες μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας βασικού φορτίου ταχύτερα από όσο μπορούσαν να κατασκευαστούν οι αντικαταστάτες τους. Και όταν τα κεφάλαια, οι αλυσίδες εφοδιασμού και το εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό εγκαταλείψουν μια χώρα, δύσκολα επιστρέφουν μέσα σε έναν τετραετή πολιτικό κύκλο.

Μια Γερμανία χωρίς το βιομηχανικό της πλεόνασμα, καταλήγει η αρθρογράφος, κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια πολύ μεγαλύτερη εκδοχή του δημοσιονομικού προβλήματος που ήδη αντιμετωπίζει η υπόλοιπη Ευρωζώνη.

Στη συνέχεια, η Κάρο στρέφει την προσοχή της στις δημογραφικές υποχρεώσεις που, όπως επισημαίνει, δεν μπορούν να εξαφανιστούν με μια πολιτική απόφαση. Κάθε ευρωπαϊκό κράτος πρόνοιας οικοδομήθηκε πάνω σε μια πληθυσμιακή πυραμίδα η οποία σήμερα δεν υφίσταται πλέον.

Για μία ολόκληρη γενιά, το ποσοστό γεννήσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σημαντικά κάτω από το επίπεδο αναπλήρωσης του πληθυσμού, το οποίο υπολογίζεται περίπου στα 2,1 παιδιά ανά γυναίκα. Στις περισσότερες χώρες του ευρωπαϊκού πυρήνα κινείται κοντά στο 1,4 έως 1,5, ενώ σε ορισμένες περιοχές της Νότιας και Ανατολικής Ευρώπης είναι ακόμη χαμηλότερο.

Οι συνέπειες είναι ήδη εμφανείς: λιγότεροι εργαζόμενοι καλούνται να στηρίξουν περισσότερους συνταξιούχους, ενώ τα κράτη αυξάνουν σταδιακά τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης και τη φορολογία. Κατά την αρθρογράφο, όμως, οι αυξήσεις στην ηλικία συνταξιοδότησης είναι υπερβολικά μικρές για να αντιμετωπίσουν ουσιαστικά το πρόβλημα, ενώ οι φορολογικές επιβαρύνσεις γίνονται ολοένα δυσκολότερα ανεκτές από τους πολίτες.

Η μετανάστευση αποτέλεσε την πολιτική απάντηση σε αυτή τη δημογραφική πίεση. Αντιστάθμισε εν μέρει τη μείωση του εργατικού δυναμικού, αλλά, σύμφωνα με την Κάρο, δημιούργησε ένα δεύτερο, πιο σύνθετο πρόβλημα. Η μεγάλης κλίμακας μετανάστευση, σε συνδυασμό με τις δυσκολίες κοινωνικής και οικονομικής ενσωμάτωσης, έχει εξελιχθεί σε ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά ρήγματα της ευρωπαϊκής ηπείρου, ιδιαίτερα στην Ολλανδία, τη Γερμανία και τη Γαλλία.

Ένα κράτος πρόνοιας που σχεδιάστηκε για έναν πληθυσμό με υψηλή συμμετοχή στην αγορά εργασίας δεν μπορεί να διατηρηθεί με διαφορετική δημογραφική σύνθεση χωρίς σημαντικά υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης ή αισθητά χαμηλότερες κατά κεφαλήν παροχές. Η Ευρώπη, σύμφωνα με την αρθρογράφο, δεν έχει πετύχει τίποτα από τα δύο. Έτσι, το χρηματοδοτικό κενό καλύπτεται με ακόμη περισσότερο δανεισμό.

Εάν σε αυτό προστεθούν τα συνταξιοδοτικά συστήματα διανεμητικού χαρακτήρα, στα οποία οι σημερινές εισφορές χρηματοδοτούν τις σημερινές συντάξεις, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο δύσκολη. Η Κάρο περιγράφει μια ήπειρο που έχει αναλάβει οικονομικές υποχρεώσεις για τις οποίες δεν διαθέτει πλέον επαρκείς πόρους, ενώ δυσκολεύεται ολοένα περισσότερο να δημιουργήσει τον πλούτο που απαιτείται για την κάλυψή τους.

Και κάπου εδώ μπαίνει στο κάδρο η Μεγάλη Βρετανία.

Εάν η υπόλοιπη Ευρώπη αντιμετωπίζει μια αργή οικονομική αποδυνάμωση, το Ηνωμένο Βασίλειο, κατά την Κάρο, μοιάζει να δοκιμάζει πόσο γρήγορα μπορεί να επιδεινωθεί η κατάσταση. Όλα τα προβλήματα που περιγράφηκαν προηγουμένως —ο γηράσκων πληθυσμός, η συρρικνούμενη βιομηχανική βάση και οι από τις υψηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στον ανεπτυγμένο κόσμο— συνδυάζονται με μια σειρά πρόσθετων προβλημάτων που, όπως υποστηρίζει, οφείλονται σε λανθασμένες πολιτικές επιλογές.

Εδώ και χρόνια, οι αποδόσεις των βρετανικών κρατικών ομολόγων στέλνουν στην πολιτική ηγεσία ένα μήνυμα που εκείνη δεν επιθυμεί να ακούσει: οι αγορές δεν αντιμετωπίζουν πλέον τη Βρετανία με την ίδια εμπιστοσύνη και επιείκεια όπως στο παρελθόν.

Το δημόσιο χρέος της χώρας έχει ξεπεράσει το 100% του ΑΕΠ για πρώτη φορά από τις αρχές της δεκαετίας του 1960. Αυτή τη φορά, όμως, δεν υπάρχει η μεταπολεμική οικονομική άνθηση που θα μπορούσε να συμβάλει στην ταχεία αποκλιμάκωσή του. Η Τράπεζα της Αγγλίας προσπαθεί να περιορίσει τον πληθωρισμό, ενώ ταυτόχρονα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα αυξανόμενο κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους, το οποίο επιβαρύνεται κάθε φορά που αυξάνονται τα επιτόκια.

Η Βόρεια Θάλασσα, που κάποτε αποτελούσε σημαντικό δημοσιονομικό πλεονέκτημα για τη Βρετανία, έχει μετατραπεί σε μια ώριμη και συρρικνούμενη περιοχή εξόρυξης, η οποία επιβαρύνεται επιπλέον από την υψηλή φορολογία. Η αποβιομηχάνιση προχωρά με παρόμοιο τρόπο όπως στη Γερμανία, αλλά η μικρότερη και λιγότερο διαφοροποιημένη βρετανική οικονομία διαθέτει περιορισμένες δυνατότητες απορρόφησης των κραδασμών.

Παράλληλα, το Εθνικό Σύστημα Υγείας (NHS) απορροφά ολοένα μεγαλύτερο μέρος ενός ήδη πιεσμένου προϋπολογισμού, χωρίς, σύμφωνα με την αρθρογράφο, να προσφέρει αντίστοιχη βελτίωση των υπηρεσιών για κάθε επιπλέον λίρα που δαπανάται. Η καθαρή μετανάστευση βρίσκεται σε επίπεδα που, πριν από δύο δεκαετίες, θα προκαλούσαν πολιτικό σεισμό, ενώ σήμερα, όπως παρατηρεί, η δημόσια συζήτηση γύρω από το ζήτημα εξαντλείται συχνά μέσα σε έναν κύκλο ειδήσεων.

Επιπλέον, η αύξηση του συνολικού πληθυσμού, όταν συνοδεύεται από στασιμότητα της κατά κεφαλήν παραγωγικότητας, μπορεί να εμφανίζεται ως οικονομική ανάπτυξη στους επίσημους τίτλους, χωρίς όμως να αντανακλά την πραγματική οικονομική κατάσταση που βιώνουν οι πολίτες.

Η λίρα, ένα από τα τελευταία σημαντικά πλεονεκτήματα που εξακολουθεί να διαθέτει η Βρετανία ως διεθνές αποθεματικό νόμισμα, έχει δεχθεί σοβαρές πιέσεις. Μια νομισματική κρίση σε μια χώρα της G7 θα έπρεπε να θεωρείται αδιανόητη. Ωστόσο, η κρίση στην αγορά κρατικών ομολόγων του 2022 θα έπρεπε, κατά την Κάρο, να έχει καταρρίψει οριστικά αυτή την πεποίθηση. Όπως υποστηρίζει, εκείνη η κρίση αποτέλεσε απλώς μια πρώτη γεύση όσων ενδέχεται να ακολουθήσουν.

Στη συνέχεια, η αρθρογράφος ζητά να εξεταστούν μαζί δύο ειδήσεις που, όπως επισημαίνει, δημοσιεύθηκαν στον ίδιο ειδησεογραφικό κύκλο και αποκτούν ιδιαίτερη σημασία όταν αξιολογηθούν συνδυαστικά.

Πρώτον, ο Βρετανός Αρχηγός του Επιτελείου Άμυνας, Ρίτσαρντ Νάιτον, δήλωσε δημόσια ότι η Ρωσία αποτελεί απειλή για τη Μεγάλη Βρετανία και ότι «οι γιοι και οι κόρες μας πρέπει να είναι έτοιμοι να πολεμήσουν». Παράλληλα, ανέφερε ότι ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος από οποιαδήποτε άλλη στιγμή της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας.

Δεύτερον, λίγες ώρες αργότερα, δημοσιεύθηκαν σχεδόν πανομοιότυπα ρεπορτάζ στις εφημερίδες Express, Daily Star, Mirror και Yorkshire Live, σχετικά με τις συνέπειες που θα αντιμετώπιζαν οι Βρετανοί σε περίπτωση άρνησης επιστράτευσης. Τα δημοσιεύματα έκαναν λόγο για «βαριές» ποινές και στηρίζονταν σε προειδοποίηση πρώην διοικητή του ΝΑΤΟ, σύμφωνα με την οποία η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να κλιμακωθεί σε παγκόσμιο πόλεμο.

Η Κάρο επισημαίνει ότι αρκετά ειδησεογραφικά μέσα δημοσίευσαν την ίδια ημέρα την ίδια ιστορία, με παρόμοια οπτική και σχεδόν πανομοιότυπη ορολογία, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη λέξη «βαρύ». Και αντιμετωπίζει αυτή τη σύμπτωση με εμφανή ειρωνεία, αφήνοντας να εννοηθεί ότι δεν πρόκειται απλώς για μια συνηθισμένη δημοσιογραφική συγκυρία.

Κατά την ερμηνεία της, αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί ο συντονισμός της δημόσιας επικοινωνίας όταν ένα κράτος επιδιώκει να προετοιμάσει ψυχολογικά τον πληθυσμό για μια εξέλιξη την οποία δεν έχει κληθεί να εγκρίνει πολιτικά.

Ένας αξιόπιστος κρατικός αξιωματούχος ενισχύει την αντίληψη περί αυξημένης απειλής. Στη συνέχεια, μέσα ενημέρωσης αναδεικνύουν τις πιθανές κυρώσεις για όσους αρνηθούν να υπηρετήσουν, ακόμη και πριν υπάρξει αντίστοιχη επίσημη πολιτική απόφαση. Με αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με την Κάρο, η κοινή γνώμη εξοικειώνεται σταδιακά με την ιδέα της επιστράτευσης: αρχικά ως ένα ενδεχόμενο που μπορεί να συζητηθεί, στη συνέχεια ως μια πιθανότητα που θεωρείται εύλογη και, τελικά, ως κάτι σχεδόν αναμενόμενο, χωρίς να έχει προηγηθεί σχετική πολιτική έγκριση.

Οι αγρότες προετοιμάζουν το έδαφος.

Η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία, υποστηρίζει η αρθρογράφος, αποτελεί το λογικό επόμενο βήμα για ένα κράτος που έχει εξαντλήσει τα ευκολότερα μέσα διαχείρισης των προβλημάτων του.

Όπως εξηγεί, η Βρετανία και οι ευρωπαϊκές χώρες αδυνατούν πλέον να χρηματοδοτήσουν τις υποσχέσεις τους μέσω της οικονομικής ανάπτυξης ή της περαιτέρω φορολόγησης των πολιτών. Καταφεύγουν, επομένως, στην οικονομική καταστολή, προκειμένου να καλύψουν τα δημοσιονομικά τους κενά, μεταφέροντας το κόστος στους αποταμιευτές και στους κατόχους κεφαλαίου.

Η υποχρεωτική στράτευση, κατά την Κάρο, ακολουθεί την ίδια λογική, αλλά εφαρμόζεται στην εργασία και στον ανθρώπινο χρόνο. Όταν ένα κράτος δεν μπορεί να εξασφαλίσει όσα χρειάζεται προσφέροντας την αμοιβή που απαιτεί η κοινωνία, καταφεύγει στον εξαναγκασμό των πολιτών.

Ιστορικά, η νομισματική καταστολή και η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία εμφανίζονται συχνά μαζί, επειδή, σύμφωνα με την αρθρογράφο, έχουν κοινή αφετηρία: ένα κράτος του οποίου τα συνηθισμένα μέσα χρηματοδότησης και εξασφάλισης των αναγκαίων πόρων έχουν πλέον εξαντληθεί.

Ακολουθήστε το Πενταπόσταγμα στο Google news Google News

ΔΗΜΟΦΙΛΗ