Μια νέα και δυνητικά εκρηκτική παράμετρο στις σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρώπης εισάγει ο Ντόναλντ Τραμπ, δηλώνοντας ότι η Ουάσιγκτον σκοπεύει να ζητήσει από τους Ευρωπαίους να καλύψουν εκ των υστέρων το κόστος της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας που παρασχέθηκε στην Ουκρανία επί προεδρίας Τζο Μπάιντεν.
Η δήλωση δεν αποτελεί απλώς ακόμη μία έκκληση του Αμερικανού προέδρου προς τους Ευρωπαίους συμμάχους να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες. Αν μετατραπεί σε συγκεκριμένη κυβερνητική πολιτική, θα μπορούσε να ανοίξει μια εντελώς νέα συζήτηση για το ποιος καλείται να πληρώσει τελικά το κόστος του πολέμου στην Ουκρανία και, ευρύτερα, της ευρωπαϊκής ασφάλειας.
«Θα ζητήσουμε αυτά τα χρήματα»
Σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο Τραμπ υποστήριξε ότι «εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια» δόθηκαν δωρεάν στην Ουκρανία και στο NATO, χρήματα τα οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, θα μπορούσε να είχε καταβάλει η Ευρώπη εάν η προηγούμενη αμερικανική κυβέρνηση το είχε απαιτήσει.
Ο Αμερικανός πρόεδρος προχώρησε μάλιστα ένα βήμα περισσότερο, προαναγγέλλοντας ότι η κυβέρνησή του σκοπεύει πλέον να ζητήσει τα χρήματα αυτά, έστω και καθυστερημένα. Δεν διευκρίνισε, ωστόσο, ποια ευρωπαϊκά κράτη θα κληθούν να πληρώσουν, με ποιον τρόπο θα υπολογιστεί το ποσό ή ποια θα μπορούσε να είναι η νομική βάση μιας τέτοιας απαίτησης.
Το τελευταίο στοιχείο είναι καθοριστικό. Μέχρι στιγμής πρόκειται για πολιτική εξαγγελία του Τραμπ και όχι για ανακοινωμένο μηχανισμό είσπραξης οφειλών από την Ευρώπη.
Ο τεράστιος αμερικανικός λογαριασμός
Τα ποσά που έχουν κινητοποιήσει οι Ηνωμένες Πολιτείες από την έναρξη της ρωσικής εισβολής είναι πράγματι τεράστια, χωρίς όμως όλα να αποτελούν άμεσες μεταβιβάσεις χρημάτων προς το Κίεβο.
Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το Euronews, μέχρι τα τέλη Μαρτίου 2026 το αμερικανικό Κογκρέσο είχε διαθέσει περίπου 195 δισ. δολάρια σε δαπάνες που σχετίζονται με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Παράλληλα, το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών είχε αναφέρει ότι η στρατιωτική βοήθεια που είχε παρασχεθεί μετά τη ρωσική εισβολή του Φεβρουαρίου 2022 ανερχόταν σε δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια.
Αυτό ακριβώς το μοντέλο επιχειρεί να ανατρέψει ο Τραμπ. Η βασική πολιτική του θέση είναι ότι η Ευρώπη έχει πολύ μεγαλύτερο άμεσο συμφέρον από τις ΗΠΑ στην έκβαση του πολέμου και συνεπώς οι Ευρωπαίοι πρέπει να επωμιστούν μεγαλύτερο μέρος του οικονομικού βάρους.
Το νέο μοντέλο έχει ήδη αρχίσει να εφαρμόζεται
Στην πραγματικότητα, η μετατόπιση του κόστους προς την Ευρώπη έχει ήδη ξεκινήσει.
Κεντρικό ρόλο παίζει η πρωτοβουλία Prioritised Ukraine Requirements List (PURL), που δημιουργήθηκε το 2025. Μέσω του μηχανισμού, οι σύμμαχοι προσφέρουν χρήματα για την αγορά κρίσιμου αμερικανικού στρατιωτικού εξοπλισμού, ο οποίος στη συνέχεια παραδίδεται στην Ουκρανία.
Το NATO αναφέρει ότι περισσότεροι από τα δύο τρίτα των συμμάχων έχουν ήδη δεσμευτεί να συμμετάσχουν, ενώ μαζί με εταίρους όπως η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία έχουν χρηματοδοτηθεί πάνω από 6 δισ. δολάρια αμερικανικού στρατιωτικού εξοπλισμού μέσω του PURL.
Πρόκειται ουσιαστικά για ένα διαφορετικό οικονομικό μοντέλο: τα όπλα παραμένουν σε σημαντικό βαθμό αμερικανικά, αλλά ο λογαριασμός περνά ολοένα περισσότερο στους Ευρωπαίους και άλλους συμμάχους.
Η ευρωπαϊκή εξάρτηση από τα αμερικανικά όπλα
Το πρόβλημα για την Ευρώπη είναι ότι, παρά την εντυπωσιακή αύξηση των αμυντικών δαπανών και της παραγωγής της, δεν έχει ακόμη τη δυνατότητα να αντικαταστήσει πλήρως τις ΗΠΑ σε ορισμένες κρίσιμες κατηγορίες οπλικών συστημάτων.
Τα τελευταία στοιχεία του Kiel Institute είναι χαρακτηριστικά. Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026 οι ευρωπαϊκές χώρες προμηθεύτηκαν για την Ουκρανία τουλάχιστον 3 δισ. ευρώ στρατιωτικού υλικού από αμερικανικές αμυντικές εταιρείες. Το ποσό αντιστοιχεί περίπου στο 30% της ευρωπαϊκής στρατιωτικής βοήθειας που προήλθε από προμήθειες της αμυντικής βιομηχανίας.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η εξάρτηση στο PURL, όπου πάνω από το 90% της στρατιωτικής βοήθειας που διοχετεύεται μέσω του μηχανισμού προέρχεται από αμερικανικά αποθέματα.
Ιδιαίτερα κρίσιμα παραμένουν συστήματα όπως οι Patriot, για τα οποία οι διαθέσιμες ευρωπαϊκές εναλλακτικές λύσεις είναι περιορισμένες.
Έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο: η Ευρώπη μπορεί να αναλάβει μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησης της Ουκρανίας, αλλά εξακολουθεί σε σημαντικό βαθμό να χρειάζεται τις αμερικανικές γραμμές παραγωγής και τα αμερικανικά στρατιωτικά αποθέματα.
Η άλλη μεγάλη ανησυχία: τα αμερικανικά αποθέματα
Οι δηλώσεις Τραμπ έρχονται παράλληλα με μια δεύτερη, ιδιαίτερα σημαντική συζήτηση στην Ουάσιγκτον: την κατάσταση των αμερικανικών αποθεμάτων πυρομαχικών.
Ο Αμερικανός πρόεδρος απέρριψε δημοσιεύματα περί σοβαρής εξάντλησης των αποθεμάτων και υποστήριξε ότι η παραγωγή αυξάνεται δραστικά. Ταυτόχρονα, όμως, αποκάλυψε ουσιαστικά την προτεραιότητα της κυβέρνησής του: μέρος των πυρομαχικών που διαφορετικά θα μπορούσαν να εξαχθούν διατηρείται προσωρινά στις Ηνωμένες Πολιτείες.
«Τα κρατάμε για εμάς», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι οι πωλήσεις προς τους συμμάχους θα αρχίσουν ξανά σύντομα.
Η στάση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω των παράλληλων στρατιωτικών απαιτήσεων που αντιμετωπίζουν οι ΗΠΑ. Ο πόλεμος με το Ιράν έχει αυξήσει σημαντικά την κατανάλωση προηγμένων αμερικανικών πυρομαχικών, ενώ η Ουάσιγκτον πρέπει ταυτόχρονα να διατηρεί αποθέματα για πιθανές κρίσεις σε άλλα θέατρα επιχειρήσεων.
Ουκρανία, Ιράν και η νέα αμερικανική ιεράρχηση
Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη γεωπολιτική διάσταση της υπόθεσης.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες καλούνται πλέον να κατανείμουν περιορισμένους στρατιωτικούς πόρους ανάμεσα σε πολλαπλά μέτωπα και δυνητικές κρίσεις. Η Ουκρανία χρειάζεται συνεχή ροή αντιαεροπορικών πυραύλων και πυρομαχικών, η Μέση Ανατολή απορροφά σημαντικές ποσότητες όπλων και παράλληλα η Ουάσιγκτον δεν μπορεί να αγνοήσει τις απαιτήσεις αποτροπής στον Ινδοειρηνικό.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η λογική Τραμπ γίνεται σαφέστερη: οι ΗΠΑ θα εξακολουθήσουν να αποτελούν βασικό οπλοστάσιο της Δύσης, αλλά δεν θέλουν πλέον να λειτουργούν αυτομάτως ως ο κύριος χρηματοδότης της ευρωπαϊκής άμυνας.
Ο λογαριασμός περνά στην Ευρώπη
Για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις το μήνυμα είναι δύσκολο να αγνοηθεί.
Ακόμη και αν η απαίτηση του Τραμπ για αναδρομική αποζημίωση δεν καταλήξει ποτέ σε πραγματική είσπραξη «εκατοντάδων δισεκατομμυρίων», η πολιτική κατεύθυνση της Ουάσιγκτον είναι σαφής: η εποχή κατά την οποία οι ΗΠΑ αναλάμβαναν μεγάλο μέρος του κόστους υποστήριξης της Ουκρανίας χωρίς αντίστοιχη ευρωπαϊκή οικονομική επιβάρυνση θεωρείται από την κυβέρνηση Τραμπ παρελθόν.
Η Ευρώπη έχει ήδη αρχίσει να προσαρμόζεται. Το Kiel Institute καταγράφει σημαντική αύξηση των ευρωπαϊκών στρατιωτικών δεσμεύσεων, ενώ το νέο ευρωπαϊκό Ukraine Support Loan ύψους 90 δισ. ευρώ για το 2026 και το 2027 αποτελεί μία ακόμη ένδειξη της προσπάθειας να καλυφθεί μεγαλύτερο μέρος των ουκρανικών αναγκών από ευρωπαϊκούς πόρους.
Το πραγματικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο εάν η Ευρώπη θα πληρώσει αναδρομικά τον «λογαριασμό» που προαναγγέλλει ο Τραμπ.
Είναι εάν μπορεί να χρηματοδοτήσει και, κυρίως, να παράγει μόνη της τα όπλα που απαιτεί η ασφάλειά της.
Διότι η νέα αμερικανική προσέγγιση διαμορφώνει σταδιακά μια διαφορετική διατλαντική σχέση: οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ο σημαντικότερος στρατιωτικός εταίρος της Ευρώπης, αλλά ζητούν όλο και πιο επιτακτικά από τους Ευρωπαίους όχι μόνο να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες, αλλά και να πληρώνουν για την αμερικανική στρατιωτική ισχύ από την οποία εξακολουθούν να εξαρτώνται.
Και αυτό ενδέχεται να αποτελέσει μία από τις σημαντικότερες αλλαγές στη δομή του NATO και της ευρωπαϊκής ασφάλειας μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία.