Η ενίσχυση της ελληνικής αμυντικής ικανότητας δεν περνά πλέον αποκλειστικά από την αγορά νέων μαχητικών, φρεγατών ή πυραυλικών συστημάτων. Η δυνατότητα της χώρας να συντηρεί, να επισκευάζει και να υποστηρίζει μόνη της το στρατιωτικό της υλικό, αλλά και να αντιμετωπίζει τις νέες απειλές των μη επανδρωμένων συστημάτων, αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία.
Δύο πρόσφατες κινήσεις του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας είναι ενδεικτικές αυτής της κατεύθυνσης: το πρόγραμμα ύψους 63,5 εκατ. ευρώ για τον εκσυγχρονισμό στρατιωτικών εργοστασίων και οι επαφές του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας με εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον ταχύτατα αναπτυσσόμενο χώρο των counter-drone συστημάτων.
63,5 εκατ. ευρώ σε έξι κρίσιμες στρατιωτικές εγκαταστάσεις
Σύμφωνα με το ΥΠΕΘΑ, για πρώτη φορά τίθεται σε εφαρμογή ολοκληρωμένο πρόγραμμα ενεργειακής αναβάθμισης και εκσυγχρονισμού του μηχανολογικού εξοπλισμού των Στρατιωτικών Εργοστασίων, ενταγμένο στο Τομεακό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026-2030.
Το πρόγραμμα καλύπτει έξι εγκαταστάσεις: το 700 Στρατιωτικό Εργοστάσιο στην Αττική με 20 εκατ. ευρώ, το 304 Προκεχωρημένο Εργοστάσιο Βάσης στον Βόλο με 20,5 εκατ., το 308 ΠΕΒ στη Θεσσαλονίκη με 7 εκατ., το Διακλαδικό Χημείο Ενόπλων Δυνάμεων με 6,1 εκατ., εγκαταστάσεις συντήρησης του Πολεμικού Ναυτικού στον Ναύσταθμο Σαλαμίνας με 7 εκατ. και το Κρατικό Εργοστάσιο Αεροσκαφών της Πολεμικής Αεροπορίας με 2,9 εκατ. ευρώ.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι 28 εκατ. ευρώ, δηλαδή το 44,1% του συνολικού προϋπολογισμού, κατευθύνονται στην αγορά και εγκατάσταση σύγχρονου μηχανολογικού εξοπλισμού. Επομένως, δεν πρόκειται απλώς για ένα πρόγραμμα εξοικονόμησης ενέργειας, αλλά για επένδυση στην ίδια την παραγωγική και επισκευαστική δυνατότητα των Ενόπλων Δυνάμεων.
Το κρίσιμο ελληνικό στοίχημα: μικρότερη εξάρτηση
Για την Ελλάδα, αυτή η διάσταση έχει ιδιαίτερη στρατηγική σημασία. Σε περίπτωση παρατεταμένης κρίσης, η επιχειρησιακή διαθεσιμότητα δεν εξαρτάται μόνο από το πόσα οπλικά συστήματα διαθέτει μια χώρα, αλλά και από το πόσο γρήγορα μπορεί να επισκευάζει βλάβες, να ανακατασκευάζει υλικό και να διατηρεί τις μονάδες της σε λειτουργία χωρίς συνεχή προσφυγή σε εξωτερικούς παρόχους.
Αυτός είναι άλλωστε ένας από τους στόχους που αναφέρει ρητά το ΥΠΕΘΑ: η ενίσχυση της εγχώριας στρατιωτικής παραγωγικής βάσης και ο περιορισμός της εξάρτησης από τρίτους για κρίσιμες εργασίες υποστήριξης.
Η νέα απειλή των drones
Παράλληλα, η Αθήνα παρακολουθεί στενά την επανάσταση που προκαλούν τα drones στο σύγχρονο πεδίο μάχης. Στις 24 Ιουλίου πραγματοποιήθηκε στο ΓΕΑ συνάντηση του Chief Operating Officer της QUELL, Robert Hamilton, με επιτελείς του ΓΕΕΘΑ, του ΓΕΣ και του ΓΕΑ, με αντικείμενο τις δυνατότητες της εταιρείας στον τομέα των counter-drone συστημάτων.
Η QUELL αναπτύσσει μεταξύ άλλων τα Spyke και SkySpyke, παθητικά ηλεκτροοπτικά συστήματα εντοπισμού, αναγνώρισης και παρακολούθησης UAV. Σύμφωνα με την εταιρεία, το SkySpyke παρέχει κάλυψη 360 μοιρών και έχει σχεδιαστεί ώστε να εντοπίζει ακόμη και αυτόνομα drones ή UAV που ελέγχονται μέσω οπτικής ίνας ή κυψελωτών δικτύων, χωρίς το ίδιο να εκπέμπει σήματα.
Η συνάντηση δεν σημαίνει από μόνη της ότι έχει αποφασιστεί ελληνική προμήθεια. Δείχνει όμως το έντονο ενδιαφέρον των ελληνικών Επιτελείων για τεχνολογίες C-UAS, σε μια περίοδο κατά την οποία η απειλή των φθηνών drones μεταβάλλει δραστικά τις απαιτήσεις προστασίας αεροδρομίων, ναυστάθμων, αποθηκών και άλλων κρίσιμων στρατιωτικών εγκαταστάσεων.
Η Ευρώπη επενδύει δισεκατομμύρια στα anti-drone
Η ελληνική κινητικότητα εντάσσεται σε μια πολύ ευρύτερη διεθνή τάση. Το ΝΑΤΟ ανακοίνωσε τον Ιούλιο ότι οι Σύμμαχοι σχεδιάζουν επενδύσεις άνω των 40 δισ. δολαρίων σε counter-drone δυνατότητες μέσα στην επόμενη πενταετία, ενώ προωθείται και ειδικός μηχανισμός για την ταχύτερη προμήθεια δοκιμασμένων και διαλειτουργικών συστημάτων.
Μόλις στις 25 Αυγούστου έγινε επίσης γνωστό ότι το ολλανδικό Πολεμικό Ναυτικό προχωρά στην ενσωμάτωση νέας δυνατότητας C-UAS στα πολεμικά του πλοία, χαρακτηριστικό παράδειγμα του πόσο γρήγορα η συγκεκριμένη τεχνολογία περνά από τις δοκιμές στην επιχειρησιακή χρήση.
Από την αγορά όπλων στην ελληνική αμυντική ανθεκτικότητα
Για την Ελλάδα, επομένως, το ζητούμενο είναι διπλό: σύγχρονες τεχνολογίες αντιμετώπισης των απειλών του αύριο και ταυτόχρονα ισχυρότερη εγχώρια δυνατότητα συντήρησης και υποστήριξης των οπλικών συστημάτων.
Η επένδυση των 63,5 εκατ. ευρώ στα στρατιωτικά εργοστάσια και η διερεύνηση προηγμένων anti-drone λύσεων αποτελούν διαφορετικά κομμάτια του ίδιου παζλ. Σε ένα περιβάλλον όπου η Ελλάδα καλείται να διατηρεί υψηλή αποτρεπτική ικανότητα στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, η πραγματική ισχύς δεν μετριέται μόνο σε αριθμό μαχητικών, πλοίων και πυραύλων, αλλά και στην ικανότητα προστασίας, επισκευής και διατήρησής τους σε πολεμική διαθεσιμότητα.