Με δήλωσή της ενώπιον της Επιτροπής Εποπτείας της Βουλής των Αντιπροσώπων, η Χίλαρι Κλίντον απέρριψε κατηγορηματικά ότι διαθέτει οποιαδήποτε γνώση για τις εγκληματικές δραστηριότητες του Τζέφρι Επστάιν και της Γκισλέιν Μάξγουελ, ζητώντας παράλληλα να κληθεί για κατάθεση ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ.
Στην τοποθέτησή της, η πρώην υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ τόνισε ότι σέβεται τον θεσμικό ρόλο του Κογκρέσου και τον έλεγχο που ασκεί, ωστόσο υποστήριξε ότι συχνά οι κοινοβουλευτικές έρευνες μετατρέπονται σε «κομματικό πολιτικό θέατρο», το οποίο, όπως ανέφερε, συνιστά παραβίαση καθήκοντος και προσβολή προς τους πολίτες.
Αναφερόμενη στην κλήτευσή της, σημείωσε ότι η Επιτροπή βασίστηκε στην υπόθεση πως διαθέτει πληροφορίες σχετικά με τις έρευνες για τον Τζέφρι Επστάιν και τη Γκισλέιν Μάξγουελ. «Θέλω να είμαι απολύτως σαφής. Δεν διαθέτω», ανέφερε χαρακτηριστικά. Υποστήριξε επίσης ότι, όπως είχε δηλώσει σε ένορκη κατάθεσή της στις 13 Ιανουαρίου, δεν είχε γνώση των εγκληματικών δραστηριοτήτων τους, δεν θυμάται να είχε οποιαδήποτε συνάντηση με τον Επστάιν και δεν έχει επισκεφθεί το νησί, τις κατοικίες ή τα γραφεία του.
Παράλληλα, εξέφρασε αποτροπιασμό για όσα έχουν αποκαλυφθεί σχετικά με τα εγκλήματα του Επστάιν, επισημαίνοντας ότι είναι «αδιανόητο» το γεγονός ότι το 2008 είχε αντιμετωπίσει ήπια μεταχείριση, γεγονός που, όπως υποστήριξε, του επέτρεψε να συνεχίσει τις παράνομες πρακτικές του για ακόμη μία δεκαετία.
Στη συνέχεια, η Χίλαρι Κλίντον έκανε λόγο για «θεσμική αποτυχία» που, όπως υποστήριξε, εξυπηρετεί την προστασία συγκεκριμένης πολιτικής παράταξης και δημόσιου αξιωματούχου, αντί να επιδιώκει την αποκάλυψη της αλήθειας και την απονομή δικαιοσύνης για τα θύματα και τους επιζώντες. «Η καρδιά μου ραγίζει για τους επιζώντες και είμαι οργισμένη εκ μέρους τους», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η Χίλαρι Κλίντον επέκρινε επίσης τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται η κοινοβουλευτική έρευνα, επισημαίνοντας ότι από τους οκτώ πρώην αξιωματούχους των αρχών επιβολής του νόμου που κλητεύθηκαν - όλοι με θητεία στο υπουργείο Δικαιοσύνης ή στο FBI κατά την περίοδο διερεύνησης της υπόθεσης - μόνον ένας εμφανίστηκε ενώπιον της Επιτροπής. Οι υπόλοιποι, σύμφωνα με την ίδια, υπέβαλαν σύντομες γραπτές δηλώσεις, αναφέροντας ότι δεν είχαν πληροφορίες να προσφέρουν.
Υποστήριξε ακόμη ότι δεν έχουν πραγματοποιηθεί δημόσιες ακροάσεις και ότι δεν έχει επιτραπεί η παρουσία των μέσων ενημέρωσης, παρά τις δημόσιες αναφορές περί ανάγκης διαφάνειας.
Δήλωσε επίσης ότι έχει αφιερώσει τη ζωή της στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων γυναικών και κοριτσιών,επισημαίνοντας τις προσπάθειές της για την αντιμετώπιση της εμπορίας ανθρώπων και της καταναγκαστικής εργασίας. Όπως σημείωσε, για χρόνια τα εγκλήματα αυτά παρέμεναν αόρατα ή δεν αντιμετωπίζονταν με τη δέουσα σοβαρότητα, παρά το γεγονός ότι οι επιζώντες δικαιούνται ουσιαστική προστασία και στήριξη.
Σχετικά με την υπόθεση του Τζέφρι Επστάιν, η Κλίντον τόνισε ότι πρόκειται για «αποκρουστικό άτομο», επισημαίνοντας όμως ότι το φαινόμενο δεν περιορίζεται σε μία μεμονωμένη περίπτωση ή σε πολιτικό σκάνδαλο. Όπως υποστήριξε, η εμπορία ανθρώπων αποτελεί παγκόσμια μάστιγα με ανυπολόγιστο ανθρώπινο κόστος.
Δριμεία κριτική στην κυβέρνηση Τραμπ
Επιπλέον, η Χίλαρι Κλίντον άσκησε δριμεία κριτική στην κυβέρνηση Τραμπ, υποστηρίζοντας ότι αποδυνάμωσε ουσιαστικά το Γραφείο Καταπολέμησης της Εμπορίας Ανθρώπων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, περικόπτοντας πάνω από το 70% των έμπειρων στελεχών του διπλωματικού και δημόσιου τομέα που εργάζονταν για την πρόληψη τέτοιων εγκλημάτων.
Όπως ανέφερε, η ετήσια έκθεση για την εμπορία ανθρώπων, που προβλέπεται από τον νόμο, καθυστέρησε επί μήνες, στέλνοντας –κατά την ίδια– το μήνυμα ότι η καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων δεν αποτελεί πλέον προτεραιότητα για τον Λευκό Οίκο.
Χαρακτήρισε την εξέλιξη «τραγωδία» και «σκάνδαλο», τονίζοντας ότι απαιτείται ουσιαστική διερεύνηση και αυστηρός κοινοβουλευτικός έλεγχος.
Υποστήριξε ότι μια επιτροπή που θα επιδίωκε πραγματικά την αντιμετώπιση της εμπορίας ανθρώπων θα εστίαζε στα συγκεκριμένα μέτρα που απαιτούνται για να διορθωθεί το σύστημα που επέτρεψε στον Τζέφρι Επστάιν να αποφύγει σοβαρές συνέπειες το 2008.
Κατά την άποψή της, μια επιτροπή με προσήλωση στη διαφάνεια θα διασφάλιζε τη δημοσιοποίηση όλων των σχετικών φακέλων, με τις νόμιμες αποσιωπήσεις να προστατεύουν τα θύματα και τους επιζώντες και όχι ισχυρούς άνδρες ή πολιτικούς συμμάχους.
Αναφέρθηκε επίσης σε αναφορές σύμφωνα με τις οποίες το υπουργείο Δικαιοσύνης δεν δημοσιοποίησε συνεντεύξεις του FBI στις οποίες θύμα κατηγορεί τον πρόεδρο Τραμπ για σοβαρά εγκλήματα, επισημαίνοντας ότι το ζήτημα αυτό θα έπρεπε να διερευνηθεί σε βάθος.
Παράλληλα, τόνισε ότι θα έπρεπε να κλητευθεί οποιοσδήποτε είχε αναζητήσει πληροφορίες για το ποια βραδιά θα διεξαγόταν το «πιο ξέφρενο πάρτι» στο νησί του Επστάιν, καθώς και να ζητηθούν εξηγήσεις από εισαγγελείς στη Φλόριντα και τη Νέα Υόρκη για τη συμφωνία που επεφύλαξαν στον Επστάιν και για την απόφαση να μην προχωρήσουν σε διώξεις άλλων πιθανώς εμπλεκομένων.
Η Κλίντον υποστήριξε ακόμη ότι θα έπρεπε να κληθούν να καταθέσουν ο υπουργός Εξωτερικών Ρούμπιο και η γενική εισαγγελέας Μπόντι, προκειμένου να εξηγήσουν –όπως ανέφερε– γιατί η σημερινή κυβέρνηση εγκαταλείπει τους επιζώντες και, κατά την ίδια, εξυπηρετεί τα συμφέροντα των διακινητών.
Σημείωσε ότι μια σοβαρή επιτροπή θα αναζητούσε τις απόψεις των αξιωματικών που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της μάχης κατά της εμπορίας ανθρώπων και θα προωθούσε νομοθετικές πρωτοβουλίες για την ενίσχυση των πόρων και την υποχρέωση της κυβέρνησης να αναλάβει δράση.
Καταλήγοντας υποστήριξε ότι, αντί να διεξάγεται ουσιαστική έρευνα, η Επιτροπή την κάλεσε να καταθέσει, παρότι –όπως ανέφερε– γνωρίζει ότι δεν διαθέτει πληροφορίες που θα μπορούσαν να συμβάλουν στη διερεύνηση, με στόχο να αποσπάσει την προσοχή από τις ενέργειες του προέδρου Τραμπ και να τις συγκαλύψει.
Τόνισε ότι, εάν η Επιτροπή επιθυμεί πραγματικά να αποκαλυφθεί η αλήθεια για τα εγκλήματα εμπορίας ανθρώπων που συνδέονται με τον Τζέφρι Επστάιν, θα όφειλε να ζητήσει απευθείας και υπό όρκο απαντήσεις από τον νυν πρόεδρο σχετικά με την παρουσία του ονόματός του στα αρχεία της υπόθεσης, αντί να βασίζεται σε ανεπίσημες δηλώσεις προς τον Τύπο.