Κατά διαστήματα την τελευταία δεκαετία, η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Βρετανία και το Ισραήλ έχουν πραγματοποιήσει σφοδρές αεροπορικές επιδρομές εναντίον των ανταρτών Χούθι στην Υεμένη. Ωστόσο, η οργάνωση γίνεται όλο και ισχυρότερη.
Τώρα, καθώς οι Χούθι, που υποστηρίζονται από το Ιράν, προελαύνουν προς ένα κρίσιμο θαλάσσιο στρατηγικό σημείο και πλήττουν πετρελαϊκές εγκαταστάσεις στη Σαουδική Αραβία, προκαλώντας αναταράξεις στις παγκόσμιες αγορές, υπάρχουν ελάχιστες επιλογές για την αναχαίτισή τους που να μην έχουν ήδη δοκιμαστεί, όπως επισημαίνει το Associated Press.
Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι Χούθι επιχειρούν σε μια μεγάλη και ορεινή περιοχή, όπου μπορούν να διασπείρουν τους μαχητές και τις στρατιωτικές υποδομές τους, ενώ παράλληλα απειλούν σημαντικές πετρελαϊκές εγκαταστάσεις και βασικές εμπορικές οδούς.
Ταυτόχρονα, το Ιράν και οι σύμμαχοί του στον Λίβανο και το Ιράκ παρέχουν τεχνογνωσία, εκπαίδευση και εξελιγμένα όπλα, σύμφωνα με ειδικούς του ΟΗΕ και άλλους αναλυτές, ενώ η σκληροπυρηνική ιδεολογία των Χούθι «ολοκληρώνει το παζλ».
«Είναι οι πιο αποφασισμένοι, οι πιο ιδεολογικά αφοσιωμένοι και οι πιο επιθετικοί» από τους περιφερειακούς συμμάχους του Ιράν, λέει ο Μάικλ Νάιτς, ο οποίος έχει γράψει εκτενώς για τους Χούθι και είναι σήμερα επικεφαλής ερευνών στη Horizon Engage, εταιρεία στρατηγικών συμβουλών με έδρα τη Νέα Υόρκη.
Ο καλά εξοπλισμένος σύμμαχος του Ιράν έχει περιθώρια να συνεχίσει
Οι Χούθι διαθέτουν ένα ευρύ οπλοστάσιο βαλλιστικών πυραύλων, πυραύλων κρουζ και drones, που μπορούν να πλήξουν όλα τα κράτη του Κόλπου, καθώς και το Ισραήλ. Έχουν επίσης χρησιμοποιήσει εξελιγμένους αντιπλοϊκούς πυραύλους και ναυτικά drones για να πλήξουν πλοία στην Ερυθρά Θάλασσα, απειλώντας μια κρίσιμη εμπορική οδό.
Το Ιράν αρνείται ότι εξοπλίζει τους Χούθι, κάτι που θα παραβίαζε το εμπάργκο που έχει επιβάλει ο ΟΗΕ. Ωστόσο, ιρανικά όπλα και εξαρτήματα που μεταφέρονταν λαθραία έχουν κατασχεθεί σε πολλές αποστολές με προορισμό την Υεμένη, ενώ έκθεση ειδικών του ΟΗΕ το 2024 κατέγραψε εκτεταμένες στρατιωτικές σχέσεις μεταξύ των Χούθι, του Ιράν και άλλων συμμάχων του.
Σύμφωνα με την ίδια έκθεση οι Χούθι είχαν στρατολογήσει έως και 350.000 μαχητές μέχρι το 2024, έναντι μόλις 30.000 το 2015, όταν η Σαουδική Αραβία επενέβη στον εμφύλιο πόλεμο της Υεμένης εναντίον τους.
Οι Χούθι μπορούν να χρησιμοποιούν σχετικά φθηνά drones και πυραύλους, για να πλήττουν υποδομές, στη Σαουδική Αραβία ενώ έχουν τη δυνατότητα να κατασκευάζουν μεγάλο μέρος του οπλοστασίου τους στο εσωτερικό της χώρας. Παράλληλα, υπάρχουν ενδείξεις ότι ενδέχεται να χρησιμοποιούν τεχνητή νοημοσύνη στην προσπάθειά τους να κατασκευάσουν καλύτερους πυραύλους.
Η Σαουδική Αραβία διαθέτει ένα ευρύ φάσμα όπλων αμερικανικής προέλευσης, συμπεριλαμβανομένων εξελιγμένων αεροσκαφών, καθώς και προηγμένων συστημάτων αντιπυραυλικής άμυνας.
Ωστόσο, καθώς τα αποθέματα προηγμένων αναχαιτιστικών πυραύλων δέχονται πιέσεις, δεν είναι σαφές για πόσο ακόμη μπορεί να αποκρούει τις επιθέσεις — όχι μόνο των Χούθι, αλλά και των φιλοϊρανικών πολιτοφυλακών στο Ιράκ.
Οι αεροπορικές επιδρομές είχαν περιορισμένο αποτέλεσμα
Η Σαουδική Αραβία ξεκίνησε τον πόλεμο εναντίον των Χούθι στις αρχές του 2015, αφού οι αντάρτες κατέλαβαν μεγάλο μέρος της Υεμένης, συμπεριλαμβανομένης της πρωτεύουσάς της Σαναά.
Ήδη από τότε, οι Σαουδάραβες φοβούνταν την ενίσχυση ενός καλά εξοπλισμένου συμμάχου του Ιράν στα σύνορά τους.
Τα επόμενα επτά χρόνια, η Σαουδική Αραβία πραγματοποιούσε κύματα αεροπορικών επιδρομών εναντίον των Χούθι, τα οποία συχνά είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο αμάχων.
Δυνάμεις της κυβέρνησης της Υεμένης και αυτονομιστές, σε διαφορετικούς σχηματισμούς, προσπάθησαν να απωθήσουν τους Χούθι, όμως οι γραμμές του μετώπου μετακινήθηκαν ελάχιστα μέχρι την κατάπαυση του πυρός το 2022.
Την επόμενη χρονιά, μετά το ξέσπασμα του πολέμου στη Γάζα, οι Χούθι έβαλαν στο στόχαστρο τη ναυσιπλοΐα στην Ερυθρά Θάλασσα υποστηρίζοντας ότι επρόκειτο για ναυτικό αποκλεισμό του Ισραήλ.
Οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο εξαπέλυσαν κύματα επιθέσεων εναντίον των Χούθι από τον Ιανουάριο του 2024.
Το 2025, ο Ντόναλντ Τραμπ διέταξε την εντατικοποίηση της αεροπορικής εκστρατείας, πλήττοντας περισσότερους από 1.000 στόχους, όπως δήλωσε τότε Αμερικανός στρατιωτικός αξιωματούχος στο Associated Press.
Το κόστος των αμερικανικών πυρομαχικών ξεπέρασε τα 750 εκατομμύρια δολάρια, ενώ οι Χούθι κατέστρεψαν επτά αμερικανικά drones MQ-9 Reaper, το καθένα αξίας άνω των 30 εκατομμυρίων δολαρίων.
Μετά από εβδομάδες αμερικανικών επιθέσεων, οι Χούθι συμφώνησαν να σταματήσουν τις επιθέσεις εναντίον αμερικανικών πλοίων. Ωστόσο, συνέχισαν να επιτίθενται στο Ισραήλ, το οποίο απάντησε με δικές του επιθέσεις, σκοτώνοντας τον πρωθυπουργό των Χούθι μαζί με άλλους ανώτερους αξιωματούχους.
Τον Ιούλιο οι Χούθι επανέλαβαν τις επιθέσεις εναντίον της Σαουδικής Αραβίας και κήρυξαν αποκλεισμό της σαουδαραβικής ναυσιπλοΐας.
Μια οριστική ήττα της οργάνωσης θα απαιτούσε χερσαίες δυνάμεις
Όπως έχουν δείξει πρόσφατες συγκρούσεις, η αεροπορική ισχύς σπάνια είναι αποτελεσματική χωρίς τη συμμετοχή χερσαίων δυνάμεων.
Στην περίπτωση της Υεμένης, οι χερσαίες δυνάμεις που αντιτίθενται στους Χούθι είναι βαθιά διχασμένες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, συγκρούονται μεταξύ τους. Τις τελευταίες εβδομάδες, υποχωρούν διαρκώς, καθώς οι αντάρτες προελαύνουν προς το Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, ένα στενό θαλάσσιο πέρασμα μεταξύ της Ερυθράς Θάλασσας και του Κόλπου του Άντεν.
Παράλληλα, οι Σαουδάραβες φαίνεται να διστάζουν να εμπλακούν σε έναν ακόμη ολοκληρωτικό πόλεμο με τους Χούθι, ενώ και οι ΗΠΑ, οι οποίες εξακολουθούν να είναι απασχολημένες με το Ιράν, φαίνεται επίσης να επιθυμούν να μείνουν εκτός.
Περιορισμένες είναι και οι διπλωματικές επιλογές. Οι Χούθι απαιτούν από τη Σαουδική Αραβία να άρει τον αποκλεισμό, κάτι που θα ισοδυναμούσε με παραδοχή ήττας στον μακροχρόνιο πόλεμο και θα άνοιγε τον δρόμο για ακόμη μεγαλύτερη ιρανική βοήθεια προς τους αντάρτες.