Κόσμος
Ενημερώθηκε στις:

Το Αιγυπτιακό «φλέρτ» και προς Ελλάδα και προς Τουρκία φέρνει τον Μητσοτάκη στο Κάιρο την Τρίτη για ενίσχυση των ελληνο-αιγυπτιακών δεσμών

Google Logo Προσθέστε το pentapostagma.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google.

Σε μία περίοδο κατά την οποία οι ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο μεταβάλλονται με μεγάλη ταχύτητα, η συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι στο Ελ Αλαμέιν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική βαρύτητα. Ο Έλληνας πρωθυπουργός μεταβαίνει την Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου στην Αίγυπτο, έχοντας στην ατζέντα του όχι μόνο τις διμερείς σχέσεις, αλλά ένα ολόκληρο πλέγμα ζητημάτων που αγγίζουν άμεσα τα ελληνικά συμφέροντα: Τουρκία, Λιβύη, θαλάσσιες ζώνες, μεταναστευτικό, περιφερειακές συμμαχίες και Μονή της Αγίας Αικατερίνης του Σινά.

Η χρονική συγκυρία έχει ιδιαίτερη σημασία. Η Τουρκία επιχειρεί τους τελευταίους μήνες να διευρύνει την επιρροή της στον αραβικό κόσμο, ενώ η προσέγγιση Άγκυρας–Καΐρου έχει περάσει πλέον από το επίπεδο της πολιτικής εξομάλυνσης σε πολύ πιο συγκεκριμένα πεδία συνεργασίας.

Για την Αθήνα, επομένως, το ερώτημα δεν είναι εάν η Αίγυπτος δικαιούται να συνομιλεί με την Τουρκία – αυτό θεωρείται αυτονόητο. Το πραγματικό ερώτημα είναι μέχρι πού μπορεί να φτάσει αυτή η προσέγγιση και κατά πόσο μπορεί να επηρεάσει τα στρατηγικά κεκτημένα Ελλάδας και Αιγύπτου.

Η ισχυρή βάση Αθήνας–Καΐρου

Η Ελλάδα διαθέτει ένα σημαντικό πλεονέκτημα: οι σχέσεις της με την Αίγυπτο δεν στηρίζονται απλώς στην κοινή συγκυρία ή στην αντίθεση προς την Τουρκία.

Το σημαντικότερο διπλωματικό κεκτημένο παραμένει η συμφωνία μερικής οριοθέτησης ΑΟΖ του 2020, ενώ τον Μάιο του 2025 Αθήνα και Κάιρο αναβάθμισαν θεσμικά τις σχέσεις τους σε Στρατηγική Εταιρική Σχέση.

Αυτό ακριβώς επιχειρεί να διαφυλάξει και να εμβαθύνει η ελληνική πλευρά. Δεν ζητά από την Αίγυπτο να επιλέξει μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας, αλλά επιδιώκει να καταστήσει σαφές ότι υπάρχουν συγκεκριμένα στρατηγικά κεκτημένα που δεν μπορούν να τεθούν υπό αμφισβήτηση.

Ενδεικτικό της κινητικότητας είναι ότι μόλις στις 4 Σεπτεμβρίου ο Γιώργος Γεραπετρίτης είχε νέα τηλεφωνική συνομιλία με τον Αιγύπτιο υπουργό Εξωτερικών Μπαντρ Αμπντελάτι. Στη συζήτηση εξετάστηκαν η στρατηγική εταιρική σχέση των δύο χωρών, η περαιτέρω επέκταση της συνεργασίας, οι περιφερειακές εξελίξεις και η τριμερής συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Αιγύπτου.

Η Τουρκία επιστρέφει δυναμικά στο Κάιρο

Η εικόνα, ωστόσο, έχει αλλάξει αισθητά σε σύγκριση με την προηγούμενη δεκαετία.

Μετά από περίπου δέκα χρόνια έντασης, Τουρκία και Αίγυπτος έχουν αποκαταστήσει τους διαύλους τους και το 2026 η διαδικασία αυτή απέκτησε σαφή στρατιωτική και αμυντική διάσταση.

Τον Ιούλιο πραγματοποιήθηκε η πρώτη έπειτα από σχεδόν 13 χρόνια επίσκεψη Αιγύπτιου υπουργού Άμυνας στην Άγκυρα και υπεγράφη μνημόνιο για στενότερη συνεργασία στον αμυντικό τομέα. Παράλληλα, έχουν υπάρξει συζητήσεις για συνεργασία στην αμυντική βιομηχανία, ενώ σύμφωνα με ελληνικά δημοσιεύματα η Αίγυπτος ενδιαφέρεται για συμμετοχή στο πρόγραμμα του τουρκικού μαχητικού KAAN και για παραγωγή μη επανδρωμένων αεροχημάτων Bayraktar TB2 σε αιγυπτιακό έδαφος.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η επιστροφή της κοινής στρατιωτικής εκπαίδευσης. Τουρκικές και αιγυπτιακές δυνάμεις έχουν συμμετάσχει μέσα στο 2026 σε σειρά κοινών δραστηριοτήτων και ασκήσεων, εξέλιξη που παρακολουθείται στενά από την Αθήνα.

Η τουρκοαιγυπτιακή προσέγγιση, συνεπώς, δεν είναι πλέον απλώς διπλωματική. Αποκτά οικονομικό, αμυντικό και επιχειρησιακό περιεχόμενο.

Γιατί όμως η Αίγυπτος πλησιάζει την Τουρκία;

Το Κάιρο ακολουθεί μια εξωτερική πολιτική πολλαπλών ισορροπιών. Δεν επιθυμεί να ενταχθεί αποκλειστικά σε κάποιο περιφερειακό στρατόπεδο και προσπαθεί να συνομιλεί ταυτόχρονα με διαφορετικές δυνάμεις.

Παράλληλα, υπάρχουν ισχυρά οικονομικά κίνητρα. Η αιγυπτιακή οικονομία βρίσκεται υπό σημαντικές πιέσεις, οι οποίες συνδέονται μεταξύ άλλων με τις περιφερειακές κρίσεις και τις μειωμένες εισπράξεις της Διώρυγας του Σουέζ. Αυτή η πραγματικότητα ωθεί το Κάιρο να αναζητεί νέες επενδύσεις, εμπορικές σχέσεις και συνεργασίες.

Η Τουρκία μπορεί να προσφέρει εμπόριο, επενδύσεις, αμυντική τεχνολογία και πρόσβαση σε περιφερειακά δίκτυα.

Υπάρχουν όμως και όρια.

Η καχυποψία που δημιουργήθηκε την προηγούμενη δεκαετία, κυρίως εξαιτίας της τουρκικής υποστήριξης προς τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, δεν έχει εξαφανιστεί πλήρως. Επιπλέον, η Αίγυπτος θεωρεί τον εαυτό της κορυφαία αραβική και μεσογειακή δύναμη και δύσκολα θα αποδεχόταν μια σχέση στην οποία η Τουρκία θα εμφανιζόταν ως ηγεμονικός παίκτης.

Το μεγάλο ζήτημα των θαλάσσιων ζωνών

Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο σημείο για την Ελλάδα.

Η Άγκυρα έχει επιχειρήσει επανειλημμένα να πείσει το Κάιρο ότι μια συμφωνία θαλάσσιας οριοθέτησης Τουρκίας–Αιγύπτου θα μπορούσε να του προσφέρει μεγαλύτερη θαλάσσια έκταση σε σύγκριση με διαφορετικές οριοθετήσεις.

Ωστόσο, η Αίγυπτος έχει ήδη υπογράψει συμφωνίες οριοθέτησης με την Κυπριακή Δημοκρατία και την Ελλάδα, ενώ δεν έχει αντίστοιχη συμφωνία με την Τουρκία. Μέχρι στιγμής, μάλιστα, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι το Κάιρο υιοθετεί τις τουρκικές θέσεις σε βάρος των ελληνικών θαλάσσιων δικαιωμάτων.

Αυτό αποτελεί ουσιώδες στοιχείο για την Αθήνα.

Η ελληνική διπλωματία δεν μπορεί να εμποδίσει έναν τουρκοαιγυπτιακό διάλογο. Μπορεί όμως να εργαστεί ώστε οποιαδήποτε περαιτέρω προσέγγιση να μην ανατρέψει τη νομική και γεωπολιτική πραγματικότητα που έχει δημιουργηθεί στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Λιβύη ως δεύτερη μεγάλη δοκιμασία

Εξίσου σημαντικό κεφάλαιο είναι η Λιβύη.

Η Ελλάδα και η λιβυκή πλευρά έχουν επαναφέρει τις τεχνικές συνομιλίες για τις θαλάσσιες ζώνες, με τρίτο γύρο επαφών να έχει πραγματοποιηθεί τον Ιούλιο στην Αθήνα. Στο βάθος βρίσκεται πάντοτε το τουρκολιβυκό μνημόνιο, το οποίο η ελληνική πλευρά απορρίπτει ως άκυρο και ανυπόστατο.

Η Αίγυπτος διαθέτει σημαντική επιρροή στη Λιβύη και για χρόνια βρισκόταν στην αντίθετη πλευρά από την Τουρκία στον λιβυκό εμφύλιο. Σήμερα, όμως, Άγκυρα και Κάιρο εμφανίζονται περισσότερο πρόθυμες να αναζητήσουν κοινά σημεία για τη σταθεροποίηση της χώρας.

Για την Ελλάδα αυτό δημιουργεί ταυτόχρονα ευκαιρίες και κινδύνους. Μια σταθερή Λιβύη μπορεί να διευκολύνει τη συζήτηση για οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών. Αντίθετα, μια ενίσχυση της τουρκικής επιρροής και στην ανατολική Λιβύη θα μπορούσε να περιορίσει τα ελληνικά περιθώρια.

Στο τραπέζι και το Σινά

Ξεχωριστή θέση στη συνάντηση Μητσοτάκη–Σίσι αναμένεται να έχει και η Μονή της Αγίας Αικατερίνης του Σινά.

Οι δύο κυβερνήσεις έχουν πραγματοποιήσει εντατικές διαβουλεύσεις για την οριστική ρύθμιση του καθεστώτος της ιστορικής Μονής. Σύμφωνα με τον Γιώργο Γεραπετρίτη, έχει επιτευχθεί προκαταρκτική κατανόηση, με την Αθήνα να επιδιώκει την κατοχύρωση της συνέχειας της μοναστικής κοινότητας, του ιδιαίτερου χαρακτήρα της Μονής και των δικαιωμάτων της.

Το θέμα έχει ιδιαίτερη συμβολική αλλά και πολιτική βαρύτητα και αποτελεί ακόμη ένα τεστ της «ειδικής σχέσης» Ελλάδας και Αιγύπτου.

Η πραγματική μάχη είναι για την επιρροή

Η επίσκεψη Μητσοτάκη στο Ελ Αλαμέιν δεν πραγματοποιείται, επομένως, επειδή Αθήνα και Κάιρο βρίσκονται σε κρίση. Πραγματοποιείται ακριβώς επειδή η Ελλάδα θέλει να προλάβει τη δημιουργία νέων τετελεσμένων σε μια περιοχή όπου η Τουρκία κινείται πλέον πολύ πιο επιθετικά διπλωματικά.

Η Άγκυρα επιχειρεί να επανέλθει σε χώρες με τις οποίες είχε συγκρουστεί, να συνδέσει την οικονομία με την αμυντική βιομηχανία και να μετατρέψει τις διμερείς αποκαταστάσεις σχέσεων σε περιφερειακή επιρροή. Η Αίγυπτος, από την πλευρά της, δεν φαίνεται διατεθειμένη να γίνει μέρος ενός τουρκικού άξονα. Θέλει όμως να αξιοποιήσει όλες τις διαθέσιμες επιλογές.

Και αυτό ακριβώς είναι το νέο περιβάλλον που καλείται να αντιμετωπίσει η Αθήνα.

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται μια Αίγυπτο εχθρική προς την Τουρκία. Χρειάζεται μια Αίγυπτο στρατηγικά δεμένη με την Αθήνα, προσηλωμένη στο Διεθνές Δίκαιο και αρκετά αυτόνομη ώστε να μην επιτρέψει στην Άγκυρα να καθορίσει μόνη της τους νέους συσχετισμούς στην Ανατολική Μεσόγειο.

Αυτό είναι, τελικά, το πραγματικό διακύβευμα της συνάντησης στο Ελ Αλαμέιν.

Ακολουθήστε το Πενταπόσταγμα στο Google news Google News

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Ελληνοτουρκικά 0

"Φούσκα" και μύθος η τάχα τρομερή ισχύς των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων και της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας -Αποδείξεις-στοιχεία

Η Τουρκία σε καμία περίπτωση δεν είναι τόσο ισχυρή όπως προβάλλει τον εαυτό της, αλλά ούτε και τόσο ανίσχυρη όπως θα ...