Μια ασυνήθιστη μέθοδο νομιμοποίησης παράνομων εσόδων εξετάζουν οι Αρχές στην υπόθεση της αλυσίδας αρτοποιείων «Χωριάτικο». Αντί να αποκρύπτονται εισπράξεις, καταστήματα φέρονται να εμφάνιζαν μεγαλύτερο τζίρο και να εξέδιδαν περισσότερες αποδείξεις, ώστε χρήματα από δραστηριότητες της νυχτερινής διασκέδασης να παρουσιάζονται ως νόμιμες πωλήσεις. Στο μικροσκόπιο βρίσκονται περίπου 40 πρόσωπα που εμφανίζονταν ως διαχειριστές επιχειρήσεων, ενώ σε βάρος 59 συλληφθέντων έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για σειρά κακουργημάτων.
Δεν πρόκειται απλώς για μια ακόμη υπόθεση επιχειρήσεων που φέρονται να απέκρυπταν εισπράξεις από την Εφορία. Η αστυνομική έρευνα για την αλυσίδα αρτοποιείων «Χωριάτικο» εξετάζει έναν πολύ πιο σύνθετο μηχανισμό, στον οποίο πραγματικές επιχειρήσεις, εναλλαγές διαχειριστών και μεγάλοι δηλωμένοι τζίροι φέρονται να χρησιμοποιούνταν για να καλύψουν την προέλευση χρημάτων.
Σύμφωνα με τις νεότερες πληροφορίες, το ενδιαφέρον των ερευνητών στρέφεται ιδιαίτερα στη διαδρομή των ποσών που φέρονται να προέρχονταν από νυχτερινά κέντρα και στη διοχέτευσή τους στο εμπορικό δίκτυο.
Η υπόθεση έχει ήδη οδηγήσει σε 59 συλλήψεις, ενώ οι δικαστικές διαδικασίες βρίσκονται σε εξέλιξη.
Το παράδοξο με τις αποδείξεις: Δήλωναν περισσότερα χρήματα;
Στις περισσότερες υποθέσεις φοροδιαφυγής, η έρευνα επικεντρώνεται σε εισπράξεις που δεν δηλώθηκαν ή σε συναλλαγές για τις οποίες δεν εκδόθηκαν παραστατικά.
Εδώ οι αστυνομικές πληροφορίες περιγράφουν και έναν αντίστροφο μηχανισμό.
Καταστήματα φέρονται να εξέδιδαν περισσότερες αποδείξεις και να παρουσίαζαν υψηλότερα έσοδα από τις πραγματικές εμπορικές τους δραστηριότητες.
Με αυτόν τον τρόπο, χρήματα που οι Αρχές θεωρούν ύποπτα ως προς την προέλευσή τους θα μπορούσαν να εμφανίζονται στα λογιστικά βιβλία ως εισπράξεις από πωλήσεις προϊόντων.
Πώς θα λειτουργούσε στην πράξη μια τέτοια διαδικασία;
Εάν ένα κατάστημα εμφάνιζε έσοδα υψηλότερα από τις πραγματικές του πωλήσεις, η διαφορά θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τη λογιστική ενσωμάτωση χρημάτων άλλης προέλευσης. Όταν αυτά καταγράφονται ως εμπορικές εισπράξεις, δυσκολεύει ο εντοπισμός της αρχικής διαδρομής τους.
Αυτή είναι η εκδοχή που εξετάζουν οι ερευνητές. Δεν σημαίνει ότι κάθε απόδειξη που εκδόθηκε από καταστήματα της αλυσίδας ήταν εικονική ή ότι όλοι οι εργαζόμενοι γνώριζαν την ενδεχόμενη παράνομη δραστηριότητα.
Οι 40 «αχυράνθρωποι» και οι εταιρείες που άλλαζαν χέρια
Κεντρικό ρόλο στον φερόμενο μηχανισμό είχαν περίπου 40 πρόσωπα που εμφανίζονταν στα χαρτιά ως ιδιοκτήτες ή διαχειριστές επιχειρήσεων.
Πρόκειται για τους λεγόμενους «αχυρανθρώπους»: ανθρώπους που καταχωρίζονται επισήμως σε εταιρικές θέσεις, ενώ οι πραγματικές αποφάσεις ενδέχεται να λαμβάνονται από άλλα πρόσωπα.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες της έρευνας, αρκετοί ήταν ηλικιωμένοι, χαμηλού εισοδήματος ή διέμεναν στο εξωτερικό.
Οι Αρχές εξετάζουν εάν στο όνομά τους ιδρύονταν διαδοχικά εταιρείες, αρτοποιεία και καταστήματα εστίασης, ενώ η ουσιαστική διαχείριση παρέμενε σε άλλα χέρια.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η πληροφορία ότι πρόσωπο που είχε πεθάνει τα προηγούμενα χρόνια εξακολουθούσε να εμφανίζεται στα εταιρικά στοιχεία.
Οι ανακριτικές και αστυνομικές έρευνες καλούνται να αποσαφηνίσουν ποιος υπέγραφε, ποιος διαχειριζόταν τα χρήματα και ποιος είχε τον πραγματικό έλεγχο κάθε εταιρείας.
Περίπου 520 εταιρείες στο μικροσκόπιο
Η έρευνα δεν περιορίζεται σε έναν φούρνο ή σε ορισμένα καταστήματα της γνωστής αλυσίδας.
Σύμφωνα με τα μέχρι τώρα δημοσιευμένα στοιχεία, στο μικροσκόπιο βρίσκονται περίπου 520 εταιρείες και οι μεταξύ τους συναλλαγές.
Οι ερευνητές εξετάζουν εταιρικές μεταβολές, μεταφορές δραστηριοτήτων, φορολογικές υποχρεώσεις και ενδεχόμενες εικονικές συναλλαγές.
Η συνολική ζημία για το Δημόσιο έχει εκτιμηθεί από δημοσιεύματα ότι ενδέχεται να υπερβαίνει τα 100 εκατομμύρια ευρώ.
Πρόκειται για μέγεθος που αφορά τη διερευνώμενη υπόθεση και δεν αποτελεί τελεσίδικα προσδιορισμένη οφειλή όλων των επιχειρήσεων.
Η ένταξη μιας εταιρείας στην έρευνα δεν αποδεικνύει αυτομάτως ότι η εταιρεία ή όσοι εργάζονται σε αυτήν έχουν διαπράξει αδίκημα.
Νυχτερινά κέντρα και η διαδρομή του χρήματος
Μία από τις σημαντικότερες πλευρές της έρευνας είναι η πιθανή διασύνδεση της δραστηριότητας των αρτοποιείων με καταστήματα νυχτερινής διασκέδασης.
Σύμφωνα με όσα εξετάζουν οι αστυνομικοί, μέρος των χρημάτων φέρεται να προερχόταν από νυχτερινά κέντρα και στριπ κλαμπ στο κέντρο της Αθήνας.
Τα ποσά φέρονται στη συνέχεια να διοχετεύονταν σε επιχειρήσεις εστίασης και αρτοποιίας, μέσω του μηχανισμού αυξημένων δηλωμένων πωλήσεων.
Η έρευνα περιλαμβάνει επίσης πληροφορίες για τη λειτουργία νυχτερινού καταστήματος στο οποίο φέρονται να οργανώνονταν συναντήσεις γυναικών με πελάτες μέσω αγγελιών.
Οι αστυνομικοί εξετάζουν εάν υπάρχουν στοιχεία που συνδέουν τη συγκεκριμένη δραστηριότητα με αδικήματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης ή εμπορίας ανθρώπων.
Μέχρι στιγμής, ωστόσο, δεν έχουν ανακοινωθεί επαρκή νέα στοιχεία για αυτόφωρη διαδικασία σχετικά με το συγκεκριμένο σκέλος. Δεν πρέπει, επομένως, να θεωρείται αποδεδειγμένη οποιαδήποτε νέα σχετική κατηγορία.
Οι 59 συλλήψεις και οι εννέα κακουργηματικές κατηγορίες
Η μεγάλη αστυνομική επιχείρηση κατέληξε στη σύλληψη 59 προσώπων.
Σε βάρος τους ασκήθηκε ποινική δίωξη για εννέα κακουργήματα και δύο πλημμελήματα.
Στο κατηγορητήριο περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, αδικήματα που αφορούν τη συγκρότηση, διεύθυνση και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, την απάτη σε βάρος του Δημοσίου, τη φοροδιαφυγή και τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα.
Οι κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν ενώπιον των δικαστικών Αρχών και έλαβαν προθεσμία για να προετοιμάσουν τις απολογίες τους.
Η άσκηση δίωξης αποτελεί στάδιο της ποινικής διαδικασίας και δεν ισοδυναμεί με καταδικαστική απόφαση.
Τα 6 εκατομμύρια ευρώ στους λογαριασμούς
Ένα ακόμη σημαντικό εύρημα αφορά τραπεζικούς λογαριασμούς προσώπων του στενού περιβάλλοντος του επιχειρηματία που φέρεται ως επικεφαλής του δικτύου.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν γίνει γνωστές, οι Αρχές εντόπισαν περίπου 6 εκατομμύρια ευρώ σε λογαριασμούς της συζύγου του και δύο ακόμη κοντινών του προσώπων.
Τα κεφάλαια έχουν τεθεί στο επίκεντρο της οικονομικής έρευνας, καθώς εξετάζεται η προέλευσή τους και η πιθανή σύνδεσή τους με τη φερόμενη νομιμοποίηση παράνομων εσόδων.
Η έρευνα επεκτείνεται στις οικονομικές διαδρομές, ώστε να αποσαφηνιστεί από ποιες δραστηριότητες προήλθαν τα ποσά και ποιοι είχαν πραγματική πρόσβαση σε αυτά.
Η σύλληψη στα Ιωάννινα και η διαδρομή προς Αλβανία
Ο 57χρονος επιχειρηματίας, που παρουσιάζεται από τις Αρχές ως κεντρικό πρόσωπο της υπόθεσης, συνελήφθη στα Ιωάννινα.
Σύμφωνα με το αστυνομικό ρεπορτάζ, φέρεται να ετοιμαζόταν να κινηθεί οδικώς προς την Αλβανία και στη συνέχεια να ταξιδέψει προς το Ντουμπάι.
Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι σε βάρος του ίσχυε απαγόρευση εξόδου από τη χώρα, λόγω παλαιότερης δικαστικής υπόθεσης.
Ο ίδιος είχε απασχολήσει τις Αρχές από το 2008 σε υπόθεση μαστροπείας και εμπορίας ανθρώπων, για την οποία του είχε επιβληθεί πρωτόδικη ποινή κάθειρξης. Είχε αφεθεί ελεύθερος με περιοριστικούς όρους, καθώς η έφεσή του είχε ανασταλτικό αποτέλεσμα.
Η παλαιότερη δικαστική διαδρομή αποτελεί ξεχωριστή υπόθεση και δεν υποκαθιστά την απόδειξη των σημερινών κατηγοριών.
Ο πρώην συνδικαλιστής και ο φερόμενος ενδιάμεσος
Ανάμεσα στους συλληφθέντες βρίσκεται και πρώην συνδικαλιστικό στέλεχος της ΓΕΝΟΠ.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες της έρευνας, φέρεται να λειτουργούσε ως σύνδεσμος ανάμεσα στον επιχειρηματία και σε πρόσωπα που εμφανίζονταν ως διαχειριστές των εταιρειών.
Οι Αρχές εξετάζουν τον ακριβή ρόλο του στη συγκρότηση και στη λειτουργία του εταιρικού δικτύου.
Οι ίδιες πληροφορίες τοποθετούν σημαντικό μέρος της οργάνωσης και της συνεννόησης των εμπλεκομένων σε κατάστημα αρτοποιίας στη λεωφόρο Κηφισού.
Τι περιγράφουν γείτονες των καταστημάτων
Μαρτυρίες από περιοχές όπου λειτουργούσαν καταστήματα της αλυσίδας προσθέτουν μια ακόμη διάσταση στην έρευνα.
Κάτοικοι και επαγγελματίες της περιοχής ανέφεραν ότι παρατηρούσαν γυναίκες να επισκέπτονται ορισμένα καταστήματα, να παραμένουν για λίγα λεπτά και στη συνέχεια να αποχωρούν.
Οι μαρτυρίες αυτές εξετάζονται σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες πληροφορίες για τις δραστηριότητες του δικτύου.
Ωστόσο, οι σύντομες επισκέψεις ανθρώπων σε ένα κατάστημα δεν συνιστούν από μόνες τους απόδειξη παράνομης δραστηριότητας. Η σημασία τους θα εξαρτηθεί από το αν συνδέονται με άλλα εξακριβωμένα ευρήματα.
Τι θα γίνει με τους εργαζομένους
Μέσα στη μεγάλη έρευνα υπάρχει και ένα πρακτικό ζήτημα που αφορά ανθρώπους οι οποίοι εργάζονται στα καταστήματα.
Ορισμένα σημεία της αλυσίδας συνεχίζουν να λειτουργούν, ενώ παραμένουν ανοιχτά ερωτήματα για τη συνέχεια της επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Οι εργαζόμενοι βρίσκονται αντιμέτωποι με την αβεβαιότητα για το μέλλον των θέσεων εργασίας τους, χωρίς να έχουν ανακοινωθεί οριστικές αποφάσεις για το σύνολο των καταστημάτων.
Το γεγονός ότι μια επιχείρηση ερευνάται δεν συνεπάγεται πως οι εργαζόμενοί της εμπλέκονται στις φερόμενες παράνομες συναλλαγές.
Το κρίσιμο ερώτημα της έρευνας
Οι επόμενες απολογίες και η ανάλυση των εταιρικών και τραπεζικών στοιχείων αναμένεται να φωτίσουν τον τρόπο λειτουργίας του φερόμενου δικτύου.
Το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο πόσες επιχειρήσεις χρησιμοποιήθηκαν ή ποια πρόσωπα εμφανίζονταν τυπικά ως διαχειριστές.
Είναι ποιος είχε τον πραγματικό έλεγχο των χρημάτων, ποιος λάμβανε τις αποφάσεις και αν οι δηλωμένες πωλήσεις χρησιμοποιούνταν για να αποκρύπτεται η προέλευση παράνομων εσόδων.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο επικεντρώνεται πλέον η οικονομική και ποινική διερεύνηση της υπόθεσης «Χωριάτικο».