Στις 25 Ιουλίου 2000, η ιστορία της πολιτικής αεροπορίας άλλαξε για πάντα. Το Concorde, το τεχνολογικό θαύμα της αγγλογαλλικής συνεργασίας και το ταχύτερο επιβατικό αεροσκάφος στον κόσμο, έμελλε να εκτελέσει την πιο σύντομη και θανατηφόρα πτήση της ιστορίας του. Η πτώση του «λευκού πουλιού» λίγα λεπτά μετά την απογείωσή του από το αεροδρόμιο Σαρλ Ντε Γκολ του Παρισιού, στοίχισε τη ζωή σε 113 ανθρώπους, καταρρίπτοντας ταυτόχρονα τον μύθο της απόλυτης πτητικής ασφάλειας.

Εκείνο το απόγευμα, 100 επιβάτες, στην πλειοψηφία τους Γερμανοί τουρίστες, επιβιβάστηκαν με προορισμό τη Νέα Υόρκη. Το υπερηχητικό αεροσκάφος προσέφερε το ασύλληπτο προνόμιο της διάσχισης του Ατλαντικού σε κάτι περισσότερο από τρεις ώρες.

Το μοιραίο λάθος στο έδαφος
Η αλυσίδα των γεγονότων που οδήγησε στην τραγωδία είχε ξεκινήσει πέντε λεπτά πριν το Concorde λάβει άδεια απογείωσης. Ένα αεροσκάφος DC-10 της Continental Airlines, κατά τη δική του απογείωση, άφησε πίσω του στον διάδρομο ένα λεπτό έλασμα τιτανίου, μήκους μόλις 40 εκατοστών, το οποίο αποκολλήθηκε από τον κινητήρα του.
Στις 16:41, το Concorde ξεκίνησε την τροχοδρόμηση. Όταν το αεροσκάφος άγγιξε την ταχύτητα των 185 μιλίων την ώρα, ένας από τους τροχούς του πάτησε το μεταλλικό έλασμα. Το ελαστικό σχίστηκε ακαριαία. Ένα μεγάλο κομμάτι καουτσούκ, βάρους 4,5 κιλών, εκσφενδονίστηκε με τεράστια κινητική ενέργεια και χτύπησε το κάτω μέρος της πτέρυγας, διατρυπώντας τη δεξαμενή καυσίμων.

Οι φλόγες και η συντριβή
Η διαρροή κηροζίνης ήταν μαζική. Σύμφωνα με τα πορίσματα των μετέπειτα ερευνών, το καύσιμο αναφλέχθηκε, πιθανότατα από ηλεκτρικό τόξο στο σύστημα προσγείωσης. Ο αριστερός κινητήρας τυλίχθηκε στις φλόγες ενώ το αεροσκάφος βρισκόταν ακόμη στον διάδρομο.
Το πλήρωμα, ωστόσο, δεν είχε περιθώριο αντίδρασης. Το Concorde είχε ήδη ξεπεράσει την ταχύτητα V1, το κρίσιμο όριο πέραν του οποίου η απογείωση δεν μπορεί να ακυρωθεί, καθώς το υπολειπόμενο μήκος του διαδρόμου δεν επαρκεί για την ασφαλή ακινητοποίηση του βάρους του.

Το φλεγόμενο αεροσκάφος σηκώθηκε στον αέρα, μετατρέποντας τον παρισινό ουρανό σε σκηνικό ολέθρου. Οι πιλότοι διαπίστωσαν γρήγορα ότι το σύστημα προσγείωσης είχε μπλοκάρει και δεν μπορούσε να ανασυρθεί. Η απώλεια ισχύος ήταν ραγδαία και η κατάσταση μη αναστρέψιμη. Το αεροσκάφος, ακυβέρνητο πλέον, συνετρίβη πάνω σε ένα ξενοδοχείο. Ο απολογισμός ήταν δραματικός: 109 επιβαίνοντες και 4 άτομα στο έδαφος βρήκαν ακαριαίο θάνατο.

Η αποκαθήλωση ενός τεχνολογικού θρύλου
Το σοκ στη διεθνή κοινότητα ήταν τεράστιο. Το Concorde πετούσε από το 1969 χωρίς να καταγράψει ούτε ένα δυστύχημα. Μετά την τραγωδία, τόσο η Air France όσο και η British Airways καθήλωσαν άμεσα τον στόλο τους για ενδελεχείς τεχνικούς ελέγχους.
Παρότι τα υπερηχητικά αεροσκάφη επέστρεψαν στους αιθέρες για τρία ακόμη χρόνια, η πτώση στο Παρίσι αποτέλεσε την αρχή του τέλους. Το εξαιρετικά υψηλό κόστος συντήρησης και τα εισιτήρια των 10.000 δολαρίων είχαν ήδη καταστήσει το εγχείρημα εμπορικά ζημιογόνο. Το δυστύχημα του 2000 αποτέλεσε απλώς την οριστική ταφόπλακα στο υπερηχητικό όνειρο της πολιτικής αεροπορίας.