Δημοσίευμα - αποκάλυψη των New York Times έδωσε μια εις βάθος ματιά σε δύο αλλεπάλληλες αεροπορικές επιδρομές υπό την ηγεσία των ΗΠΑ που σημειώθηκαν στη Συρία στις 18 Μαρτίου 2019 και σκότωσαν τουλάχιστον 80 ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων έως και 64 γυναικών και παιδιών.
Για πρώτη φορά η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (USCENTCOM), η ενοποιημένη διοίκηση μάχης που επέβλεπε τις αεροπορικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ στη Συρία, παραδέχθηκε επισήμως δύο αεροπορικές επιδρομές κοντά στο Μπαγκούζ της Συρίας, στις 18 Μαρτίου του 2019, όπου έχασαν τη ζωή τους δεκάδες.
Απαντώντας στο δημοσίευμα των New York Times, η USCENTCOM διευκρίνισε σε δήλωση ότι οι αμερικανικές δυνάμεις επιβεβαίωσαν πως 16 μαχητές του Ισλαμικού Κράτους και τέσσερις πολίτες ήταν μεταξύ των 80 νεκρών.
Ωστόσο, ισχυρίστηκε ότι ήταν ασαφές εάν τα άλλα 60 άτομα -όλα γυναίκες και παιδιά- ήταν επίσης μαχητές, ενώ υποστήριξε και πως τα χτυπήματα ήταν «νόμιμη αυτοάμυνα».
«Αποστρεφόμαστε την απώλεια αθώων ζωών και λαμβάνουμε όλα τα δυνατά μέτρα για να τις αποτρέψουμε», αναφέρεται επίσης στην ανακοίνωση.
«Σε αυτή την περίπτωση, κάναμε αυτοαξιολόγηση και ερευνήσαμε το συμβάν σύμφωνα με τα δικά μας στοιχεία και αναλαμβάνουμε την πλήρη ευθύνη για την ακούσια απώλεια ζωών» συμπληρώνεται έπειτα.
Το άρθρο των NYT
Επικαλούμενοι συνεντεύξεις προσωπικού των ΗΠΑ, εμπιστευτικά έγγραφα και απόρρητες αναφορές, οι NYT αναφέρουν ότι τα θανατηφόρα χτυπήματα αμφισβητήθηκαν γρήγορα από το προσωπικό των ΗΠΑ.
«Ποιος το πέταξε;» φαίνεται πως ρώτησε την ώρα της επίθεσης ένας αναλυτής σε μία ασφαλή συνομιλία, όπως γράφουν πάντα οι NYT.
«Μόλις έπεσε σε 50 γυναίκες και παιδιά», φέρεται να είχε απαντήσει άλλος αναλυτής.
Οι αμερικανικές δυνάμεις έριξαν βόμβα 500 λιβρών (227 κιλών) και 2.000 λιβρών (907 κιλών) σε περιοχή κοντά στην πόλη Μπαγκούζ.
Ένα από τα άτομα που αμφισβήτησαν άμεσα τα χτυπήματα, ήταν ο αντισυνταγματάρχης Ντιν Κόρσακ, δικηγόρος της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ, που είχε χαρακτηρίσει τις επιδρομές ως πιθανό έγκλημα πολέμου, προσπάθησε αρχικά να ζητήσει από την ηγεσία της υπηρεσίας να ερευνήσει τα χτυπήματα.
Η αρχική εκτίμηση έδειξε ότι υπήρξε «μικρός αριθμός θανάτων αμάχων».
Έπειτα, αφού απέτυχε να σημειώσει πρόοδο με την ηγεσία της Πολεμικής Αεροπορίας και τους ερευνητές, ο Κόρσακ ειδοποίησε το Γραφείο Γενικού Επιθεωρητή του Υπουργείου Άμυνας των ΗΠΑ.
Ο δικηγόρος της Πολεμικής Αεροπορίας των ΗΠΑ έστειλε επίσης email σε Επιτροπή της Γερουσίας των ΗΠΑ, ενημερώνοντας τα μέλη ότι μια αμερικανική μονάδα είχε σκόπιμα υποβάλει παραποιημένες εγγραφές σε μια προσπάθεια να «καλύψει τα περιστατικά» της 18 Μαρτίου 2019.
Από την άλλη, ο Τζιν Τέιτ, εκτιμητής επιφορτισμένος με την υπόθεση, αποκάλυψε στην εφημερίδα ότι η ηγεσία του Πενταγώνου «φαινόταν τόσο αποφασισμένη να το θάψει».
«Κανείς δεν ήθελε να κάνει τίποτα με αυτό», είπε ο Τέιτ και πρόσθεσε «Σε κάνει να χάνεις την πίστη σου στο σύστημα όταν οι άνθρωποι προσπαθούν να κάνουν αυτό που είναι σωστό, αλλά κανείς σε ηγετικές θέσεις δεν θέλει να το ακούσει».
Ο Τέιτ, μάλιστα, ισχυρίστηκε ότι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη δουλειά του αφού εξέφρασε ανησυχία για τον χειρισμό των επιδρομών από την ηγεσία.