Τις στιγμές τρόμου που έζησαν όταν έγινε η έκρηξη και ακολούθησε η φωτιά στο εργοστάσιο της μπισκοτοβιομηχανίας Βιολάντα στα Τρίκαλα περιέγραψαν εργαζόμενοι που διασώθηκαν.
Εργαζόμενος που τραυματίστηκε μίλησε στο MEGA και είπε πως τη στιγμή της έκρηξης «δεν ήμουν σε εκείνο το σημείο, ήμουν 30-40 μέτρα μακριά, μας έριξε κάτω έπεσαν τα πάνελ πάνω μου και προσπάθησα να βγω και βγήκα, από τα πάνελ να βλέπω γιατί είχε και σκοτάδια. Έτυχε να βγω εκεί μπροστά που βρήκα κενό χώρο και πέτυχα μπροστά τα κορίτσια που σώθηκαν. Τους φώναξα “βγείτε, βγείτε έξω” και βγήκαμε. Προλάβαμε να βγούμε, είχε πάρει τεράστια διάσταση η φωτιά».
Η φωτιά «ερχόταν καταπάνω μου, σε κλάσματα δευτερολέπτου ερχόταν», είπε. «Για 30 δευτερόλεπτα δεν ήμουν στο σημείο που έγινε η έκρηξη που ήταν τα πέντε κορίτσια. Έτυχε πέρασα και πήγα μέχρι τα αποδυτήρια ακούστηκε το μπαμ, έπεσε όλο το εργοστάσιο. Μπόμπα, λες και ήταν μπόμπα», συμπλήρωσε.
«Σωθήκαμε από θαύμα»
«Ούτε αλεύρια είχε στο υπόγειο, ούτε ζάχαρες γιατί ακούω διάφορα εδώ χαζά. Στο υπόγειο ήταν ένα παλιό υπόγειο, παλιατζούρα, ένα μοτέρ και μετά τον Ντάνιελ είχε λάσπες. Εμείς σωθήκαμε από θαύμα», ανέφερε.
«Ο χώρος είναι γύρω στα 100 μέτρα, υπάρχουν κάποια πόστα, οι τέσσερις γυναίκες ήταν σε κοντινή απόσταση λόγω πόστων, οι τρεις μάζευαν, η άλλη ήταν στο κιβώτιο, πολύ κοντινή απόσταση ούτε πέντε μέτρα και ήταν στον χώρο που έγινε η ακριβώς έκρηξη, από κάτω προς τα επάνω. Η κοπέλα που βρέθηκε η πέμπτη ήταν γύρω στα 15 μέτρα σε άλλο πόστο. Άλλοι ήταν πάρα πέρα σε άλλο πόστο, τρεις μαζί σε ακτίνα πέντε μέτρων και αυτές, οι άλλος ήταν στη μηχανή, ο άλλος ήταν στα ζυμωτήρια», περιέγραψε.
«Η έκρηξη έγινε στο σημείο που ήταν τα πέντε τα κορίτσια. Είναι ένα υπόγειο δεν ξέρει κανείς τι είχε. Δεν γνωρίζω αν γινόταν κάποια συσσώρευση αερίου για να γίνει τέτοια… Δεν έχει ούτε εργασία το υπόγειο. Δεν ήταν κανένας, κάποιοι δεν ήξεραν καν ότι υπάρχει υπόγειο. Δεν υπήρχε αυτό το υπόγειο χρόνια, χρόνια πολλά δεν δούλευαν, δεν υπήρχε αυτό το υπόγειο», όπως είπε.
Για το αν υπήρχε κάποια μυρωδιά στο εργοστάσιο, είπε: «τελευταία δεν μας μύριζε τίποτα. Τώρα άλλες μέρες λένε, οι απόψεις διίστανται. Άλλες κοπέλες μύριζαν, άλλες μύριζαν από το μπάνιο κάτι. Άλλες μύριζαν από την λάντζα κάτι. Τώρα τόσο έντονη τι να σας πω. Δεν έπεσε στην αντίληψή μου και εμένα μου μύριζε πριν πολλές ημέρες κάτι αλλά δεν ήταν τόσο έντονο έφευγε. Έγινε η έκρηξη ακριβώς μπροστά τους (σε τέσσερις εργαζόμενες), ούτε καν εκείνη τη στιγμή πιστεύω μπορούσαν να πάνε κάπου, οπουδήποτε».
«Κορίτσια, βγείτε γρήγορα έξω»
Η Γεωργία Σκρέτα, περιέγραψε τα όσα συνέβησαν την ημέρα της έκρηξης: «Εκείνο το βράδυ ξεκίνησε η βάρδιά μας κανονικά. Κατά τις 2:30 ξεκίνησαν τα διαλείμματα όπως κάθε βράδυ. Μετά πιάσαμε κανονικά τα πόστα μας. Το πόστο το δικό μου ήταν αμέσως μόλις βγαίνουν τα κουλουράκια από το φούρνο. Δίπλα μου ήταν η φίλη μου η Ελένη και ακριβώς δίπλα η Χρύσα, τα κορίτσια που ζήσαμε. Τα υπόλοιπα κορίτσια ήταν στα υπόλοιπα πόστα. Ακούμε ξαφνικά δεν ξέρω, δεν θυμάμαι τι ώρα, έναν κρότο δυνατό, σβήσανε τα πάντα. Και μετά, από όσο θυμάμαι, πεταχτήκαμε κάτω, άρχισαν να πέφτουν πάνελ, σίδερα, δεν ξέρω ακριβώς τι. Το μόνο που άκουσα ήταν η φίλη μου η Ελένη δίπλα μου να φωνάζει “Γωγώ, είσαι καλά”. Ίσως μετά το χτύπημα που ένιωσα ήμουν ζαλισμένη, λέω “εδώ είμαι Ελένη”. Ήρθε δίπλα μου μπουσουλώντας, σηκωθήκαμε. Από το λίγο που διέκρινα πρέπει να ήταν ακριβώς από πάνω μου. Σίδερα; Πάνελ; Δεν μπορούσαμε να περπατήσουμε κανονικά και η έξοδος, έπρεπε να περάσουμε τη γραμμή παραγωγής, τη δεύτερη που ήταν μέσα στο εργοστάσιο, τα οποία είχαν σκεπαστεί με πάνελ. Ανεβαίνει πρώτα η Χρύσα, δεύτερη η Ελένη και μόλις πήγα να ανέβω εγώ σκάλωσε το ένα μου το πόδι και με βοήθησε να κατέβουμε».
Η κυρία Γεωργία θυμάται πως «με το πού ακούστηκε ο κρότος έρχεται ο υπεύθυνος της βάρδιας μας και φωνάζει “κορίτσια, κορίτσια, βγείτε γρήγορα έξω”. Εμείς του μιλήσαμε να δει ότι είμαστε ζωντανές. Τα υπόλοιπα τα κορίτσια τα φώναζε η Χρύσα αλλά δεν ακούγαμε καμία φωνή».
«Με το που ανεβαίνουμε, κατεβαίνουμε αμέσως κάτω. Μετά ήρθε το παιδί που ήταν στα ζυμωτήρια, ο Βίκτωρας και λέει “ελάτε γρήγορα” και τρέχουμε γρήγορα προς την έξοδο. Η φίλη μου, μου είπε ότι άνοιξε τις ράμπες. Βγαίνουμε έξω, βλέπουμε την αστυνομία και αμέσως ήρθε ο ιδιοκτήτης με τον διευθυντή παραγωγής. Έγιναν όλα αστραπιαία, η φωτιά εξελισσόταν ραγδαία στο δευτερόλεπτο. Καθίσαμε λίγο κάτω για να συνειδητοποιήσουμε τι γίνεται. Περιμέναμε κάτω στο τσιμέντο. Η μύτη μου έτρεχε, η Χρύσα πρέπει να είχε χτυπήσει στο μάτι και η Ελένη στο χέρι και το πόδι. Μας φώναξε η αστυνομία να πάμε πιο πέρα. Αφού φτάσαμε στην άκρη του εργοστασίου μας φώναξε το ΕΚΑΒ “κορίτσια είστε καλά;”. Μας είδανε, εξωτερικά τραύματα δεν είχαμε, πέρα από τη μύτη και το μάτι της Χρύσας. Αφού πήγαμε στο νοσοκομείο, μετά δεν ξέρω τι ακριβώς έγινε», συμπλήρωσε.
Οι πέντε γυναίκες που έχασαν τη ζωή τους ήταν σε απόσταση περί τα 50-60 μέτρα από την κυρία Γεωργία, όπως είπε η ίδια.
Σε ερώτηση για το αν υπήρχε κάποια μυρωδιά στο εργοστάσιο απάντησε: «δεν θέλω να απαντήσω σε κάτι τέτοιο. Απλά εκείνη την ημέρα, αν καταλαβαίναμε κάτι έντονο, ήταν το μόνο σίγουρο ότι δεν θα πηγαίναμε στην παραγωγή. Θα το κλείναμε και θα βγαίναμε έξω. Τη συγκεκριμένη βραδιά δεν μύριζε τίποτα και πουθενά».
Όσο για τις συνθήκες δουλειάς: «εγώ από τον ιδιοκτήτη προσωπικά δεν έχω κανένα παράπονο, ήταν πάνω από όλα άνθρωπος. Δεν μας έβλεπε απλά ότι πρέπει να βγει η παραγωγή του εργοστασίου. Πρώτα πιστεύω θα σκεφτόταν τι κάνει η Γωγώ σαν Γωγώ και μετά όλα τα υπόλοιπα».
Στο εργοστάσιο ήταν λιγότεροι εργαζόμενοι μετά την κοπή της πίτας, αφού «η μπροστινή πτέρυγα δεν δούλεψε, γύρω στα 10 με 12 άτομα. Εμείς που ήμασταν στην πίσω πλευρά, έπρεπε να βγει κάποια παραγωγή πιστεύω και αναγκαστικά δουλέψαμε».
«Δεν ακούσαμε τίποτα» πριν την έκρηξη. «ήταν τόσο ξαφνικό και τόσο απότομο, τα χάσαμε τελείως. Δεν ξέραμε που βρισκόμασταν εκείνη τη στιγμή, λέγαμε είναι όνειρο, είναι πραγματικότητα, δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε τι έχει γίνει».
«Το 2016 είχα πάει και είχα ακούσει ότι υπήρχε ένα υπόγειο το οποίο ήταν σκεπασμένο με μία σιδερένια κατασκευή και μετά το μπαζώσανε. Τώρα τι υπήρχε δεν ξέρω και ποτέ δεν έμαθα. Εγώ προσωπικά δεν είχα δει και κανέναν συνάδελφο να κατεβαίνει κάτω για να πάρει οτιδήποτε», υποστήριξε.
«Ακόμα είμαι στα χαμένα. Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα, δεν ξέρω. Ακόμα δεν έχουμε συνειδητοποιήσει...», είπε. Η κυρία Γεωργία είπε πως δούλευε νυχτερινή βάρδια τα τελευταία 2,5 χρόνια για να είναι την ημέρα με τα παιδιά της, 20 και 5 ετών.