Συγκλονιστικά είναι τα στοιχεία που έρχονται στο φως της δημοσιότητας από την ογκώδη δικογραφία για τη δράση του σκοτεινού κυκλώματος στην Κρήτη, το οποίο είχε μετατρέψει την έκδοση ιατροδικαστικών και τοξικολογικών πραγματογνωμοσυνών σε βιομηχανία αθώωσης ποινικών. Οι διάλογοι που έχουν καταγραφεί από τις διωκτικές αρχές αποκαλύπτουν τον κυνισμό με τον οποίο καθηγητής τοξικολογίας και γνωστός συνήγορος, έστηναν τις υποθέσεις για να εξασφαλίσουν ευνοϊκή δικαστική μεταχείριση σε μέλη εγκληματικών οργανώσεων.
Η Υποδιεύθυνση Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων των Χανίων έχει στα χέρια της αποκαλυπτικά ντοκουμέντα. Σύμφωνα με τη δικογραφία, οι εμπλεκόμενοι όχι μόνο καθοδηγούσαν τους εγκληματίες για το πώς θα ξεγελάσουν τις εξετάσεις, αλλά οργάνωναν μέχρι και την αποστολή των πειστηρίων μέσω εταιρειών ταχυμεταφορών (κούριερ), διασφαλίζοντας το αδιάβλητο της παρανομίας τους.
Το κόλπο με τα κούριερ και τα εξαφανιζόμενα μηνύματα
Το κύκλωμα, γνωρίζοντας τη σοβαρότητα των ποινικών αδικημάτων που κάλυπτε, χρησιμοποιούσε εξελιγμένες μεθόδους επικοινωνίας. Οι συνομιλίες γίνονταν μέσω διαδικτυακών εφαρμογών, έχοντας ενεργοποιημένη τη λειτουργία των εξαφανιζόμενων μηνυμάτων, ώστε να μην αφήνουν ψηφιακά ίχνη.
Σε έναν από τους πλέον χαρακτηριστικούς διαλόγους, ο συνήγορος και ο τοξικολόγος κανονίζουν την παραλαβή δειγμάτων τρίχας από πελάτη τους. Ο καθηγητής, με χαρακτηριστική άνεση, δίνει ακριβείς οδηγίες για την ποσότητα («τριάντα τρίχες») και τα σημεία λήψης («από τα μαλλιά και το εφηβαίο»), ζητώντας από τον δικηγόρο να τα βάλει σε έναν φάκελο και να του τα στείλει. Η διαδικασία αυτή δεν είχε κανένα ίχνος νομιμότητας, καθώς παρακάμπτονταν όλες οι επίσημες πρωτοκόλλων ασφαλείας και αδιάβλητης λήψης δειγμάτων.
Μάλιστα, όταν ο δικηγόρος παραπονιέται ότι έχασε κάποιες παλαιότερες οδηγίες επειδή «σβήστηκαν», ο καθηγητής απαντά αφοπλιστικά: «Α, ωραία», επιβεβαιώνοντας πως η συγκάλυψη ήταν ο αυτοσκοπός.
Οι ταρίφες της συγκάλυψης και οι βαρυποινίτες
Το οικονομικό δέλεαρ πίσω από τη δράση της αποκαλούμενης «μαφίας της Κρήτης» ήταν τεράστιο. Το κύκλωμα δεν εξυπηρετούσε τυχαίους παραβάτες, αλλά σκληρούς ποινικούς. Στη δικογραφία καταγράφεται η αγωνία του δικηγόρου να εξασφαλίσει άμεσα καθαρή πραγματογνωμοσύνη για πελάτη του, ο οποίος αντιμετώπιζε βαριές κατηγορίες και επρόκειτο να περάσει από τον ανακριτή, όντας «βαρύς χρήστης κοκαΐνης».
Ο τοξικολόγος, αν και αρχικά εκφράζει τις επιφυλάξεις του για τον ασφυκτικό χρόνο λέγοντας πως η διαδικασία «δεν γίνεται σε μία μέρα», τελικά μπαίνει στο παζάρι για το πώς το δείγμα θα μπορούσε να εμφανιστεί με «επίσημο» μανδύα. Οι οικονομικές απολαβές για τις υπηρεσίες αυτές άγγιζαν τεράστια ποσά, με τον δικηγόρο να αναφέρει στον πελάτη του ότι το κόστος θα ξεπεράσει «σίγουρα τα 1.000 ευρώ» μόνο για τη μία πράξη.
Η κατάσταση παίρνει ακόμη πιο σκοτεινές διαστάσεις, όταν οι δύο άνδρες συζητούν για μια τρίτη υπόθεση, την οποία ο ίδιος ο συνήγορος χαρακτηρίζει εξαιρετικά επικίνδυνη, καθώς αφορά τη δράση «εγκληματικής οργάνωσης». Το υλικό αυτό εξετάζεται πλέον ενδελεχώς από τις δικαστικές αρχές, προκειμένου να διαπιστωθεί πόσοι ακόμη σκληροί ποινικοί κυκλοφορούν ελεύθεροι στους δρόμους, χάρη στις αλλοιωμένες εκθέσεις του κυκλώματος.