Σε μια σημαντική επιτυχία προχώρησε το Τμήμα Δίωξης Ναρκωτικών της Υποδιεύθυνσης Ασφάλειας Πατρών, καταφέρνοντας να εξαρθρώσει μια καλά οργανωμένη εγκληματική ομάδα που δραστηριοποιούνταν στη συστηματική διακίνηση ναρκωτικών ουσιών.
Η αστυνομική επιχείρηση, η οποία σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε με απόλυτη μυστικότητα, οδήγησε στη σύλληψη τεσσάρων ατόμων, εκ των οποίων τρεις άνδρες και μία γυναίκα, οι οποίοι κατηγορούνται για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης και παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών. Οι αρχές κατάφεραν να μπλοκάρουν τη δράση του κυκλώματος που διοχέτευε σημαντικές ποσότητες κάνναβης τόσο στην αγορά της Πάτρας όσο και σε περιοχές της Αττικής.
Η μεθοδική έρευνα και η επιχείρηση
Η αντίστροφη μέτρηση για την αποδόμηση της σπείρας ξεκίνησε ύστερα από την αξιοποίηση πληροφοριών που έφτασαν στα χέρια των αστυνομικών της Δίωξης Ναρκωτικών Πάτρας. Οι αξιωματικοί της ΕΛ.ΑΣ. έθεσαν υπό διακριτική παρακολούθηση τα μέλη της οργάνωσης, καταγράφοντας τις κινήσεις τους και χαρτογραφώντας τον τρόπο δράσης τους. Το «πράσινο φως» για την επέμβαση δόθηκε όταν διαπιστώθηκε η προετοιμασία για τη μεταφορά μιας μεγάλης παρτίδας ναρκωτικών.
Η επιχείρηση εξελίχθηκε ταυτόχρονα σε δύο μέτωπα, στην Πάτρα και στην Αθήνα. Οι αστυνομικοί εντόπισαν και ακινητοποίησαν τα μέλη της οργάνωσης, προχωρώντας σε ελέγχους τόσο στα οχήματά τους όσο και στις οικίες τους. Κατά τη διάρκεια των ερευνών, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν συνολικά πάνω από 12 κιλά κάνναβης, ποσότητα που προοριζόταν για άμεση διοχέτευση στην παράνομη αγορά.

Ο ρόλος του «εγκεφάλου» και το modus operandi
Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, η οργάνωση είχε σαφή ιεραρχική δομή και διακριτούς ρόλους. Κεντρικό πρόσωπο στην υπόθεση φέρεται να είναι ένας εκ των συλληφθέντων, ο οποίος είχε τον ρόλο του αρχηγού. Ο συγκεκριμένος άνδρας, κάτοικος Αθηνών, ήταν υπεύθυνος για την προμήθεια των ναρκωτικών ουσιών και τον συντονισμό της μεταφοράς τους.
Η μεθοδολογία δράσης (modus operandi) του κυκλώματος περιελάμβανε τη μεταφορά των ναρκωτικών από την Αθήνα στην Πάτρα με τη χρήση ιδιωτικών οχημάτων. Τα μέλη της οργάνωσης λάμβαναν μέτρα αντιπαρακολούθησης για να αποφύγουν τον εντοπισμό τους από τις αρχές. Μόλις τα φορτία έφταναν στην αχαϊκή πρωτεύουσα, αποθηκεύονταν σε ασφαλείς χώρους («καβάτζες») και στη συνέχεια διαμοιράζονταν σε μικρότερες ποσότητες για να πωληθούν στους τελικούς χρήστες.

Τα ευρήματα και η δικαιοσύνη
Εκτός από τη μεγάλη ποσότητα της ακατέργαστης κάνναβης, οι αστυνομικοί εντόπισαν και κατέσχεσαν σημαντικά πειστήρια που αποδεικνύουν το εύρος της εγκληματικής δραστηριότητας. Συγκεκριμένα, βρέθηκαν ζυγαριές ακριβείας που χρησιμοποιούνταν για τον διαμοιρασμό των δόσεων, κινητά τηλέφωνα που αποτελούσαν τα μέσα επικοινωνίας μεταξύ των μελών, καθώς και ένα σημαντικό χρηματικό ποσό, το οποίο εκτιμάται ότι προέρχεται από την εμπορία των ναρκωτικών.
Οι τέσσερις συλληφθέντες οδηγήθηκαν στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πατρών, αντιμετωπίζοντας κακουργηματικού χαρακτήρα διώξεις. Η εξάρθρωση της συγκεκριμένης ομάδας θεωρείται από την τοπική ηγεσία της ΕΛ.ΑΣ. ως ένα καίριο πλήγμα στα δίκτυα διακίνησης που δραστηριοποιούνται στη Δυτική Ελλάδα, καθώς αποτράπηκε η διοχέτευση χιλιάδων δόσεων ναρκωτικών στην τοπική κοινωνία. Οι έρευνες συνεχίζονται για να διαπιστωθεί αν υπάρχουν και άλλοι συνεργοί ή αν η ομάδα συνδέεται με ευρύτερα δίκτυα εμπορίας.