Την Α΄ Κυριακή των Νηστειών η Αγία μας Εκκλησία πανηγυρίζει τον θρίαμβο της αποκρυστάλλωσης του ορθοδόξου δόγματος, με την παύση της εκατονταετούς εικονομαχικής έριδας (726-843), η οποία, όπως είναι γνωστό, συντάραξε την Εκκλησία. Η ευσεβής βασιλομήτωρ Θεοδώρα η Αυγούστα, ως επίτροπος του ανηλίκου υιού της βασιλέως Μιχαήλ Γ΄ (842-867), αναστήλωσε οριστικά τις Ιερές Εικόνες στους Ναούς, εφαρμόζοντας τις αποφάσεις της Αγίας Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου (787), σύμφωνα με τις οποίες η προσκύνηση τους δεν είναι ειδωλολατρία, διευκρινίζοντας, ότι δεν προσκυνούμε την ύλη των Εικόνων, αλλά τα εικονιζόμενα πρόσωπα. Όχι μόνον επιτρέπεται η προσκύνησή τους και ιδιαίτερα ο εικονισμός του Χριστού, αλλά επιβάλλεται, διότι αποτελεί ομολογία περί της αληθούς ενανθρωπήσεώς Του.
Αποκαλείται και Κυριακή της Ορθοδοξίας, για να δηλωθεί ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η αληθινή και μοναδική, η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού, όπως πιστεύουμε και ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως και πως, ό, τι αυτοαποκαλείται ως «εκκλησία» εκτός Αυτής είναι ψεύτικη, στην καλλίτερη περίπτωση λεκτικό σχήμα. Για να γίνει γνωστό ότι μόνη Αυτή διατηρεί, εκφράζει και διδάσκει απόλυτα απαραχάρακτη την αλήθεια όπως τη δίδαξε ο Χριστός, όπως την παρέλαβαν και διέδωσαν «έως εσχάτου της γης» (Πράξ.1,8) οι άγιοι Απόστολοι, όπως την κατενόησαν και την οριοθέτησαν από τις πλάνες οι άγιες Σύνοδοι,όπως την παρέλαβαν και μας την παρέδωσαν οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες, όπως την διατηρεί η αυτοσυνειδησία του ορθοδόξου πληρώματος. Η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία μας είναι η αληθινή και μοναδική Εκκλησία του Χριστού, διότι αποδεδειγμένα, δεν πρόσθεσε και δεν αφαίρεσε τίποτε από την αρχέγονη πίστη, από ό, τι οι άγιες Σύνοδοι όρισαν, σε αντίθεση με τις παντοειδείς αιρέσεις και κακόδοξες ομάδες, οι οποίες διαφοροποιήθηκαν από Αυτή, αναιρώντας αλήθειες και προσθέτοντας αλλότριες δοξασίες, αποκομμένοι από το αδιαίρετο σώμα Της.
Ο προσδιορισμός «Ορθόδοξη» καθιερώθηκε μετά την απόσχιση από την Εκκλησία του δυτικού Χριστιανισμού (1054), για να ορίσει την «ορθή δόξα» της, την γνησιότητά της, την ορθή φανέρωση της σώζουσας αποκαλυμμένης αλήθειας, μόνο σ’ Αυτή. Ακόμη σημαίνει και την δοξολογία στον Τριαδικό Θεό, ο Οποίος μας αποκάλυψε, δια του σαρκωμένου Υιού Του, μέρος της άφατης δόξας Του και του τρόπου της σωτηρίας μας, του μόνου αποτελεσματικού τρόπου θεραπείας μας από την πνευματική μας ασθένεια, απότοκη της πτώσεως και της αμαρτίας. Ο ορισμός αυτός της ορθότητας την οριοθετεί από κάθε απόκλιση από Αυτή και κάθε παραχάραξη του τρόπου θεραπείας μας.Κι’ ακόμα να δηλώσει ότι η απομάκρυνση από αυτό το πνευματικό θεραπευτήριο, αναστέλλει τη θεραπεία και οδηγεί στον πνευματικό θάνατο.
Η πτωτική μας κατάσταση και η εμμονή μας στην αμαρτία, είναι η αρρώστια της ανθρώπινης φύσης. Σύμφωνα με τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας, «Νενόσηκενοὖν ἡ φύσις τήνἁμαρτίαν, διά τῆςπαρακοῆςτοῦἑνός, τουτέστιν τοῦ᾿Αδάμ· οὕτωςἁμαρτωλοίκατεστάθησανοἱ πολλοί, οὐχὡςτῷ᾿Αδάμ συμπαραβεβηκότες, οὐ γάρ ἦσανπώποτε, ἀλλ᾿ὡς τῆς ἐκείνου φύσεως ὄντες τῆς ὑπόνόμον πεσούσης τόν τῆς ἁμαρτίας. ῞Ωσπερ τοίνυν ἠρρώστησεν ἡ ἀνθρώπου φύσις ἐν᾿Αδάμ, διά τῆς παρακοῆς τήν φθοράν καί τόν πόνον, εἰσέδυ τε οὕτως αὐτήν τά πάθη».
Η Ενανθρώπιση του Θεού Λόγου έναν και μόνο σκοπό είχε, την θεραπεία μας από τα αγιάτρευτα και θανατερά τραύματα της αμαρτίας. Να μας θεραπεύσει, να μας αγιάσει, να μας δώσει ξανά τη δυνατότητα της ένωσής μας με το Θεό, δηλαδή της κατά χάριν θεώσεως. Κάθε άλλη αντίληψη για την Θεία Ενανθρώπιση και το έργοτης Εκκλησίας στον κόσμο είναι λανθασμένη και ξένη με την πατερική διδασκαλία. Ομακαριστός μεγάλος θεολόγοςκαι Καθηγητήςπ.Ι. Ρωμανίδης, διευκρίνισε πως «Η πατερική παράδοσις δεν είναι ούτε κοινωνική φιλοσοφία, ούτε ηθικό σύστημα, ούτε θρησκευτικός δογματισμός, αλλ’ είναι θεραπευτική αγωγή». Σε άλλο σημείο τόνισε πως «Ἡ Ὀρθοδοξία ξεχωρίζει ἀπόἕνα μοναδικό φαινόμενο, πού δεν ὑπάρχει στις ἄλλες θρησκεῖες. Αὐτό εἶναι ἀνθρωπολογικό καί θεραπευτικό. Σ’ αὐτό διαφέρει. Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι μία θεραπευτική ἀγωγή πού θεραπεύει την ἀνθρώπινη προσωπικότητα».
Αντίθετα, στην αίρεση ή στα άλλα θρησκευτικά σχήματα, λείπειη δυνατότητα της θεραπείας. Αν μπορούσαν οι πάμπολλες και πολυποίκιλες θρησκείες και πλάνες να προσφέρουν θεραπεία, δηλαδή σωτηρία, δεν χρειάζονταν να σαρκωθεί ο Θεός Λόγος, να ιδρύσει την Αγία Του Εκκλησία, να υποστεί ο Ίδιος τον σταυρικό θάνατο, να διωχθούν και να χύσουν το αίμα τους εκατομμύρια μάρτυρες στην δισχιλιόχρονη ιστορική της πορεία. Να δοθούν μεγάλοι αγώνες και να χυθούν ποταμοί μελάνης για την διάσωση της μόνης σώζουσας διδασκαλία της. Άλλωστε ο Χριστός δεν ίδρυσε θρησκεία, έστω την τελειότερη, αλλά μας έδωσε την Εκκλησία Του, το μυστικό Του Σώμα, με κεφαλή τον Ίδιο (Κολ.1,18), να είναι το πνευματικό θεραπευτήριο στους αιώνες,«αὐξανόμενοιεἰς τὴν ἐπίγνωσιν τοῦ Θεοῦ» (Κολ.1,10).
Ο αοίδιμος π. Ιωάννης Ρωμανίδης διευκρινίζει και πάλι: «Τι είναι η αίρεση; Στην πατερική παράδοση αίρεση είναι κομπογιαννιτισμός. Γιατί η αίρεση καταδικάζεται; επειδή δεν συμφωνούν στο δόγμα; Αυτό είναι το πρόβλημα. Καταδικάζεται, επειδή στην αίρεση δεν υπάρχει θεραπεία. Και εφ' όσον δεν υπάρχει θεραπεία, είναι επικίνδυνη για τον άνθρωπο. Οι Πατέρες έβλεπαν την αίρεση ως ένα είδος κομπογιαννιτισμού, όπου δεν υπάρχει θεραπεία». Και για να γίνει κατανοητός ο συλλογισμός του, έφερε χαρακτηριστικά παραδείγματα από τον χώρο της επιστήμης: «Νομίζω, την βασική διαφορά μπορούμε να την κατανοήσουμε, αν πάρουμε για παράδειγμα την ιατρική επιστήμη. Εκεί έχουμε τους γιατρούς που ανήκουν στον Ιατρικό Σύλλογο. Αν δεν είναι κάποιος γιατρός μέλος του Ιατρικού Συλλόγου, δεν μπορεί να εξασκήσει το επάγγελμα του γιατρού. Για να είναι ένας γιατρός νόμιμος, πρέπει όχι μόνο να είναι απόφοιτος μιας ανεγνωρισμένης ιατρικής σχολής, άλλα και μέλος του Ιατρικού Συλλόγου. Τα ίδια ισχύουν και για τους δικηγόρους. Στις επιστήμες αυτές υπάρχει μία συνεχής δοκιμασία· διότι, αν παρεκτραπεί κάποιος, ως προς την ορθή εξάσκηση του επαγγέλματος του, τότε δικάζεται από το αρμόδιο όργανο του επαγγελματικού Συλλόγου στον οποίο ανήκει και αποβάλλεται του επαγγελματικού Σώματος. Το ίδιο όμως συμβαίνει και στην Εκκλησία. Η αντίστοιχη διαδικασία μέσα στο Σώμα της Εκκλησίας, η αποβολή, δηλαδή, ή η αποκοπή κάποιου μέλους της, ονομάζεται αφορισμός· προκειμένου δε περί εκκλησιαστικού αξιώματος, καθαίρεσις, έτσι, οι αιρετικοί αφορίζονται από το Σώμα της Εκκλησίας. Όπως στον ιατρικό χώρο σε έναν κομπογιαννίτη (ψευτογιατρό) δεν είναι δυνατόν να του επιτραπεί να θεραπεύει, έτσι και στην Εκκλησία, δεν είναι δυνατόν να επιτραπεί σε έναν αιρετικό να θεραπεύει τις ψυχές των ανθρώπων. Διότι, επειδή είναι αιρετικός, δεν γνωρίζει, δεν μπορεί να θεραπεύει».
Και καταλήγει ο διαπρεπής θεολόγος και ομολογητής της Ορθοδοξίας: «Όταν εξετάζουμε τις διδασκαλίες των Οικουμενικών Συνόδων, θα δούμε ότι κάθε αίρεση, που έχει καταδικασθεί από την Εκκλησία, καταργούσε αυτομάτως την διδασκαλία της Εκκλησίας περί Θεώσεως και περί φωτισμού και έτσι καταστρέφεται η ευκαιρία της θεραπείας. Οπότε, η αίρεση είναι αίρεση, διότι καταστρέφει την δυνατότητα θεραπείας του ανθρώπου· γι’ αυτό είναι αίρεση».
Υπ’ αυτή την θεώρηση ο διαχρονικός αγώνας των αγίων Πατέρων κατά των αιρέσεων δεν είναι κάποιας μορφής ιδεολογική αντιπαράθεση, σύγκρουση απόψεων, με τους αιρεσιάρχες, αλλά περιφρούρηση της θεραπευτικής της Εκκλησίας. Η χριστιανική πίστη, το σύνολο των δογματικών αρχών δεν είναι θεωρήματα, ή ιδεολογήματα, αλλά θεραπευτικά μέσα, δια των οποίων επιτυγχάνεται στην Εκκλησία η θεραπεία του ανθρώπου από τα τραύματα της αμαρτίας, από την πνευματική νοσηρότητα, η οποία οδηγεί τον άνθρωπο σε συνεχή φθορά και εν τέλει στο θάνατο, αφού, όπως τονίζει ο απόστολος Παύλος «τα οψώνια της αμαρτίας (είναι) θάνατος» (Ρωμ.6,23). Γι’ αυτό και η όποια αντιπαράθεση δεν στοχεύει τον πεσμένο στην αίρεση άνθρωπο, τον πνευματικά ασθενή, αλλά στην αναίρεση της πλάνης του, στη θεραπεία του, με την αρχή: «αγάπη για τον αιρετικό, αποστροφή για την αίρεση».
Εδώ πρέπει να κάμουμε αναφορά και για την άκρως λαθεμένη αντίληψη και την αντιμετώπιση των αιρετικών (η λέξη εντός και εκτός εισαγωγικών) από τον παραφθαρμένο δυτικό Χριστιανισμό. Ο αιρετικός δεν είναι κατ’ αυτόν πνευματικά ασθενής, αλλά εχθρός του Χριστού και της Εκκλησίας, εγκληματίας προορισμένος για ψυχοσωματική εξόντωση. Αυτά μαρτυρεί ο φρικώδης θεσμός της «Ιερής Εξέτασης», ο οποίος οδήγησε σε φρικτά βασανιστήρια και το θάνατο εκατομμύρια ανθρώπους, στους οκτώ και πλέον αιώνες λειτουργίας του. Μάλιστα, υπό την επίδραση της δικονομικής αντίληψης για την σχέση ανθρώπου και Θεού και την αμαρτία (παράβαση νόμου – τιμωρία – δικαίωση), δικαιολόγησε αυτές τις φρικαλεότητες, ήτοι: τα φρικτά βασανιστήρια και ο μαρτυρικός θάνατος δια της πυράς, «εξιλεώνουν» τον αιρετικό από την «ενοχή» του και ταυτόχρονα «εξαγιάζεται» και η απάνθρωπη και βδελυρή αυτή πρακτική, η οποία αποτελεί μια από τις πλέον αποκρουστικές και εφιαλτικές σελίδες της ανθρώπινης ιστορίας! «Η Ιερά Εξέταση έμεινε στην ιστορία σαν το πιο απεχθές συλλογικό όργανο ψυχικής και σωματικής εξουθένωσης του ανθρώπου. Εξευτέλισε, βασάνισε και θανάτωσε χιλιάδες ανθρώπους για την υπεράσπιση της Πίστης. Σύνθημά της: Φωτιά στο κορμί για να σωθεί η ψυχή. Από την αποτρόπαια ιστορία των βασανιστηρίων που επινόησαν «οι κρατούντες» άνδρες, η Ιερά Εξέταση υπήρξε το πιο μισητό δείγμα»!
Να προσθέσουμε ακόμη και τα ανείπωτα εγκλήματα και τις γενοκτονίες εκατομμυρίων θυμάτων των «σταυροφοριών», των αποικιοκρατών «ιεραποστόλων», των ουνιτών στην Ανατολική Ευρώπη και αλλαχού, την φοβερή γενοκτονία 880.000 – 1.000.000 Ορθοδόξων Σέρβων, κατά διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, από τους φασίστες παπικούς Κροάτες Ουστάσι, κλπ. Το «έγκλημά» τους ήταν ότι ήθελαν να παραμείνουν ορθόδοξοι, όμως «αιρετικοί» για τους δυτικούς και αρνήθηκαν ν ασπασθούν τις κακοδοξίες τους!
Η ίδια φρίκη υπάρχει και σε άλλες αιρέσεις και θρησκείες. Είναι γνωστό για το πως αντιμετωπίζονται άνθρωποι που εγκαταλείπουν αιρετικές ομάδες. Είναι επίσης πασίγνωστες οι συνέπειες αποχώρησης από συγκεκριμένες θρησκείες,v όπου η αποστασία τιμωρείται ακόμα και με το θάνατο!
Η μοναδική μία και αδιαίρετη και αληθινή Εκκλησία του Χριστού, η Ορθόδοξη Εκκλησία, ουδέποτε μίσησε άνθρωπο, αμαρτωλό ή αιρετικό. Ουδέποτε εξουθένωσε οιονδήποτε, πολλώ δε μάλλον θανάτωσε για τα πιστεύω του. Όσο και αν ερευνήσει κάποιος την ιστορία, δεν θα βρει ουδεμία περίπτωση βασανισμού ή θανάτωσης αιρετικού. Συμπεριφέρεται πάντα με αίσθημα αγάπης, θεωρώντας τον πνευματικά ασθενή. Ακόμα και όταν αναγκάζεται να τον αποβάλλει από το εκκλησιαστικό σώμα, το κάνει από αγάπη, τόσο προς τον ίδιο να συναισθανθεί το λάθος τους και να μετανοήσει, όσο και για τους άλλους πιστούς, να μην «μολυνθούν» από το πνευματικό απόστημα του αμετανόητου αιρετικού.
Στις δύστηνες ημέρες μας, όπου κυριαρχεί η πνευματική σύγχυση, και ο περιρρέον συγκρητισμός τείνει να εξαφανίσει την αλήθεια, βυθίζοντάς την στον δαιμονικό κυκεώνα των παντοειδών πλανών, κινδυνεύουμε οι πιστοί να χάσουμε την θεραπευτική αξία και δύναμη της μόνης σώζουσας αποκεκαλυμμένης αλήθειας. Είναι άκρως ανησυχητικό να λέγεται από επίσημα εκκλησιαστικά χείλη ότι υπάρχει αλήθεια, θεραπεία, σωτηρία, λύτρωση και εκτός της Εκκλησίας, με το απίστευτο και αμάρτυρο στην πατερική μας παράδοση αιτιολογικό, ότι «τα χαρισματικά όρια της Εκκλησίας δεν ταυτίζονται με τα κανονικά της»! Ότι «υπάρχουν και άλλοι δρόμοι (εκτός της Εκκλησίας) που οδηγούν στο ίδιο Θεό»! Και το πλέον τραγελαφικό και αντιφατικό: «Η Εκκλησία ούσααδιαίρετη ως προς την ουσία της, διεσπάσθη εν χρόνω», και άλλα πολλά!
Κατόπιν αυτών, κατά την περίλαμπρη ημέρα της Κυριακής της Ορθοδοξίας, ας συνειδητοποιήσουμε οι συνειδητοί πιστοί ότι έχουμε την ύψιστη ευλογία να είμαστε μέλη της μοναδικής και αληθινής Εκκλησίας, της Ορθόδοξης, της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας του Χριστού, η οποία ούτε σφάλει, ούτε, διαιρείται, ούτε διασπάται και προσφέρει, μόνον αυτή, σωτηρία και λύτρωση. Ακόμη ας συνειδητοποιήσουμε ότι κατέχουμε, αποκλειστικά μόνον εμείς οι ορθόδοξοι, την «ἅπαξ παραδοθείσα τοῖς ἁγίοις πίστη» (Ιουδ.4), ακέραιη, ανόθευτη, απαραχάρακτη, γνήσια και σώζουσα. Ότι, αυτή δεν είναι κάποιο σύνολο θεωρημάτων, θρησκευτικών αρχών και ιδεολογημάτων, αλλά βίωμα, τρόπος ζωής, υπαρξιακή ανάγκη, μέθεξη με την ένσαρκη Αλήθεια (Ιωάν.14,6), τον Λυτρωτή μας Κύριο Ιησού Χριστό, ο Οποίος με την ρομφαία του σωστικού Του λόγου «νενίκηκε τον κόσμον» (Ιωάν.16,33), το διάβολο, την αμαρτία, τη φθορά και το θάνατο. Αυτή η μοναδική πίστη είναι «ἡ νικήσασα τὸν κόσμον» (Α΄Ἰω.5,4).Αυτή την αληθινή και σώζουσα πίστη οφείλουμε να τηρήσουμε και εμείς απαραχάρακτη και να την παραδώσουμε ανόθευτη στις επόμενες γενιές, για να έχει εσαεί την θεραπευτική και απολυτρωτική της δύναμη!