Μητσοτάκης και πάπας
Απόψεις

Οι διαφαινόμενοι σκοποί του τηλεφωνήματος Μητσοτάκη - Πάπα

Οι ακόλουθες τρεις (3) ειδήσεις είναι κατάλληλες για την εισαγωγή μας στο θέμα του άρθρου αυτού:

1.Α) Η υπό προγραμματισμό διαφαινόμενη σύγκληση για το 2025 Ενοποιητικής Διαχριστιανικής Οικουμενικής Συνόδου στη Νίκαια - όπου πραγματοποιήθηκε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος το 325 - για την «ένωση των Εκκλησιών»

Όπως αναφέρω στο άρθρο μου με τίτλο «Το θεοσοφιστικό θεμέλιο της Νέας Παγκόσμιας Θρησκείας βασίζεται στην άρνηση της Θείας Φύσης του Χριστού», αναφορικά με τον δια-χριστιανικό οικουμενισμό, γράφηκε ειδησεογραφικά ότι, όταν ο Πάπας Φραγκίσκος και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος ήταν σε κοινό προσκύνημα στους Αγίους Τόπους το 2014, συζήτησαν την πιθανότητα μιας «οικουμενικής συνόδου» για το 2025 στην επέτειο των 1.700 ετών από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, η οποία εκπροσωπώντας την αδιαίρετη εκκλησία, παρήγαγε το Σύμβολο Πίστεως της Νίκαιας. Στη συνάντηση της αντιπροσωπείας του Οικουμενικού Πατριαρχείου με τον Πάπα Φραγκίσκο στη Θρονική Γιορτή της Ρώμης (29-6-2014), ο Πάπας τάχθηκε υπέρ της οικουμενιστικής αρχής «ενότητα στην ποικιλία» αναφορικά με μια πιθανή ένωση Ρωμαιοκαθολικών και Ορθοδόξων, δηλώνοντας:

του Κυριάκου Κυριαζόπουλου*

1) ότι το  ταξίδι προς την ενότητα ή την πλήρη κοινωνία θα πρέπει να σέβεται τις αρχαίες και μοναδικές παραδόσεις, και

2) ότι δεν αναζητείται κάποια ξύλινη ομοιομορφία που στο τέλος θα ήταν βαρετή, αλλά μάλλον μια ποικιλία που σέβεται κάθε παράδοση [εννοείται: οι Ρωμαιοκαθολικοί δεν παραιτούνται από την εκκλησιολογική δομή της οικουμενικής Εκκλησίας αναφορικά με τη δικαιοδοσία του Πάπα της Β΄ Βατικάνειας Συνόδου, του Κώδικα Κανονικού Δικαίου της Λατινικής Εκκλησίας και του Κώδικα Κανόνων των Ανατολικών (Καθολικών ή Ουνιτικών) Εκκλησιών] (https://motheofgod.com/threads/a-third-nicene-catholic-orthodox-joint-council-in-2025.13206/).

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, επιστρέφοντας από τη συνάντησή του με τον Πάπα Φραγκίσκο στην Ιερουσαλήμ το 2014, έδωσε μια συνέντευξη στην οποία δήλωσε τα εξής: «Συμφωνήσαμε [εννοείται: με τον Πάπα Φραγκίσκο] να αφήσουμε μια κληρονομιά σε μας και στους  διαδόχους μας μια σύναξη στη Νίκαια το 2025, να γιορτάσουμε από κοινού, ύστερα από 17 αιώνες, την πρώτη αληθινά οικουμενική σύνοδο [εννοείται: η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος της Νίκαιας του 325], όπου το Πιστεύω ψηφίστηκε για πρώτη φορά» (http://www.asianews.it/news-en/Bartholomew:-With-Francis,-we-invite-all-Christians-to-celebrate-the-first-synod-of-Nicaea-in-2025-31213.html, https://www.theatlantic.com/international/archive/2014/05/what-does-it-mean-that-there-will-be-a-new-council-of-nicaea/371943/, http://orthochristian.com/71179.html).  

            Η ανωτέρω παλαιότερη είδηση εξειδικεύθηκε στις 9-12-2019 με νεότερη είδηση από το ειδησεογραφικό πρακτορείο Ria Novosti υπό τον τίτλο «Αρχιεπίσκοπος: Το Βατικανό θα βρει τρόπο να συγκαλέσει Οικουμενική Σύνοδο». Η συγκεκριμένη νεότερη είδηση έχει επακριβώς ως εξής:

            «Το Βατικανό ελπίζει να διεξάγει Οικουμενική Χριστιανική Σύνοδο, θα αναζητήσει έναν τρόπο να την πραγματοποιήσει στο μέλλον  [εννοεί: το 2025], είπε ο Αρχιεπίσκοπος Celestino Millore σε συνέντευξη τύπου στο Ria Novosti την Δευτέρα.

«Ελπίζουμε ότι η Οικουμενική Σύνοδος θα λάβει χώρα, αλλά κάποιος θα πρέπει να την συγκαλέσει. Πρέπει να είναι το ένα πρόσωπο που την συγκαλεί», είπε, απαντώντας σε ερώτηση από δημοσιογράφους για το αν είναι δυνατή νέα Οικουμενική Σύνοδος με τη συμμετοχή των αντιπροσώπων όλων των θρησκευμάτων (ή ομολογιών) του Χριστιανισμού στις σύγχρονες περιστάσεις.

«Η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει τις επτά Οικουμενικές Συνόδους στην ιστορία του Χριστιανισμού, οι οποίες έλαβαν χώρα στους αιώνες από τον 4ο μέχρι τον 8ο. Οι Σύνοδοι συγκαλούνταν κατά τη διάρκεια των πιο δύσκολων ιστορικών περιόδων της ζωής της Εκκλησίας. Οι αποφάσεις τους ήταν δεσμευτικές για όλους τους Χριστιανούς. Μετά το μεγάλο «σχίσμα» - τη διαίρεση της Εκκλησίας σε Δυτική (Καθολικισμό) και Ανατολική (Ορθόδοξη) τον 11ο αιώνα, δεν έλαβαν χώρα πλέον Οικουμενικές Σύνοδοι.

Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, αντί των επτά,  αναγνωρίζει περισσότερες από 20 Οικουμενικές Συνόδους [για την ακρίβεια: η Β΄ Βατικάνεια Σύνοδος (1962-1965) ήταν η 21η Οικουμενική της Σύνοδος] – περιλαμβανομένων των συνόδων που πραγματοποιήθηκαν στη Δυτική Εκκλησία μετά τη διαίρεση του Χριστιανικού κόσμου.

Μερικοί ειδικοί στον τομέα των δι-εκκλησιαστικών σχέσεων πιστεύουν ότι το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης κινείται επί του παρόντος προς τη σύναψη ένωσης με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Συγκεκριμένα, το Μάρτιο αυτού του έτους [εννοείται: 2019], σε μια διάσκεψη στη Μόσχα, παρουσιάστηκε μια έκθεση από τους Αγιορείτες γέροντα Παϊσιο Καρεώτη και τον μοναχό Επιφάνιο Καψαλιώτη, η οποία αναφέρει ότι η Κωνσταντινούπολη και η Ρώμη φέρεται να έχουν ήδη συμφωνήσει σε μια κοινή διαχείριση δικαιοδοσίας (δηλαδή εκκλησιαστικής εξουσίας), η οποία θα άρχιζε προφανώς να λειτουργεί μετά την Ενοποιητική Οικουμενική Σύνοδο.

Νωρίτερα, ο σημερινός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος και ο Πάπας Φραγκίσκος μίλησαν για την πιθανότητα μιας τέτοιας συνόδου. Μπορούν να την πραγματοποιήσουν το 2025, στην επέτειο της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου του 325. Στις τοπικές [εννοείται: Αυτοκέφαλες] Ορθόδοξες Εκκλησίες, γενικά, δεν υποστηρίζουν τέτοιες δράσεις, επειδή οι κύριες δογματικές διαφορές μεταξύ των χριστιανικών θρησκευμάτων δεν έχουν ακόμη ξεπεραστεί» (https://ria.ru/20191209/1562164207.html).

1.Β) Η συνάντηση του Πρωθυπουργού Μητσοτάκη με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο στις 3-2-2020 στο περιθώριο του εορτασμού της ετήσιας επετείου από την υπογραφή του διαθρησκειακού Εγγράφου με τίτλο «Human Fraternity (Ανθρώπινη Αδελφότητα)», το οποίο είχε υπογραφεί μεταξύ του Πάπα Φραγκίσκου και του Μεγάλου Ιμάμη του Τεμένους του Αιγυπτιακού Πανεπιστημίου Al-Azhar στο Abu Dabhi

Στο πλαίσιο του Διαθρησκειακού Οικουμενισμού, το Έγγραφο με τίτλο «Human Fraternity (Ανθρώπινη Αδελφότητα)» υπογράφηκε στις 4-2-2019 μεταξύ του Πάπα Φραγκίσκου και του Μεγάλου Ιμάμη του Τεμένους του αρχαιότερου Μουσουλμανικού Πανεπιστημίου Al-Azhar Καθηγητή Ahmad Al-Tayyeb στο Abu Dabhi των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Το Έγγραφο αυτό έχει ντεϊστικό ή γκοντιστικό (θεϊστικό) χαρακτήρα, αφού αναφέρεται σε έναν Αφηρημένο Θεό. Η ετήσια επέτειος υπογραφής του εν λόγω διαθρησκειακού Εγγράφου γιορτάστηκε στις 4-2-2020, στην οποία προσκλήθηκε επίσημα, μεταξύ των άλλων προσκεκλημένων, και ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος.

Στο περιθώριο αυτής της διαθρησκειακής επετείου, πραγματοποιήθηκε στις 3-2-2020 - και ενώ είχε ήδη κηρυχθεί επίσημα η λεγόμενη «πανδημία του κορωναϊού» από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (Π.Ο.Υ.) στις 31-1-2020 -  η γνωστή συμπτωματική συνάντηση του Οικουμενικού Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου με τον Έλληνα Πρωθυπουργό κ. Μητσοτάκη στο Abu Dabhi, ως προς την ειδησεογραφική κάλυψή της, έχει ως εξής:

«Ο κ. Βαρθολομαίος βρίσκεται στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα για την εκδήλωση «Human Fraternity (Ανθρώπινη Αδελφότητα)», ένα χρόνο μετά την υπογραφή του Human Fraternity Document (Έγγραφο Ανθρώπινης Αδελφότητας), το οποίο αναφέρεται στη σημασία του διαθρησκευτικού διαλόγου, της ανεκτικότητας και της αρμονικής συνύπαρξης των θρησκευμάτων.

«Πολύ ωραία σύμπτωση», είπε ο πρωθυπουργός στον Οικουμενικό Πατριάρχη.

«Χαιρόμαστε πολύ για την σύμπτωση και την αγαθή συγκυρία. Αν θέλει ο Θεός τον Μάιο θα έρθω στην Αθήνα», ανέφερε ο κ. Βαρθολομαίος και πρόσθεσε: «Χθες το βράδυ ήρθαμε, είναι μια ανοικτή πόλη, φιλελεύθερη».

Και οι δύο θυμήθηκαν την πρόσφατη συνάντησή τους στο Νταβός.

Ο πρωθυπουργός επισήμανε την ευαισθησία και γνώση του Οικουμενικού Πατριάρχη για το θέμα της κλιματικής αλλαγής, που απασχόλησε το φετινό Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός.

«Εσείς είδατε τις προκλήσεις της κλιματικής αλλαγής πολύ πριν», είπε ο κ. Μητσοτάκης.

«30 χρόνια» του απάντησε ο κ. Βαρθολομαίος. «Ο λόγος σας έχει ιδιαίτερη βαρύτητα στα ζητήματα αυτά», πρόσθεσε ο πρωθυπουργός» (https://www.romfea.gr/oikoumeniko-patriarxeio/35053-i-sunantisi-tou-prothupourgou-me-ton-patriarxi-bartholomaio-sto-ampou-ntampi.

            Το Έγγραφο της «Ανθρώπινης Αδελφότητας» του 2019 του Άμπου Ντάμπι διαφαίνεται ότι είναι το συστατικό της (υπό διαμόρφωση) Νέας Παγκόσμιας Θρησκείας του (υπό διαμόρφωση) Παγκόσμιου Κράτους της Μετακορωναϊκής Νέας Παγκόσμιας Τάξης.

1.Γ) Η τηλεφωνική επικοινωνία του Πρωθυπουργού Μητσοτάκη, με πρωτοβουλία δική του, με τον Πάπα Φραγκίσκο στις 13-5-2020

Επίσης - όπως αναφέρω στο άρθρο μου με τίτλο «Ο Μητσοτάκης φαίνεται αναρμοδίως να προωθεί τον διαθρησκειακό οικουμενισμό στην Εκκλησία της Ελλάδος - διάβασα την εξής είδηση:

            «Τηλεφωνική επικοινωνία Μητσοτάκη με τον Πάπα Φραγκίσκο

            Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης είχε σήμερα (13-5-2020) τηλεφωνική επικοινωνία με τον Πάπα Φραγκίσκο. Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκε η παγκόσμια πρόκληση που συνιστά ο κορωνοϊός και τα μέτρα που έχουν ληφθεί για την αντιμετώπισή του.

            Επίσης, με δεδομένο το ιδιαίτερο ενδιαφέρον τόσο του Πάπα Φραγκίσκου όσο και του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου για το περιβάλλον, συζήτησαν θέματα προστασίας του και ο πρωθυπουργός ανέπτυξε την πράσινη ατζέντα της κυβέρνησης, η οποία βρίσκεται, όπως ανέφερε, ψηλά στις προτεραιότητες της Ελλάδος.

            Αναφορικά με την προστασία των πλέον ευάλωτων ομάδων, όπως είναι οι πρόσφυγες, ο Ποντίφικας αναγνώρισε τις εξαιρετικές προσπάθειες που έχει κάνει η Ελλάδα ιδιαίτερα στις δύσκολες συνθήκες της πανδημίας. Ταυτόχρονα εξέφρασε, σύμφωνα με πληροφορίες, τη θλίψη του για το γεγονός ότι δεν έχουν ανταποκριθεί περισσότερες χώρες στο πρόγραμμα μετεγκατάστασης ασυνόδευτων ανηλίκων.

            Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ενημέρωσε τον Ποντίφικα για την κατάσταση στην ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου και τόνισε ότι προσβλέπει στην επίσκεψή του στη χώρα μας μόλις οι συνθήκες το επιτρέψουν.

            Επίσης ο πρωθυπουργός υπενθύμισε τους εορτασμούς των 200 ετών από την ελληνική Επανάσταση του 2021, και πρότεινε στον προκαθήμενο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, κατά την επόμενη επίσκεψή του στην Ελλάδα, να επισκεφθεί πόλεις που βρίσκονται στο επίκεντρο των πρώτων χρόνων του Χριστιανισμού, ακολουθώντας τα βήματα του Αποστόλου Παύλου» [ΣΚΑΪ, https://www.skai.gr/news/politics/tilefoniki-epikoinonia-mitsotaki-me-ton-papa-fragkisko].

            Από τις παραπάνω ειδήσεις διαβλέπουμε ένα ενδιαφέρον πολιτικών και θρησκευτικών αρχών:

1) για ενωσιακή υποταγή της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος, αλλά και λοιπών Ορθόδοξων Αυτοκέφαλων Εκκλησιών, στην ανώτατη αρχή της Καθολικής Εκκλησίας (με τη νομική έννοια του όρου), και

2) για την προσχώρηση των Ορθόδοξων Αυτοκέφαλων Εκκλησιών στον Διαθρησκειακό Οικουμενισμό του οποίου ηγείται ο Πάπας Φραγκίσκος.

            Πρόκειται για καθαρά καισαροπαπική ανάμειξη από πλευράς Πρωθυπουργού στα αποκλειστικώς εσωτερικά ζητήματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος, στα οποία ανήκει και το δόγμα της και ειδικότερα η εκκλησιολογία της, σύμφωνα με τα 3 και 13 του Συντάγματος και με την πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Αλλιώς, δεν εξηγείται η αιφνίδια πρωτοβουλία Μητσοτάκη – σε πλήρη άγνοια είτε της προκαθημένης Διαρκούς Ιεράς Συνόδου είτε της ανώτατης εκκλησιαστικής αρχής της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος -  για τηλεφωνική του επικοινωνία με τον Πάπα, λαμβανομένης υπόψη της ατζέντας των τεσσάρων θεμάτων της συζήτησής τους, με σημαντικότερο το τέταρτο θέμα που αφορούσε την πρόσκληση του Πάπα να επισκεφθεί την Ελλάδα το 2021 (έτος εορτασμού των 200 ετών από την Επανάσταση του 1821) στα λεγόμενα «βήματα του Αποστόλου Παύλου» (δηλαδή με επίσκεψή του Πάπα στις πόλεις της Ελλάδος όπου ο Απόστολος Παύλος κήρυξε τον Χριστιανισμό).

2 - Ο Διαθρησκειακός Οικουμενισμός της Καθολικής Εκκλησίας (με τη νομική έννοια του όρου)

            Στον Διαθρησκειακό Οικουμενισμό γενικά αναφέρομαι στο άρθρο μου με τίτλο «Η απογύμνωση της θείας φύσης του Θεανθρώπου από την «Παγκόσμια Γραφή» και την UNESCO», όπου παραπέμπω.

            Στον Διαθρησκειακό Οικουμενισμό ειδικά από πλευράς Καθολικής Εκκλησίας (με τη νομική έννοια του όρου) αναφέρομαι στο άρθρο μου «Το θεοσοφιστικό θεμέλιο της Νέας Παγκόσμιας Θρησκείας βασίζεται στην άρνηση της Θείας Φύσης του Χριστού», όπου επίσης παραπέμπω.

3 - Ανατροπή από τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο της επίσημης θέσης της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος για την έλλειψη από την Καθολική Εκκλησία (με τη νομική έννοια του όρου) της ιδιότητας της Εκκλησίας (με την εκκλησιολογική έννοια του όρου)

Όπως ανέφερα στο άρθρο μου με τίτλο «Περαιτέρω διεύρυνση του χάσματος μεταξύ Αρχιεπισκόπου-ΔΙΣ, και λαού του Θεού», ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Ιερώνυμος Β΄ – ενδεχομένως εισηγούμενος σχετικώς στα λοιπά 24 μέλη της αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος - δεν εφάρμοσε την απόφαση της Έκτακτης Συνόδου της Ιεραρχίας του Μαϊου 2016, η οποία έδωσε εντολή στη αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Ελλάδος να ψηφίσει, στη λεγόμενη «Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθόδοξης Εκκλησίας» στο Κολυμπάρι Χανίων τον Ιούνιο 2016, ότι η Καθολική Εκκλησία (με τη νομική έννοια του όρου) δεν είναι Εκκλησία (με την εκκλησιολογική έννοια του όρου).

Και τούτο έγινε μετά τη συνάντηση του Αρχιεπισκόπου με τον Οικουμενικό Πατριάρχη, όταν υπήρξε πολλαπλή εμπλοκή στην ψήφιση του σχεδίου απόφασης με τίτλο «Σχέσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τον λοιπόν χριστιανικόν κόσμον». Η αναρμόδια ανατροπή της θέσης αυτής της Έκτακτης Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος του Μαϊου 2016 ενδεχομένως οφείλεται σε πίεση συσχετιζόμενη με πιθανή ανάκληση της Πατριαρχικής και Συνοδικής Πράξης του 1928 για τις λεγόμενες Νέες Χώρες, δηλαδή την εκ νέου διοικητική υπαγωγή των Πατριαρχικών Μητροπόλεων των Νέων Χωρών (δηλαδή, σχηματικά, των Μητροπόλεων της Βόρειας Ελλάδος) υπό το Οικουμενικό Πατριαρχείο, σε περίπτωση μη ψηφίσεως του τότε σχεδίου της εν λόγω απόφασης από την αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Ελλάδος, η οποία ψήφιζε δια του Αρχιεπισκόπου.

            Η ανωτέρω ψήφος του Αρχιεπισκόπου στη λεγόμενη «Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας» δεν ανέτρεψε μόνον την αντίθετη απόφαση της Έκτακτης Συνόδου της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος του Μαϊου 2016, αλλά και την πάγια σχετική θέση της ίδιας Εκκλησίας της Ελλάδος. Αυτή η πάγια θέση της είχε εκφραστεί με το Συνοδικό Γράμμα του 1993 της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, με το οποίο αυτή απέρριψε το κείμενο της Μεικτής Θεολογικής Επιτροπής Καθολικών – Ορθοδόξων του 1993 του Μπαλαμάντ του Λιβάνου (όπου δεν είχε συμμετάσχει ούτε η αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Ελλάδος ούτε οι αντιπροσωπείες και άλλων οκτώ Ορθόδοξων Αυτοκέφαλων Εκκλησιών). Τούτο το κείμενο δέχθηκε την πλήρη κοινωνία μεταξύ της Ορθόδοξης Εκκλησίας και της Καθολικής Εκκλησίας (με τη νομική έννοια του όρου) με την αμοιβαία αναγνώριση της ιεροσύνης και των μυστηρίων που τελούνται από τους θρησκευτικούς τους λειτουργούς.

            Στο ανωτέρω Συνοδικό Γράμμα του 1993 της Εκκλησίας της Ελλάδος γράφονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής:

            «Εις το εν Balamand συνταχθέν νέον κείμενον επιχειρείται κατά πρόληψιν και άνευ άρσεως των παραδεδομένων θεολογικών και εκκλησιολογικών διαφορών η πλήρης κοινωνία μεταξύ της Ορθοδόξου και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας δια της αμοιβαίας αναγνωρίσεως της ιερωσύνης και των υπ’ αυτών τελουμένων μυστηρίων. Η Μικτή Επιτροπή δηλαδή δια του περί της Ουνίας κειμένου εισηγείται αυθαιρέτως αφ’ ενός μεν την παραίτησιν της Ορθοδόξου Εκκλησίας εκ της αποκλειστικής αυτοσυνειδησίας αυτής ως της μιάς, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας, αφ’ ετέρου δε την αναγνώρισιν των ιδιοτήτων τούτων και εις την Ρωμαιοκαθολικήν Εκκλησίαν πριν ή δια του θεολογικού διαλόγου αποκατασταθή η ενότης εις την ορθήν πίστιν».

            Και το Συνοδικό Γράμμα του 1993 της Εκκλησίας της Ελλάδος καταλήγει ως εξής:

            «Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος θεωρεί το περί της Ουνίας κείμενον του Balamand ως απαράδεκτον εξ επόψεως ορθοδόξου, ως παντελώς ξένον προς την μακραίωνα ορθόδοξον παράδοσιν και ως αντίθετον προς πάσας τας επί του Διαλόγου μετά της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας αποφάσεις των Πανορθοδόξων Διασκέψεων. Τα αποσπασματικώς διατηρηθέντα εις το κείμενον τούτο ορθά στοιχεία περί της Ουνίας εξαφανίζονται εις την εκκλησιολογικώς συνεσκοτισμένην βάσιν αυτού και καθίστανται αδιάφορα δια τον Διάλογον και τας μελλοντικάς προοπτικάς αυτού. Η τοιαύτη αξιολόγησις του κειμένου περί της Ουνίας, κριθείσα αναγκαία δια τον καθησυχασμόν του φρονήματος του ευσεβούς πληρώματος της εν Ελλάδι Εκκλησίας, γνωστοποιείται κατά τα παραδεδομένα τη Μητρί Εκκλησία, ίνα μη το κακόν χείρον γένηται» (Βλ. Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιεροθέου, Διάλογος Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, https://orthodoxia.info/news/%CE%BD%CE%B1%CF%85%CF%80%CE%AC%CE%BA%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B9%CE%B5%CF%81%CF%8C%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CF%82-%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%82-%CE%BF%CF%81%CE%B8%CE%BF%CE%B4%CF%8C%CE%BE/).

[Βλ. επίσης Δ. Κεραμιδά (επιμ.), Διαχριστιανικές σχέσεις κατά τον 20ο αιώνα. Ο διάλογος Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών (στο διαδίκτυο, σε word, με τίτλο «Σχέσεις Ρωμ.-Ορθοδ. Κατά τον 20ο αιώνα»)].

            Βεβαίως, η βάση του διαλόγου της Μεικτής Θεολογικής Επιτροπής Ρωμαιοκαθολικών – Ορθοδόξων είναι η οικουμενιστική (ή συγκρητιστική) αρχή «ενότητα στην (συμφωνούσα με την ενότητα) ποικιλία», όπως εκφράστηκε από τον τότε Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα, στην προσφώνησή του προς τον τότε Πάπα Παύλο 6ο στη Ρώμη στις 26-10-1967 – την οποία οικουμενιστική (ή συγκρητιστική) αρχή φαίνεται ότι δεν είχε αντιληφθεί το Συνοδικό Γράμμα του 1993 της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος - ως εξής:

            «(…) Ούτω ελπίζομεν, ίνα αχθώμεν εις την ακριβή εκτίμησιν και τον διαχωρισμόν των κεφαλαίων εκείνων της πίστεως, άτινα απαραιτήτως δέον ίνα από κοινού ομολογώμεν, από των άλλων εκείνων στοιχείων του βίου της Εκκλησίας, άτινα, ως μη απτόμενα της πίστεως, δύνανται ελευθέρως, κατά την παράδοσιν εκατέρας των Εκκλησιών, ίνα αποτελώσιν ίδια εκάστης βιώματα και γνωρίσματα, σεβαστά τη ετέρα (…)» (Τόμος Αγάπης, σελ. 413  και 414). 

            Από το ανωτέρω απόσπασμα της ομιλίας του τότε Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα, διαπιστώνουμε την πρόθεση χρήσης της δογματικής και εκκλησιολογικής μαγειρικής στα δόγματα της Πίστεως της Εκκλησίας, για την επίτευξη της «ένωσης» μεταξύ του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ως φορέα της αρχηγεσίας της «ένωσης» και των λοιπών Ορθόδοξων Αυτοκέφαλων Εκκλησιών, με την Καθολική Εκκλησία (με τη νομική έννοια του όρου).

 

4 - Μοντέλο «ένωσης» μεταξύ της Καθολικής Εκκλησίας (με τη νομική έννοια του όρου) με τις Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες:

Ενωσιακή υποταγή των Ορθόδοξων Αυτοκέφαλων Εκκλησιών στην ανώτατη εκκλησιαστική εξουσία της Καθολικής Εκκλησίας (με τη νομική επωνυμία)

Όπως αναφέρω στο άρθρο μου με τίτλο «Το θεοσοφιστικό θεμέλιο της Νέας Παγκόσμιας Θρησκείας βασίζεται στην άρνηση της Θείας Φύσης του Χριστού», η παραδοσιακή (από πλευράς Καθολικισμού της 2ης Χιλιετίας) Καθολική Εκκλησία (με τη νομική έννοια του όρου), είχε παρεκκλίνει, ιδίως από την έναρξη της 2ης Χιλιετίας του Χριστιανισμού, από την παραδοσιακή Ορθόδοξη πίστη της Οικουμενικής Εκκλησίας της 1ης Χιλιετίας του Χριστιανισμού, ιδίως ως προς το θεμελιώδες πολίτευμα (δηλαδή οργάνωση και διοίκηση) της Εκκλησίας που είναι το Συνοδικό, τόσο σε επίπεδο Αυτοκέφαλης Εκκλησίας όσο και ιδίως σε επίπεδο Οικουμενικής Εκκλησίας, και όχι το μοναρχικό του Πάπα -αν και το μοναρχικό πολίτευμα το συναντούμε ιστορικώς ως εσωτερικά τους πολιτεύματα στα Πατριαρχεία Ρώμης και Αλεξανδρείας, όπου οι Προκαθήμενοί τους ονομάζονταν και εξακολουθούν να ονομάζονται «Πάπας Ρώμης» και «Πάπας Αλεξανδρείας» αντιστοίχως - με αποτέλεσμα να διολισθήσει σε νέα δόγματα μη σύμφωνα με την Οικουμενική Εκκλησία της 1ης Χιλιετίας του Χριστιανισμού. Ως γνωστόν, ο Πάπας – κατά την καθολική δογματική και το καθολικό κανονικό δίκαιο – είναι ο Ύπατος Αρχιερέας και ο Ανώτατος Νομοθέτης, Κυβερνήτης και Δικαστής στην παγκόσμια Καθολική Εκκλησία (με τη νομική έννοια του όρου). Και μπορεί να επιλέξει ατομικά να αποφανθεί δογματικά με οριστική πράξη (actu definitivo, το οποίο αντικατέστησε ορολογικά την δογματική απόφανση ex cathedra), ή συλλογικά να συναποφανθεί δογματικά με τον Σύλλογο των Καθολικών Επισκόπων είτε σε Οικουμενική Σύνοδο (σε πανηγυρική μορφή) είτε εκτός αυτής (με συλλογική πράξη των εγκατεσπαρμένων ανά τον κόσμο Καθολικών Επισκόπων).

Ο Πάπας είναι ο μόνος Επίσκοπος της Καθολικής Εκκλησίας (με τη νομική έννοια του όρου) ο οποίος έχει επισκοπική εξουσία τακτική όχι μόνον στην Επισκοπή του της Ρώμης, αλλά και σε όλες τις Καθολικές Επισκοπές, είτε του λατινικού ρυθμού είτε των ανατολικών καθολικών (ή ουνιτικών) ρυθμών. Την επισκοπική του εξουσία σε οποιαδήποτε Καθολική Επισκοπή ο Πάπας μπορεί να ασκήσει οποτεδήποτε, αν και εκτάκτως όταν το κρίνει σκόπιμο. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, από την ίδρυση της Οικουμενικής Εκκλησίας μετά τους Αποστόλους – οι οποίοι ήταν οι μοναδικοί Οικουμενικοί Επίσκοποι, αλλά συμφωνούσαν μεταξύ τους τα πεδία δράσεως των ιεραποστολικών τους δραστηριοτήτων – προβλέπεται δογματικώς και κανονικώς η ύπαρξη μόνον μίας επισκοπικής εξουσίας ανά Επισκοπή. Οι Προκαθήμενοι στην Ορθόδοξη Εκκλησία (Πατριάρχες, Αρχιεπίσκοποι), δεν έχουν βεβαίως επισκοπική εξουσία στην οικεία Αυτοκέφαλη Εκκλησία, πέραν των δικών τους επισκοπικών δικαιοδοσιών.

Το ανωτέρω αναφερόμενο  μοναρχικό πολίτευμα της Καθολικής Εκκλησίας (με τη νομική έννοια του όρου) αποτελεί Θεμελιώδη Νόμο της, αδιαπραγμάτευτο για οποιαδήποτε ένωση με άλλα χριστιανικά θρησκεύματα. Εξάλλου, αν δεν ήταν έτσι, τότε θα κατέρρεε σε πολυδιάσπαση ο Καθολικισμός, ο οποίος ερείδεται θεμελιωδώς στον θεσμό του Πάπα, όπως αυτός διαμορφώθηκε τη 2η Χιλιετία του Χριστιανισμού, με τη μεταρρυθμιστική επεξεργασία του θεσμού αυτού που έγινε στη Μονή των Βενεδικτίνων  του Cluny της Γαλλίας από τον 10ο αιώνα.

Η διαπραγματευόμενη «ένωση» μεταξύ της Καθολικής Εκκλησίας (με τη νομική έννοια του όρου) και των Ορθόδοξων Αυτοκέφαλων Εκκλησιών δεν θα ήταν δυνατό να ανατρέψει την εξέλιξη και παγίωση του παπικού θεσμού της 2ης Χιλιετίας του Χριστιανισμού, όπως είναι κατοχυρωμένος από την καθολική δογματική και το καθολικό κανονικό δίκαιο σήμερα, για να επαναφερθεί το πρωτείο τιμής του Πάπα της 1ης Χιλιετηρίδας. Διότι:

1 - Ο παπικός θεσμός (με την παραπάνω έννοια) και ο επισκοπικός θεσμός (λατίνων και ανατολικών καθολικών ή ουνιτών επισκόπων), ο οποίος υποτάσσεται ιεραρχικά στον παπικό θεσμό, αποτελούν θεσμούς θείου δικαίου. Και

2 – Η ανώτατη εκκλησιαστική αρχή της Καθολικής Εκκλησίας (με τη νομική έννοια του όρου) - η οποία προβλέπεται από την καθολική δογματική (η οποία συστηματοποιήθηκε από τη Β΄ Βατικάνεια Σύνοδο με το Συνοδικό της Δογματικό Σύνταγμα Lumen Gentium Gentium της 21-11-1964 (http://www.vatican.va/archive/hist_councils/ii_vatican_council/documents/vat-ii_const_19641121_lumen-gentium_fr.html) – είναι εγγυημένη από τον Θεμελιώδη Νόμο της, ο οποίος επιλέχθηκε από τον τότε Πάπα Ιωάννη Παύλο Β΄ να μην εκδοθεί νομοθετικά ως ξεχωριστό νομοθετικό κείμενο, αλλά ενσωματωμένο τόσο στον Κώδικα Κανονικού Δικαίου της Λατινικής Εκκλησίας του 1983 όσο και στον Κώδικα Κανόνων των Ανατολικών Καθολικών (ή Ουνιτικών) Εκκλησιών του 1990.

            Η ενδεχόμενη «ένωση» μεταξύ της Καθολικής Εκκλησίας (με τη νομική έννοια του όρου) και των Ορθόδοξων Αυτοκέφαλων Εκκλησιών, η οποία «ένωση» είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης από τη Μεικτή Θεολογική Επιτροπή τους – αν δεν είχε συνυπογραφεί από τον Πάπα Φραγκίσκο το προαναφερθέν Έγγραφο του 2019 του Αμπού Ντάμπι και αν οι δογματικές τους διαφορές θεωρούνταν ως «ποικιλία στην ενότητά τους», κατά τον τότε Οικουμενικό Πατριάρχη Αθηναγόρα το 1967 – θα αναγνώριζε οπωσδήποτε, άμεσα ή μάλλον έμμεσα, την ανώτατη εκκλησιαστική αρχή της Καθολικής Εκκλησίας (με τη νομική έννοια του όρου) και θα βασιζόταν στον Κώδικα Κανόνων των Ανατολικών Καθολικών (ή Ουνιτικών) Εκκλησιών.

            Η ανώτατη εκκλησιαστική αρχή της Καθολικής Εκκλησίας (με τη νομική έννοια του όρου) είναι ο Πάπας ατομικά ή ο Πάπας από κοινού με τον Σύλλογο των Επισκόπων των εγκατεσπαρμένων ανά τον κόσμο και ουδέποτε χωρίς τον Πάπα. Ο ίδιος ο Πάπας επιλέγει προσωπικά τον τρόπο ασκήσεως της ανώτατης εκκλησιαστικής εξουσίας, τον ατομικό ή τον συλλογικό. Ο συλλογικός τρόπος ασκήσεως της ανώτατης εκκλησιαστικής εξουσίας ασκείται είτε πανηγυρικά σε Οικουμενική Σύνοδο, στην οποία δεν υπάγεται επ’ ουδενί ο Πάπας, είτε εκτός αυτής. Και ο Κώδικας Κανονικού Δικαίου της Λατινικής Εκκλησίας του 1983 και ο Κώδικας Κανόνων των Ανατολικών Καθολικών (ή Ουνιτικών) Εκκλησιών του 1990 ορίζουν ότι ο Πάπας δεν δικάζεται από κανέναν, δηλαδή ούτε από κανένα εκκλησιαστικό δικαστήριο ούτε από κανένα κρατικό δικαστήριο.

Ο Κώδικας Κανόνων των Ανατολικών Καθολικών (ή Ουνιτικών) Εκκλησιών του 1990 - εκτός της ανώτατης εκκλησιαστικής αρχής της Καθολικής Εκκλησίας (με τη νομική έννοια του όρου), η οποία προβλέπεται πανομοιότυπα και στον Κώδικα Κανονικού Δικαίου της Λατινικής Εκκλησίας του 1983 – προβλέπει τα εξής τέσσερα (4) είδη Ανατολικών Καθολικών ή Ουνιτικών Εκκλησιών:

Α. Πατριαρχικές Εκκλησίες ιδίου δικαίου (ή sui generis)

Β. Μείζονες Αρχιεπισκοπικές Εκκλησίες ιδίου δικαίου (ή sui generis)

Γ. Μητροπολιτικές Εκκλησίες ιδίου δικαίου (ή sui generis)

Δ. Άλλες Εκκλησίες ιδίου δικαίου (ή sui generis).

            Σημειωτέον ότι ο Κώδικας Κανόνων των Ανατολικών Καθολικών (ή Ουνιτικών) Εκκλησιών συντάχθηκε από την αντίστοιχη Διεθνή Επιτροπή Καθολικών Κανονολόγων (ύστερα από 25 περίπου χρόνια επεξεργασίας του) με την προοπτική της προσχωρήσεως των «χωρισμένων (πρώην σχισματικών) Ανατολικών αδελφών (δηλαδή των Ορθοδόξων)» στην Καθολική Εκκλησία (με τη νομική έννοια του όρου), η οποία για τους Καθολικούς είναι η «Εκκλησία του Χριστού» στην πληρότητά της (με βάση τη συνοδική διδασκαλία της Β΄ Βατικάνειας Συνόδου, ιδίως το Συνοδικό Εκκλησιολογικό Σύνταγμα «Lumen Gentium» της 21-11-1964 και το Συνοδικό Διάταγμα για τον Διαχριστιανικό Οικουμενισμό «Unitatis Redintergratio» επίσης της 21-11-1964, λόγω νοηματικού συγχρονισμού των δύο συνοδικών κειμένων. Δηλαδή, κατά την επίσημη καθολική διδασκαλία και κανονικό δίκαιο, αυτό που λείπει από τις «χωρισμένες (πρώην σχισματικές) Εκκλησίες της Ανατολής, δηλαδή από τις Ορθόδοξες Εκκλησίες» είναι η ανώτατη εκκλησιαστική αρχή της Καθολικής Εκκλησίας (με τη νομική έννοια του όρου).

            Έτσι, σε περίπτωση ένωσης, υπό τους ανωτέρω αναφερόμενους όρους, όσες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες έχουν Προκαθήμενο Πατριάρχη, θα εντάσσονταν στις Πατριαρχικές Εκκλησίας ιδίου δικαίου. Όσες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες έχουν Προκαθήμενο Αρχιεπίσκοπο, θα εντάσσονταν στις Μείζονες Αρχιεπισκοπικές Εκκλησίες ιδίου δικαίου, όπως η Εκκλησία της Ελλάδος. Προς αυτήν την κατεύθυνση είναι ενισχυτική η οικοδόμηση, επί Αρχιεπισκόπου Αθηνών Ιερωνύμου Β΄, αρχιεπισκοποκεντρικού συστήματος διοίκησης στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία σχετικοποιεί το συνοδικό πολίτευμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας εν γένει. Όσες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες έχουν Προκαθήμενο Μητροπολίτη, θα εντάσσονταν στις Μητροπολιτικές Εκκλησίες ιδίου δικαίου.

            Αν δεν είχε συνυπογραφεί από τον Πάπα Φραγκίσκο το Έγγραφο του 2019 του Αμπού Ντάμπι και αν είχε συμφωνηθεί η «ένωση» της Καθολικής Εκκλησίας (με τη νομική έννοια του όρου) με τις Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, τότε, όπως προαναφέρθηκε, οι Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες θα υπάγονταν οργανωτικά σε ένα από τα προβλεπόμενα τέσσερα (4) είδη Εκκλησιών του Κώδικα Κανόνων των Ανατολικών Καθολικών (ή Ουνιτικών) Εκκλησιών. Θα είχε επίσης γίνει ενδεχομένως μια τροποποίηση από τον Πάπα του Κώδικα Κανόνων των Ανατολικών Καθολικών (ή Ουνιτικών) Εκκλησιών, η οποία δεν θα ήταν θείου δικαίου, δηλαδή αμετάβλητη στο μέλλον, αλλά εκκλησιαστικού δικαίου, δηλαδή στο μέλλον θα μπορούσε να καταργηθεί. Σύμφωνα με την ενδεχόμενη αυτή τροποποίηση θα μπορούσε να αναγνωριστεί κανονικώς, στον ίδιο Κώδικα Κανόνων των Ανατολικών Καθολικών (ή Ουνιτικών) Εκκλησιών, το πρωτείο τιμής του Οικουμενικού Πατριάρχη επί των Αυτοκέφαλων Εκκλησιών, το οποίο πρωτείο τιμής του θα έπαυε πλέον να είναι το ίδιο με εκείνο του Πάπα, αλλά δεύτερο στην τάξη λόγω μεταγενέστερου χρόνου κτήσης του, της 1ης Χιλιετηρίδας. Διότι η ενδεχόμενη ισότητα του πρωτείου τιμής του Οικουμενικού Πατριάρχη, αλλά  δεύτερο στην τάξη λόγω μεταγενέστερου χρόνου κτήσης του, με το πρωτείο τιμής του Πάπα της 1ης Χιλιετηρίδας, θα ερχόταν σε αντίθεση με τον Θεμελιώδη Νόμο της Καθολικής Εκκλησίας (με τη νομική έννοια του όρου) τον ενσωματωμένο στον Κώδικα Κανονικού Δικαίου της Λατινικής Εκκλησίας του 1983 και στον Κώδικα Κανόνων των Ανατολικών Καθολικών (ή Ουνιτικών) Εκκλησιών του 1990, ο οποίος Θεμελιώδης Νόμος αφορά την ανώτατη εκκλησιαστική αρχή της Καθολικής Εκκλησίας (με τη νομική έννοια του όρου) σήμερα.

            Κατόπιν των ανωτέρω, ανεξάρτητα από το πώς θα πλασαριστεί από όσους πρωταγωνιστούν σχετικώς, εφόσον γίνει όπως διαφαίνεται, η ενωσιακή υποταγή των Ορθόδοξων Αυτοκέφαλων Εκκλησιών στην ανώτατη εκκλησιαστική εξουσία της Καθολικής Εκκλησίας (με τη νομική έννοια του όρου), θα πρόκειται για μετατροπή τους από Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες σε Ανατολικές Καθολικές ή Ουνιτικές Εκκλησίες (με τη νομική έννοια του όρου) και ταυτοχρόνως οι ίδιες Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, με την εν λόγω μετατροπή τους, θα χάσουν την πραγματική τους αυτοκεφαλία, αλλά η καθεμία από αυτές θα έχει έναν τυπικό Προκαθήμενο, ο οποίος – όπως και οι λοιποί Επίσκοποι – θα έχει ιεραρχικό του προϊστάμενο τον Πάπα.  Διότι στην Καθολική Εκκλησία (με τη νομική έννοια του όρου) μόνο μία αυτοκεφαλία υπάρχει και εκφράζεται από τον Πάπα, με βάση τη διδασκαλία της Β΄ Βατικάνειας Συνόδου (1962-1965) και ιδίως το Συνοδικό Εκκλησιολογικό Σύνταγμα «Lumen Gentium» και τους δύο Κώδικες που εκδόθηκαν από τον Πολωνό Πάπα Ιωάννη – Παύλο Β΄, ως ανώτατο νομοθέτη της Καθολικής Εκκλησίας (με τη νομική έννοια του όρου), δηλαδή τον Κώδικα Κανονικού Δικαίου της Λατινικής Εκκλησίας του 1983 και τον Κώδικα Κανόνων των Ανατολικών Καθολικών (γνωστών ως Ουνιτικών) Εκκλησιών του 1990. Οι Κώδικες αυτοί ενσωματώνουν στο κανονικό δίκαιο το aggiornamento (ανανέωση) της Β΄ Βατικάνειας Συνόδου, η οποία περιλαμβάνει εκσυγχρονισμούς σε διάφορους τομείς, καθώς και την εισαγωγή του Διαχριστιανικού και του Διαθρησκειακού Οικουμενισμού ως επίσημης διδασκαλίας της Καθολικής Εκκλησίας (με τη νομική έννοια του όρου).

6 - Συμπέρασμα

            Όπως αναφέρω στο άρθρο μου με τίτλο «Το θεοσοφιστικό θεμέλιο της Νέας Παγκόσμιας Θρησκείας βασίζεται στην άρνηση της Θείας Φύσης του Χριστού», ο Πάπας Φραγκίσκος καταγγέλθηκε δημόσια από τον Carlo Maria Viganò, Τιτουλάριο Αρχιεπίσκοπο της Ulpiana, πρώην Γενικό Γραμματέα της Κυβέρνησης του Κράτους της Πόλης του Βατικανού και πρώην Αποστολικό Νούντσιο της Αγίας Έδρας στις ΗΠΑ, ότι – συνυπογράφοντας το Έγγραφο του 1991 του Αμπού Ντάμπι - αποστάτησε από τον Χριστιανισμό, ο οποίος θεμελιώνεται στο ένα Πρόσωπο και τις δύο Φύσεις του Θεανθρώπου Χριστού και προσχώρησε δημόσια στον Συγκρητιστικό Γνωστικισμό της αποκρυφιστικής Θεοσοφίας της Blavatsky, ενώ δημόσια εξακολουθεί να εμφανίζεται ως ο Πάπας της Καθολικής Εκκλησίας (με τη νομική έννοια του όρου).

Κατόπιν των ανωτέρω, επιβάλλεται - με βάση την Ορθόδοξη πίστη στο Θεανθρώπινο Πρόσωπο του Κυρίου Ιησού Χριστού - από πλευράς των Ορθόδοξων Αυτοκέφαλων Εκκλησιών η άμεση οριστική και αμετάκλητη παύση του διεξαγόμενου θεολογικού διαλόγου της Μεικτής Θεολογικής Επιτροπής μεταξύ της Καθολικής Εκκλησίας (με τη νομική έννοια του όρου) και των Ορθόδοξων Αυτοκέφαλων Εκκλησιών, ο οποίος είχε ως σκοπό του την «επανένωσή» τους.

Αν δεν διακόψουν πάραυτα τον μεικτό θεολογικό διάλογο με την Καθολική Εκκλησία (με τη νομική έννοια του όρου), οι Ορθόδοξες Αυτοκέφαλες Εκκλησίες κινδυνεύουν να διολισθήσουν και αυτές στον Συγκρητιστικό Γνωστικισμό της Θεοσοφίας της Blavatsky, θεωρώντας ότι διεξάγουν τον διάλογο αυτό με μια παραδοσιακή (από πλευράς Καθολικισμού της 2ης Χιλιετίας του Χριστιανισμού) Καθολική Εκκλησία (με τη νομική έννοια του όρου). Τούτο όμως, όπως προανέφερα, δεν ισχύει πλέον από τις 4 Φεβρουαρίου 2019, ημερομηνία συνυπογραφής του Εγγράφου του Αμπού Ντάμπι από τον Πάπα Φραγκίσκο και τον Μέγα Ιμάμη του Πανεπιστημίου του Al-Azhar της Αιγύπτου, αν δεν λάβουμε υπόψη τη Συνοδική Διακήρυξη Nostra Aetate της 28-10-1965 της Β΄ Βατικάνειας Συνόδου για τον Διαθρησκειακό Οικουμενισμό.

Στις 4 Φεβρουαρίου 2019 ο Πάπας Φραγκίσκος εφάρμοσε πρακτικά και συγκεκριμένα τη Συνοδική Διακήρυξη «Nostra Aetate» της Β΄ Βατικάνειας Συνόδου [ή 21ης Οικουμενικής Συνόδου της Καθολικής Εκκλησίας (με τη νομική έννοια του όρου)]. Αυτή η Συνοδική Διακήρυξη εισήγαγε επίσημα στη διδασκαλία της Καθολικής Εκκλησίας (με τη νομική έννοια του όρου) τον Διαθρησκειακό Οικουμενισμό ή Διεθνισμό ή Παγκοσμιοποίηση.

Το Έγγραφο του 2019 του Αμπού Ντάμπι έθεσε τα θεμέλια της Νέας Παγκόσμιας Θρησκείας, που είναι η Συγκριτιστική Θεοσοφία της Blavatsky και η οποία Θεοσοφία πρόκειται, ως χοάνη, να απορροφήσει όλες τις θρησκείες οι οποίες θα υποταχθούν σε αυτήν, σύμφωνα με τη σχετική θεμελιώδη θρησκευτική της πεποίθηση, κατά την οποία η Θεοσοφία είναι η υπερθρησκεία η οποία απορροφά και διαλύει τις θρησκείες. Το ίδιο Έγγραφο κατόρθωσε το δυσκολότερο, να ενώσει, με βάση τη Συγκρητιστική Θεοσοφία, τους τρείς κλάδους του δυτικού ή αβρααμικού δέντρου θρησκειών, οι οποίες στις παραδοσιακές τους μορφές - σε αντίθεση με τους κλάδους του ανατολικού ή βραχμανικού δέντρου θρησκειών – υποστηρίζουν, καθεμία για τον εαυτό της, την αποκλειστικότητα της κατεχόμενης από αυτές θρησκευτικής αλήθειας. Το επόμενο στάδιο είναι το ευκολότερο, να ενωθεί το αβρααμικό δέντρο θρησκειών με τους τρεις κλάδους του (Ιουδαϊσμό, Χριστιανισμό, Ισλάμ) με το βραχμανικό δέντρο θρησκειών με τους τρείς κλάδους του (Ινδουϊσμό, Βουδισμό, Τζαϊνισμό). Διότι αυτοί οι κλάδοι του βραχμανικού δέντρου θρησκειών είναι, από τη φύση τους, συγκρητιστικοί, αφού δέχονται ότι υπάρχουν πολλοί δρόμοι που οδηγούν εξίσου έγκυρα στην υπερβατική πραγματικότητα (ultimate reality).

Μετά την συνυπογραφή από τον Πάπα Φραγκίσκο του Εγγράφου του Αμπού Ντάμπι στις 4 Φεβρουαρίου 2019, το οποίο αμφισβητεί ευθέως και αμέσως τη θεία φύση του Θεανθρώπου Χριστού, αφού γίνεται επίκληση σε «αφηρημένο Θεό» από τον Πάπα και από τον Μεγάλο Ιμάμη, επιβάλλεται- με βάση την Ορθόδοξη πίστη στο Θεανθρώπινο Πρόσωπο του Χριστού (ένα Πρόσωπο, δύο φύσεις, θεία και ανθρώπινη) – η ρητή ανάκληση από την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος της ψήφου της αντιπροσωπείας της ίδιας Εκκλησίας της Ελλάδος δια του Αρχιεπισκόπου, που ψήφισε υπέρ του ότι η Καθολική Εκκλησία (με τη νομική έννοια του όρου) είναι Εκκλησία (με την εκκλησιολογική έννοια του όρου) στη λεγόμενη «Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Ορθοδόξου Εκκλησίας» στο Κολυμπάρι Χανίων τον Ιούνιο 2016. Και τούτο έγινε, μάλιστα, αντίθετα προς την εντολή της Έκτακτης Συνόδου της Ιεραρχίας του Μαϊου 2016 προς την 25μελή αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Ελλάδος, να ψηφίσει, δια του Αρχιεπισκόπου, υπέρ του ότι η Καθολική Εκκλησία (με τη νομική έννοια του όρου) δεν είναι Εκκλησία (με την εκκλησιολογική έννοια του όρου).  Και τούτο πρέπει να γίνει έστω εκ των υστέρων, ανεξάρτητα από το αν το Οικουμενικό Πατριαρχείο συσχετίσει το ζήτημα αυτό με εκείνο της ενδεχόμενης ανάκλησης της Πατριαρχικής και  Συνοδικής Πράξης του 1928 για τις λεγόμενες Νέες Χώρες. Αυτός ο συσχετισμός θα μπορούσε να αποτελεί ένα διαρκές πρόβλημα, δεδομένου ότι θα μπορούσε να προβληθεί και άλλες φορές, όπως στην περίπτωση που ενδεχομένως πραγματοποιηθεί το  2025 η Ενοποιητική Διαχριστιανική Οικουμενική Σύνοδος για την «ένωση» των διαφόρων ομολογιών, περιλαμβανομένων των Ορθόδοξων Αυτοκέφαλων Εκκλησιών, σε έναν ενιαίο Χριστιανισμό με Κεφαλή του τον Πάπα.

            Σημειωτέον ότι η διολίσθηση στον Θρησκευτικό Οικουμενισμό ή Διεθνισμό ή Παγκοσμιοποίηση είναι σταδιακή και ουδέποτε ξεκάθαρη από την αρχή, όπως συνέβη και με την Καθολική Εκκλησία (με τη νομική έννοια του όρου), ενώ αρχικά παρουσιάζεται ως μόδα και aggiornamento (ανανέωση), δηλαδή δήθεν ως μια σύγχρονη θεώρηση των δι-εκκλησιαστικών και δια-θρησκειακών ζητημάτων, δήθεν ανταποκρινόμενη στα αιτήματα και τις συνθήκες της σύγχρονης εποχής.

            Όπως αναφέρεται στην Εισαγωγή και του παρόντος άρθρου,  μάλλον διαφαίνεται η πραγματοποίηση το 2025 μιας Οικουμενιστικής «Παγχριστιανικής Οικουμενικής Συνόδου» για την οικουμενιστική ένωση του Ρωμαιοκαθολικισμού, του Προτεσταντισμού και της Ορθοδοξίας σε μια ενιαία Χριστιανική Εκκλησία,  κατ’ εφαρμογήν της οικουμενιστικής αρχής «ενότητα στην συμφωνούσα με αυτήν ποικιλία», με αφορμή την επέτειο του εορτασμού των 1.700 ετών από τη διεξαγωγή της Ορθόδοξης Α΄ Οικουμενικής Συνόδου του 325 επί Ρωμαίου Αυτοκράτορα Αγίου Κωνσταντίνου.

            Ερωτάται: Επιτρέπεται να πραγματοποιηθεί μια «Οικουμενική Σύνοδος» το 2025 για την ενωσιακή υποταγή των Ορθόδοξων Αυτοκέφαλων Εκκλησιών στην ανώτατη αρχή της Καθολικής Εκκλησίας (με τη νομική έννοια του όρου):

- 1) Όταν ο Πάπας Φραγκίσκος έχει συνυπογράψει το Έγγραφο του 2019 του Αμπού Ντάμπι, το οποίο αναλύεται στο άρθρο μου με τίτλο «Το θεοσοφιστικό θεμέλιο της Νέας Παγκόσμιας Θρησκείας βασίζεται στην άρνηση της Θείας Φύσης του Χριστού» και το οποίο αποδέχθηκε τις θρησκευτικές πεποιθήσεις της Συγκρητιστικής Θεοσοφίας της Blavatsky;

- 2) Όταν η επίσημη διδασκαλία της Καθολικής Εκκλησίας, η οποία περιέχεται στις αποφάσεις της Β΄ Βατικάνειας Συνόδου και στους δύο κανονικούς Κώδικες, δεν συμφωνεί – τουλάχιστον ως προς την ανώτατη εξουσία στην Οικουμενική Εκκλησία - με το γνήσιο συνοδικό πολίτευμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας που είναι το ίδιο με εκείνο το οποίο ίσχυε στην Οικουμενική Εκκλησία κατά την 1η Χιλιετηρίδα του Χριστιανισμού τουλάχιστον ως προς την Οικουμενική Εκκλησία (δεδομένου ότι τα Πατριαρχεία Ρώμης και Αλεξανδρείας είχαν προεχόντως μοναρχικό πολίτευμα αποκλειστικά για τις δικές τους πατριαρχικές δικαιοδοσίες, το οποίο όμως δεν έφθανε μέχρι του σημείου ο Πάπας να είναι,  εκτός από Επίσκοπος Ρώμης, και Επίσκοπος κάθε Επισκοπής υπαγόμενης στην πατριαρχική του δικαιοδοσία, όπως τούτο αναπτύχθηκε, με σχετική μεταρρύθμιση, στη Β΄ Χιλιετία του Χριστιανισμού); 

Σημειωτέον ότι το να είναι ο Πάπας Επίσκοπος Ρώμης και ταυτοχρόνως Επίσκοπος κάθε Καθολικής Επισκοπής (Λατινικής και Ανατολικής Καθολικής ή Ουνιτικής), ενώ μπορεί να ασκεί εκτάκτως την τακτική του επισκοπική εξουσία εκτός Ρώμης, σημαίνει ότι υπάρχει μια σύγχυση εκκλησιολογική (δογματική) ως προς τον θεσμό του Επαρχιούχου Επισκόπου, τόσο στη Λατινική Εκκλησία όσο και στις Ανατολικές Καθολικές (ή Ουνιτικές) Εκκλησίες. Αν ο Επίσκοπος είναι Επαρχιούχος, δεν μπορεί να υπάρχει δεύτερη επισκοπική εξουσία στην ίδια Επισκοπή, διότι ο Επαρχιούχος Επίσκοπος ασκεί την επισκοπική του εξουσία στο δικό του όνομα. Αν υπάρχει άλλη επισκοπική εξουσία σε μια Επισκοπή, τούτο σημαίνει ότι ο Επίσκοπος δεν είναι Επαρχιούχος, αλλά Έξαρχος (Αντιπρόσωπος) του Επαρχιούχου Επισκόπου, διότι ασκεί την επισκοπική εξουσία στο όνομα του Επαρχιούχου Επισκόπου.

- 3) Όταν ηγείται ο θεσμός του Πάπα του Θρησκευτικού Οικουμενισμού ή Διεθνισμού ή Παγκοσμιοποίησης; 

ΣΥΝΟΠΤΙΚΟ ΕΡΩΤΗΜΑ: ΑΠΟΔΕΧΕΤΑΙ  Ή ΟΧΙ Η ΙΕΡΑΡΧΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΤΗΝ ΕΝΩΣΙΑΚΗ ΥΠΟΤΑΓΗ ΤΗΣ ΣΤΟΝ ΠΑΠΙΣΜΟ, ΩΣ ΜΙΑ ΑΚΟΜΗ ΟΥΝΙΤΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΚΑΙ ΤΟΝ ΔΙΑΘΡΗΣΚΕΙΑΚΟ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ ΤΟΥ ΠΑΠΑ ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΥ;

καθηγητή (επ.) του Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ., δικηγόρου παρ’ Αρείω Πάγω, θεολόγου

 

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ