Με το σύνθημα «Μαρικάρμεν παρούσα, τώρα και για πάντα», χιλιάδες διαδηλωτές βγήκαν στους δρόμους της Ισπανίας μετά τον θάνατο της 87χρονης Μαρικάρμεν, που έγινε σύμβολο του αγώνα κατά των εξώσεων.
Η 87χρονη πέθανε στο νοσοκομείο, μία βδομάδα μετά τη βίαιη απομάκρυνση από το σπίτι που πέρασε επτά ολόκληρες δεκαετίας και αγωνιζόταν να κρατήσει από επενδυτική εταιρεία. Τόσο τα κόμματα της αντιπολίτευσης, όσο και συνδικαλιστικές οργανώσεις αποκαλούν τον θάνατό της «δολοφονία», μετά τις μαζικές διαμαρτυρίες που ξέσπασαν σε κάθε πόλη της Ισπανίας, πυροδοτώντας την παραίτηση της κυβέρνησης Σάντσεθ και την κήρυξη πρόωρων εκλογών στις 29 Νοεμβρίου.
Στη Μαδρίτη, η συγκέντρωση εξελίχθηκε σε αυθόρμητη πορεία προς το ισπανικό Κοινοβούλιο. Οι διαδηλωτές κινήθηκαν στους δρόμους του κέντρου της Μαδρίτης κρατώντας πανό και φωνάζοντας συνθήματα, ενώ στην οδό Cedaceros κάθισαν στο οδόστρωμα και άναψαν κεριά στη μνήμη της 87χρονης.
Δολοφονήθηκε από τους «γύπες των ταμείων»
«Δεν είναι θάνατος, είναι δολοφονία», έγραψε στον λογαριασμό της στο Twitter η Ιρένε Μοντέρο , υποψήφια στις προκριματικές εκλογές των Podemos για την πρωθυπουργία.
Η Γενική Γραμματέας των Podemos, Ιόνε Μπελάρα, δήλωσε ότι «η Μαρικάρμεν δεν πέθανε. Δολοφονήθηκε από τους γύπες που ήθελαν να πάρουν το σπίτι της, από το δικαστικό σύστημα και από τις διοικήσεις που το επέτρεψαν». «Είθε η μνήμη της να χρησιμεύσει για να καταρρεύσει επιτέλους η αγορά κατοικίας σε αυτή τη χώρα», πρόσθεσε.
Σε επίσημη ανακοίνωση, το ακροδεξιό κόμμα Vox δήλωσε: «Σκότωσαν την Maricarmen». «Χωρίς κανέναν ενδοιασμό, χρησιμοποίησαν τα βάσανα μίας ηλικιωμένης για να εξαπολύσουν εκστρατεία απόκρυψης της ευθύνης της κυβέρνησης για την καταστροφή των κατοικιών. Την ευθύνη του Πέδρο Σάντσεθ, όπως είπε η Maricarmen. Ας γίνει γνωστό ποιος έφερε την καταστροφή και τον θάνατο (με τη διακοπή ρεύματος, με την καταιγίδα DANA, στην Adamuz, στη Θέουτα) στην Ισπανία», υποστήριξε το κόμμα του Σαντιάγο Αμπασκάλ.
«Η Μαρικάρμεν δολοφονήθηκε από το Δικαστήριο της Μαδρίτης και το Ανώτατο Δικαστήριο, τα οποία αποφάνθηκαν υπέρ της Urbagestíón (σ.σ. επενδυτική εταιρεία). Η Μαρικάρμεν δολοφονήθηκε από τους καπιταλιστές και τη «δημοκρατία» τους, κόρη της δικτατορίας του εγκληματία Φράνκο», ανέφερε το κομμουνιστικό εργατικό κόμμα της Ισπανίας PCOE.
Από την πλευρά του, ο πρωθυπουργός εξέφρασε τα θερμά του συλλυπητήρια «στην οικογένεια και τους αγαπημένους» της ηλικιωμένης γυναίκας. Ο Πέδρο Σάντσες πρόσθεσε: «Μια αγκαλιά και σε όλους εμάς που σήμερα νιώθουμε αυτή την απώλεια ως δική μας».
Ο δικαστικός αγώνας
Όπως γράφει η El Pais, πριν από έξι χρόνια, μια επενδυτική εταιρεία είχε αγοράσει το ακίνητό της σε πολύ μειωμένη τιμή ακριβώς επειδή το κατοικούσε η Μαρικάρμεν Αμπασκάλ. Ζώντας με μηνιαία σύνταξη 1.400 ευρώ, δεν είχε σταματήσει ποτέ να πληρώνει το ενοίκιό της στο πλαίσιο του παλαιού συστήματος ελέγχου ενοικίων της Ισπανίας, ούτε είχε καθυστερήσει την πληρωμή των λογαριασμών κοινής ωφέλειας, οι οποίοι συνολικά ανέρχονταν σε περίπου 500 ευρώ το μήνα.
Το τελευταίο διάστημα, το ενοίκιό της αυξήθηκε από 500 ευρώ σε 2.650 ευρώ. Το 2020, οι ιδιοκτήτες την ενημέρωσαν ότι θα έπρεπε να φύγει, υποστηρίζοντας ότι η μίσθωση είχε ήδη μεταβιβαστεί δύο φορές: πρώτα στη μητέρα της, η οποία δεν είχε καταχωριστεί επίσημα ως μισθώτρια σύμφωνα με νόμο της εποχής του Φράνκο, και αργότερα στην ίδια την Αμπασκάλ.
Από εκείνη τη στιγμή και μετά, προσπάθησαν να την εκδιώξουν σε τέσσερις διαφορετικές περιπτώσεις. Σύμφωνα με τους υποστηρικτές της, οι ιδιοκτήτες απέρριψαν κάθε πρόταση που υποβλήθηκε για να μπορέσει να διατηρήσει το σπίτι της.
Στη δήλωση, που υπογράφηκε από κοινού από την Ένωση Ενοικιαστών, την οικογένεια της Αμπασκάλ και τον δικηγόρο της, σημείωσαν ότι είχε νοσηλευτεί από τη στιγμή της έξωσης. «Παρόλο που επιτεύχθηκε μια ιστορική συμφωνία που θα της επέτρεπε να επιστρέψει στο σπίτι της, η λύση αυτή ήρθε πολύ αργά», ανέφεραν.
Στη δήλωση υποστηρίζεται ότι τα γεγονότα που ακολούθησαν την έξωσή της - συμπεριλαμβανομένων των μαζικών διαδηλώσεων, των καταυλισμών διαμαρτυρίας σε δημόσιες πλατείες, των πρόωρων εκλογών και της έκκλησης για γενική απεργία - σηματοδότησαν «ένα πριν και ένα μετά στην ιστορία αυτής της χώρας». Ταυτόχρονα, προειδοποίησαν ότι «το κόστος για να φτάσουμε μέχρι εδώ ήταν πάρα πολύ υψηλό».
Καταλήγουν με το μήνυμα που η Αμπασκάλ τους ζήτησε επανειλημμένα να μεταδώσουν: «Συνεχίστε να αγωνίζεστε. Συνεχίστε να αγωνίζεστε για ό,τι σας ανήκει».
«Με έχει επηρεάσει σε όλα»
Χάρη στην πίεση της κοινής γνώμης, η Ισπανία παραλίγο να γίνει μάρτυρας ενός άνευ προηγουμένου αποτελέσματος: μιας εκδιωγμένης ενοικιάστριας που επέστρεφε στο σπίτι της, αφού οι ιδιοκτήτες του ακινήτου συμφώνησαν να υπογράψουν νέα σύμβαση μίσθωσης. Παρόλα αυτά, η έξωση και τα χρόνια των νομικών μαχών που την προηγήθηκαν είχαν σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία της Μαρικάρμεν. Στα τελευταία χρόνια της ζωής της, χρειαζόταν αναπηρικό αμαξίδιο για να μετακινείται και βοήθεια στις καθημερινές της δραστηριότητες. Πίσω της άφηνε σχεδόν επτά χρόνια δικαστικών διαδικασιών στον αγώνα της να παραμείνει στο σπίτι της.
Τους τελευταίους μήνες, η σωματική της κατάσταση είχε επιδεινωθεί σημαντικά. Είχε χάσει μυϊκή μάζα, δυσκολευόταν να φάει και έλεγε ότι ακόμη και η φωνή της είχε αλλάξει. «Με έχει επηρεάσει σε όλα. Δεν είμαι πια ο εαυτός μου», είπε δύο ημέρες πριν φύγει από το σπίτι της.

Η Μαρικάρμεν έχει γίνει σύμβολο, τόσο στην Ισπανία όσο και πέρα από τα σύνορά της. Ακόμη και μετά την απώλεια του σπιτιού της, συνέχισε να προτρέπει τον κόσμο να υπερασπιστεί τα δικαιώματά του.
«Θα ήθελα να είμαι εκεί μαζί σας, να συμμετάσχω στον αγώνα σας, αλλά δεν έχω την τύχη να το κάνω. Γι’ αυτό, από εδώ, ζητώ από όλους σας να είστε γενναίοι. Παλέψτε, υπερασπιστείτε ό,τι σας ανήκει και, σας παρακαλώ, φροντίστε τον εαυτό σας. Συνεχίστε να διαμαρτύρεστε για όσο το αντέχουν τα σώματά σας», είπε από το νοσοκομείο, εξαντλημένη μετά την έξωση.
Χιλιάδες άνθρωποι, εξοργισμένοι και εμπνευσμένοι από την ιστορία της, βγήκαν στους δρόμους της Μαδρίτης και αργότερα σε πόλεις σε όλη την Ισπανία, για να διαμαρτυρηθούν για την έξωση της ηλικιωμένης γυναίκας αλλά και για το στεγαστικό ζήτημα
Ποια ήταν η Μαρικάρμεν Αμπασκάλ
Όλοι την αποκαλούσαν Μαρικάρμεν, αλλά το πλήρες όνομά της ήταν Μαρία ντελ Κάρμεν Αμπασκάλ. Το 1956, ο πατέρας της νοίκιασε το διαμέρισμα στη γειτονιά Ίμπιζα της Μαδρίτης, και εκείνη πέρασε σχεδόν όλη της τη ζωή εκεί, μαζί με τη μητέρα και τον αδελφό της. Σπούδασε στενογραφία, δακτυλογραφία και γραμματειακή εργασία, εργάστηκε για 34 χρόνια ως γραμματέας του διοικητικού συμβουλίου μιας φαρμακευτικής εταιρείας και συνταξιοδοτήθηκε το 1998.
Η συνταξιοδότηση, όπως της άρεσε να λέει, δεν άλλαξε και πολύ τη ρουτίνα της. Η Μαρικαρμέν ήταν μια γυναίκα με ισχυρή θέληση. «Θα παλέψω μέχρι το τέλος», έλεγε και τήρησε την υπόσχεσή της. Ακόμη και τις τελευταίες της μέρες, όταν δεν είχε πλέον τη δύναμη να συνεχίσει μόνη της, ζήτησε από την «οικογένειά» της στην Ένωση Ενοικιαστών, όπως αποκαλούσε τα μέλη της οργάνωσης, να συνεχίσουν να αγωνίζονται εκ μέρους της.
Έγινε ένα σύμβολο, η υπόθεση της οποίας γέμισε τις πλατείες σε όλη την Ισπανία. Το σύνθημα «Όλοι είμαστε η Μαρικάρμεν» εμφανίστηκε σε πλακάτ και μπλουζάκια σε ολόκληρη τη χώρα. Συχνά έλεγε ότι η επιθυμία της ήταν να πεθάνει στο δωμάτιο όπου είχε δει να πεθαίνουν τόσο ο πατέρας όσο και η μητέρα της, στο σπίτι όπου είχε ζήσει, μέχρι την έξωσή της, τα τελευταία 71 χρόνια.
Πριν φύγει από το διαμέρισμά της, περιτριγυρισμένη από κούτες με τα υπάρχοντά της, η Μαρικαρμέν αναπολούσε κάθε γωνιά του σπιτιού σαν να ήταν προέκταση του εαυτού της. «Όλες οι αναμνήσεις μου είναι εδώ. Ο πατέρας μου πέθανε πολύ νέος, το 1960, σε ηλικία 51 ετών. Και η μητέρα μου πέθανε σε αυτό το σπίτι το 2005. Ζω εδώ από το 1956 μέχρι σήμερα». Κάθε πίνακας και κάθε αντικείμενο της συλλογής της, που ήταν εκτεθειμένα στο τραπεζάκι του σαλονιού της, έφερε αναμνήσεις από μια ζωή από την οποία δεν ήθελε να αποχαιρετήσει.
Παρόλο που δεν δήλωνε θρήσκα είχε πει ότι κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί, έλεγε καληνύχτα, με αυτή τη σειρά: στον Θεό, στους γονείς της, στον Πάπα Φραγκίσκο και στα μέλη της οικογένειας που είχε χάσει. Στο τελευταίο κεφάλαιο της ζωής της, είχε δύο ευχές: να πεθάνει στο σπίτι της και να αναπαυθούν οι στάχτες της στη Θάλασσα της Κανταβρίας. «Όσοι από εμάς είμαστε στον πάτο είμαστε όλοι ίδιοι», έλεγε.