Τέσσερις άνθρωποι κρατούνταν όμηροι σε διαμέρισμα στα Κάτω Πατήσια. Ο άνδρας που τους απειλούσε έλεγε ότι είχε χειροβομβίδα, όμως οι αστυνομικοί αμφισβητούσαν αν ήταν αληθινή. Το βράδυ της 23ης Σεπτεμβρίου 1998, η επιχείρηση για τη σύλληψη του Σορίν Ματέι στην οδό Νιόβης κατέληξε σε έκρηξη που τραυμάτισε βαρύτατα την 25χρονη Αμαλία Γκινάκη. Δεκαέξι ημέρες αργότερα, η νεαρή γυναίκα πέθανε στο νοσοκομείο.
Η υπόθεση είχε ήδη περάσει από τα στενά όρια μιας αστυνομικής επιχείρησης σε πρωτοφανές τηλεοπτικό γεγονός για την Ελλάδα της εποχής. Ο Ματέι επικοινώνησε με τον ΣΚΑΪ ενώ κρατούσε τους ομήρους και βγήκε στον αέρα, απειλώντας ότι θα ανατινάξει το διαμέρισμα. Η συνομιλία μεταδιδόταν την ώρα που οι αστυνομικοί προσπαθούσαν να αποφασίσουν πώς θα τον ακινητοποιούσαν.

Διέφυγε από τον φωταγωγό και βρέθηκε στο σπίτι μιας οικογένειας
Το απόγευμα της 23ης Σεπτεμβρίου, αστυνομικοί εντόπισαν τον καταζητούμενο Σορίν Ματέι σε διαμέρισμα της οδού Νιόβης 4. Κατά την προσπάθεια σύλληψής του, ο Ματέι κατάφερε να διαφύγει μέσω του φωταγωγού και να μπει σε άλλο διαμέρισμα της πολυκατοικίας, στον πρώτο όροφο.
Εκεί βρίσκονταν η Σουλτάνα Γκινάκη, τα παιδιά της Αμαλία και Βαγγέλης, καθώς και ο αρραβωνιαστικός της Αμαλίας, Απόστολος Μακρινός. Ο Ματέι τους κράτησε ομήρους υπό την απειλή χειροβομβίδας. Οι άνθρωποι αυτοί δεν είχαν καμία σχέση με την προσπάθεια σύλληψης του και βρέθηκαν ξαφνικά στο επίκεντρο μιας ένοπλης αντιπαράθεσης.
Η δυνατότητα διαφυγής του καταζητούμενου προς άλλο διαμέρισμα και η παρουσία ενοίκων στην πολυκατοικία αποτέλεσαν κεντρικά ζητήματα της κριτικής που ασκήθηκε στη συνέχεια για τον σχεδιασμό της επιχείρησης.

Το τηλεφώνημα που έβγαλε την ομηρία στον αέρα
Καθώς η αστυνομία είχε αποκλείσει την περιοχή, ο Ματέι τηλεφώνησε στον τηλεοπτικό σταθμό και ζήτησε να μιλήσει ζωντανά. Η συνομιλία μεταδόθηκε, με τον καταζητούμενο να δηλώνει ότι κρατούσε χειροβομβίδα και να απειλεί τους ομήρους.
Κάποια στιγμή έδωσε το τηλέφωνο στην Αμαλία Γκινάκη, ώστε να επιβεβαιώσει ότι η οικογένεια βρισκόταν υπό την απειλή του. Το τηλεοπτικό κοινό άκουγε πλέον απευθείας τη φωνή μιας γυναίκας που κρατούνταν όμηρος, ενώ έξω από το κτίριο η αστυνομική επιχείρηση βρισκόταν σε εξέλιξη.
Ο Ματέι ζητούσε 500.000 δολάρια και τη διαφυγή του. Στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων απελευθέρωσε τη Σουλτάνα Γκινάκη, όμως οι υπόλοιποι όμηροι παρέμειναν στο διαμέρισμα. Το τηλεφώνημα και η ζωντανή μετάδοση έγιναν αργότερα αντικείμενο έντονης δημόσιας συζήτησης για τον ρόλο της τηλεόρασης σε μια ομηρία που δεν είχε ακόμη λήξει.

Η χειροβομβίδα εξερράγη κατά την έφοδο
Λίγο μετά τις 11 το βράδυ, οι αστυνομικοί επιχείρησαν να εισβάλουν στο διαμέρισμα. Ακολούθησε συμπλοκή με τον Ματέι και η χειροβομβίδα εξερράγη, προκαλώντας σοβαρούς τραυματισμούς.
Η Αμαλία Γκινάκη τραυματίστηκε βαρύτατα. Μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο «Ερυθρός Σταυρός», όπου οι γιατροί προσπάθησαν να κρατήσουν στη ζωή την 25χρονη. Πέθανε στις 9 Οκτωβρίου 1998, έπειτα από δεκαέξι ημέρες νοσηλείας.
Από την έκρηξη τραυματίστηκαν και αστυνομικοί. Ο Σορίν Ματέι συνελήφθη τραυματισμένος και πέθανε στις 26 Σεπτεμβρίου, τρεις ημέρες μετά την ομηρία.

Οι συνέπειες της επιχείρησης
Το αιματηρό τέλος της ομηρίας προκάλεσε έρευνες και έντονη αντιπαράθεση για τον επιχειρησιακό σχεδιασμό της ΕΛ.ΑΣ. Ο τότε αρχηγός της Αστυνομίας, Αθανάσιος Βασιλόπουλος, παραιτήθηκε. Σε ποινική υπόθεση που ακολούθησε καταδικάστηκε πρωτόδικα, αλλά αθωώθηκε από το Εφετείο το 2005.
Η τηλεοπτική μετάδοση προκάλεσε επίσης αντιδράσεις. Το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης επέβαλε διοικητικό πρόστιμο στον ΣΚΑΪ για τον χειρισμό της κάλυψης. Η απόφαση αυτή δεν αποτελεί ποινική καταδίκη για τον θάνατο της ομήρου.
Η ημερομηνία της 23ης Σεπτεμβρίου συνδέθηκε έκτοτε με δύο εικόνες που δεν χωρίζονται από την ιστορία της υπόθεσης. Από τη μία, μια ομηρία που παρακολουθούσε ζωντανά η χώρα. Από την άλλη, η Αμαλία Γκινάκη, η οποία βρέθηκε στο διαμέρισμα ως ανυποψίαστη ένοικος και δεν βγήκε ζωντανή από τις συνέπειες της αστυνομικής εφόδου.