Τα τελευταία χρόνια, το ελληνικό πολεμικό ναυτικό περνά ίσως τη μεγαλύτερη φάση ανανέωσης των τελευταίων δεκαετιών. Με τις φρεγάτες Belharra, τις αναβαθμίσεις στα MEKO και τη γενικότερη προσπάθεια εκσυγχρονισμού του στόλου, υπάρχει πλέον ένα ακόμα τεράστιο ερώτημα που αρχίζει να απασχολεί όλο και περισσότερο την Αθήνα: ποιο θα είναι το επόμενο επιθετικό υποβρύχιο της χώρας;
Και εδώ ακριβώς εμφανίζονται δύο πολύ δυνατά ονόματα. Από τη μία το γαλλικό Barracuda, ένα υποβρύχιο που βασίζεται στην τεχνολογία των πυρηνοκίνητων γαλλικών υποβρυχίων και θεωρείται από πολλούς η “premium” επιλογή. Και από την άλλη το νοτιοκορεατικό KSS-III, ένα νέο αλλά εξαιρετικά φιλόδοξο υποβρύχιο που έχει προκαλέσει τεράστιο ενδιαφέρον παγκοσμίως λόγω των δυνατοτήτων και του κόστους του.
Φυσικά, αυτές δεν είναι οι μόνες προτάσεις που έχουν πέσει στο τραπέζι. Υπάρχουν και γερμανικές επιλογές, υπάρχουν διάφορα σχέδια που εξετάζονται εδώ και χρόνια, όμως αυτή τη στιγμή φαίνεται πως τα δύο μεγάλα φαβορί είναι αυτά. Το γαλλικό Barracuda και το νοτιοκορεατικό KSS-III.
Και το πραγματικό ερώτημα είναι ένα. Τι χρειάζεται περισσότερο η Ελλάδα; Ένα πανίσχυρο υποβρύχιο με κορυφαία τεχνολογία και στενή σύνδεση με τη Γαλλία; Ή ένα τεράστιο υποβρύχιο με μεγάλη αυτονομία, βαριά οπλικά φορτία και πιθανώς καλύτερο κόστος;
Οπλισμός
Ας ξεκινήσουμε με το πιο “βαρύ” κομμάτι κάθε υποβρυχίου. Τον οπλισμό.
Το γαλλικό Barracuda, στην συμβατική του έκδοση που προτείνεται για εξαγωγές, βασίζεται σε μια φιλοσοφία υψηλής ποιότητας και τεχνολογικής υπεροχής. Το υποβρύχιο μπορεί να φέρει βαριές τορπίλες F21, αντιπλοϊκούς πυραύλους Exocet SM39, ενώ υπάρχει και η δυνατότητα ενσωμάτωσης πυραύλων cruise τύπου MdCN, δηλαδή naval cruise missiles με δυνατότητα πλήγματος στόχων βαθιά μέσα στην ενδοχώρα.
Αυτό πρακτικά σημαίνει πως ένα ελληνικό Barracuda θα μπορούσε θεωρητικά να χτυπήσει κρίσιμες στρατιωτικές εγκαταστάσεις, αεροδρόμια ή ναυτικές βάσεις εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά. Και αυτό αλλάζει εντελώς τη στρατηγική ισορροπία.
Το KSS-III όμως πηγαίνει τη λογική αυτή ακόμα παραπέρα.
Οι Νοτιοκορεάτες σχεδίασαν το KSS-III σχεδόν σαν “μικρό πυραυλοφόρο υποβρύχιο”. Το σκάφος διαθέτει κάθετους εκτοξευτές πυραύλων, κάτι εξαιρετικά σπάνιο για συμβατικό υποβρύχιο. Ανάλογα με την έκδοση, μπορεί να φέρει 6 έως και 10 VLS cells, δηλαδή σωλήνες κάθετης εκτόξευσης.
Αυτό επιτρέπει στο KSS-III να εκτοξεύει βαλλιστικούς ή cruise πυραύλους χωρίς καν να χρησιμοποιεί τους τορπιλοσωλήνες του. Και εδώ μιλάμε για πραγματική στρατηγική αποτροπή.
Παράλληλα διαθέτει βαριές τορπίλες, προηγμένους αντιπλοϊκούς πυραύλους και γενικά πολύ μεγαλύτερο συνολικό οπλικό φορτίο λόγω μεγέθους. Το KSS-III φτάνει περίπου τους 3.700 τόνους σε κατάδυση, ενώ το Barracuda εξαγωγικής έκδοσης κινείται χαμηλότερα.
Με απλά λόγια, το Barracuda μοιάζει περισσότερο με “χειρουργικό εργαλείο υψηλής τεχνολογίας”, ενώ το KSS-III θυμίζει “υποβρύχιο στρατηγικής ισχύος” με τεράστια ισχύ πυρός.
Μοναδικά Χαρακτηριστικά
Το μεγάλο πλεονέκτημα του Barracuda είναι ξεκάθαρα η ποιότητα τεχνολογίας και η stealth φιλοσοφία του.
Οι Γάλλοι έχουν τεράστια εμπειρία στα υποβρύχια. Τα πυρηνοκίνητα Barracuda του γαλλικού ναυτικού θεωρούνται από τα πιο αθόρυβα υποβρύχια στον κόσμο και μεγάλο μέρος αυτής της τεχνογνωσίας μεταφέρεται και στις συμβατικές εκδόσεις.
Για το ελληνικό πολεμικό ναυτικό αυτό έχει τεράστια σημασία. Το Αιγαίο είναι μια εξαιρετικά δύσκολη θάλασσα για επιχειρήσεις υποβρυχίων. Είναι γεμάτο νησιά, στενά περάσματα, διαφορετικά βάθη και πολύπλοκο ακουστικό περιβάλλον. Ένα υποβρύχιο που είναι εξαιρετικά αθόρυβο μπορεί να “κρυφτεί” πολύ πιο εύκολα και να στήσει ενέδρες στον αντίπαλο στόλο.
Και εδώ το Barracuda πιθανότατα θα έλαμπε.
Θα μπορούσε να λειτουργεί σαν “κυνηγός” μέσα στο Αιγαίο, παρακολουθώντας τουρκικές ναυτικές μονάδες, φρεγάτες ή αποβατικά πλοία χωρίς να εντοπίζεται. Ειδικά σε ένα σενάριο κρίσης γύρω από τα νησιά, ένα τέτοιο υποβρύχιο θα αποτελούσε τρομερό πολλαπλασιαστή ισχύος.
Επιπλέον, η συνεργασία με τη Γαλλία θα επέτρεπε πιθανώς κοινά όπλα και κοινές επιχειρησιακές φιλοσοφίες με τις Belharra και τα Rafale. Δηλαδή μεγαλύτερη διαλειτουργικότητα.
Το KSS-III όμως έχει διαφορετική φιλοσοφία.
Το τεράστιο πλεονέκτημά του είναι η αυτονομία, ο όγκος και η ευελιξία αποστολών. Είναι ένα υποβρύχιο σχεδιασμένο όχι μόνο για παράκτιες επιχειρήσεις αλλά και για μεγάλης διάρκειας αποστολές ανοιχτής θαλάσσης.
Και αυτό ενδιαφέρει ιδιαίτερα την Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, γιατί πλέον η στρατηγική εικόνα δεν περιορίζεται μόνο στο Αιγαίο. Υπάρχει η Ανατολική Μεσόγειος, η Κύπρος, οι ενεργειακές υποδομές και οι τεράστιες θαλάσσιες αποστάσεις.
Ένα KSS-III θα μπορούσε να περιπολεί για πολύ μεγάλο διάστημα στην Ανατολική Μεσόγειο, να μεταφέρει μεγάλο αριθμό πυραύλων και να λειτουργεί σχεδόν σαν “κινητή στρατηγική πλατφόρμα”.
Επίσης, το KSS-III διαθέτει σύγχρονο σύστημα AIP, δηλαδή Air Independent Propulsion. Αυτό επιτρέπει στο υποβρύχιο να παραμένει για πολλές ημέρες κάτω από το νερό χωρίς να χρειάζεται να ανεβαίνει για φόρτιση μπαταριών. Και αυτό φυσικά αυξάνει δραματικά την επιβιωσιμότητά του.
Το ιδανικό επιχειρησιακό σενάριο για το KSS-III θα ήταν ίσως η Ανατολική Μεσόγειος. Μεγάλες αποστάσεις, στρατηγικές περιπολίες, αποστολές αποτροπής και πιθανώς ρόλος “πλατφόρμας πυραυλικών πληγμάτων”.
Άρα βλέπουμε δύο τελείως διαφορετικές λογικές.
Το Barracuda φαίνεται πιο “κομμένο και ραμμένο” για stealth επιχειρήσεις υψηλής ποιότητας στο Αιγαίο. Το KSS-III μοιάζει περισσότερο με υποβρύχιο περιφερειακής στρατηγικής ισχύος.
Μειονεκτήματα Κάθε Σκάφους
Το μεγαλύτερο μειονέκτημα του Barracuda είναι πιθανότατα το κόστος.
Οι γαλλικές πλατφόρμες συνήθως είναι εξαιρετικά προηγμένες αλλά και πανάκριβες. Και δεν μιλάμε μόνο για την αγορά αλλά και για την υποστήριξη, την εκπαίδευση και τα όπλα.
Επίσης, επειδή πρόκειται για σχετικά νέα και πολύ προηγμένη σχεδίαση, υπάρχει πάντα το ερώτημα του χρόνου παράδοσης και της πολυπλοκότητας υποστήριξης.
Το KSS-III από την άλλη έχει άλλο πρόβλημα.
Η Νότια Κορέα δεν είναι παραδοσιακός αμυντικός εταίρος της Ελλάδας. Ναι, έχει τεράστια άνοδο στην αμυντική βιομηχανία, όμως η Αθήνα δεν έχει την ίδια στρατηγική σχέση που έχει με τη Γαλλία.
Και φυσικά υπάρχει και το θέμα της Τουρκίας.
Η Άγκυρα έχει ήδη σημαντικές συνεργασίες με νοτιοκορεατικές εταιρείες σε διάφορα αμυντικά προγράμματα. Αυτό δημιουργεί ερωτήματα για το πόσο στρατηγικά “ασφαλής” είναι μια τόσο μεγάλη εξάρτηση από τη Σεούλ.
Επιπλέον, κάποιοι αναλυτές θεωρούν πως το KSS-III ίσως είναι υπερβολικά μεγάλο για τις πολύ κλειστές και σύνθετες συνθήκες του Αιγαίου.
Κόστος και Γεωπολιτική
Εδώ ίσως βρίσκεται το πιο δύσκολο κομμάτι όλης της υπόθεσης.
Αν η Ελλάδα επιλέξει το Barracuda, ουσιαστικά εμβαθύνει ακόμα περισσότερο τη στρατηγική σχέση με τη Γαλλία. Και αυτό έχει τεράστια πολιτική σημασία.
Η Γαλλία τα τελευταία χρόνια έχει δείξει έμπρακτη στήριξη προς την Αθήνα. Είδαμε αμυντική συμφωνία, είδαμε γαλλικά πλοία και Rafale, είδαμε κοινές ασκήσεις και πολύ στενή συνεργασία στην Ανατολική Μεσόγειο.
Άρα η αγορά ενός γαλλικού υποβρυχίου δεν θα ήταν απλά μια στρατιωτική αγορά. Θα ήταν και γεωπολιτικό μήνυμα.
Το πρόβλημα είναι πως αυτό πιθανότατα θα κόστιζε πολύ ακριβά. Κάποιοι εκτιμούν πως το Barracuda θα ήταν μία από τις ακριβότερες επιλογές που θα μπορούσε να κάνει η Ελλάδα.
Το KSS-III αντίθετα ίσως προσφέρει καλύτερη σχέση κόστους-δυνατοτήτων.
Οι Νοτιοκορεάτες έχουν αποκτήσει φήμη για ανταγωνιστικές τιμές, γρήγορες παραδόσεις και σημαντικές μεταφορές τεχνογνωσίας. Και αυτό είναι κάτι που ενδιαφέρει πολύ την ελληνική αμυντική βιομηχανία.
Μια συνεργασία με τη Νότια Κορέα ίσως έδινε μεγαλύτερη συμμετοχή στα ελληνικά ναυπηγεία και πιθανώς καλύτερους οικονομικούς όρους.
Όμως πολιτικά, η επιλογή δεν έχει το ίδιο “βάρος” που θα είχε μια γαλλική συμφωνία.
Και σε μια εποχή όπου η γεωπολιτική μετρά όσο και τα ίδια τα όπλα, αυτό είναι τεράστιος παράγοντας.
Συμπέρασμα
Στο τέλος της ημέρας, δεν υπάρχει εύκολη απάντηση.
Το ελληνικό πεντάγωνο βρίσκεται πραγματικά μπροστά σε ένα πολύ δύσκολο δίλημμα.
Αν επιλέγαμε το γαλλικό Barracuda, θα αποκτούσαμε πιθανότατα ένα από τα πιο προηγμένα και αθόρυβα συμβατικά υποβρύχια στον κόσμο, με τεράστια επιχειρησιακή αξία στο Αιγαίο και παράλληλα θα ενισχύαμε ακόμα περισσότερο τη στρατηγική σχέση με τη Γαλλία. Αλλά πιθανότατα θα χάναμε σε κόστος, αριθμούς και ίσως σε δυνατότητες μαζικής πυραυλικής ισχύος.
Αν επιλέγαμε το νοτιοκορεατικό KSS-III, θα αποκτούσαμε ένα υποβρύχιο τεράστιας αυτονομίας και ισχύος πυρός, με πολύ ισχυρές δυνατότητες στρατηγικής αποτροπής και πιθανώς καλύτερους οικονομικούς όρους. Αλλά θα χάναμε τη βαθύτερη γεωπολιτική σύνδεση με τη Γαλλία και ίσως μέρος της εξειδίκευσης που απαιτεί το ιδιαίτερο περιβάλλον του Αιγαίου.
Και ίσως αυτό ακριβώς να είναι το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της υπόθεσης. Ότι δεν μιλάμε απλά για δύο υποβρύχια. Μιλάμε για δύο τελείως διαφορετικές φιλοσοφίες για το μέλλον του ελληνικού πολεμικού ναυτικού.