Τι απαντάει ο Επίσκοπος Χριστουπόλεως στα περί εισπήδησης του Φαναρίου σε περιοχή της Μόσχας

Δημοσίευση: 14 Σεπτεμβρίου 2018, 3:27 μμ

Μια άλλη προσέγγιση του εκκλησιαστικού Ουκρανικού ζητήματος επιδιώκει να δώσει ο Χριστουπόλεως Μακάριος, Βοηθός Επίσκοπος του Οικουμενικού Πατριάρχου, μόνιμος Καθηγητής της Πατριαρχικής Ακαδημίας Κρήτης και επισκέπτης Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής της Εσθονίας.


«Αν το Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε παραχωρήσει το Κιέβο στην Εκκλησία της Ρωσσίας, τότε θα προέτρεπε τον εκάστοτε Κιέβου να μνημονεύει τον Μόσχας και όχι τον Κωνσταντινουπόλεως” αναφέρει συγκεκριμένα στην ανάλυσή του.

Κατηγορεί την Ρωσική Εκκλησία ότι έχει επιστρατεύσει όλο τον επικοινωνιακό της μηχανισμό, προκειμένου να πείσει τον Ορθόδοξο κόσμο ότι όλα τα δίκαια είναι με το μέρος της, αλλά στην πραγματικότητα προωθεί ιστορικές ανακρίβειες και ψευδείς πληροφορίες, που φανερώνουν κατάσταση πανικού και αντίδραση «κατά συναρπαγήν», όπως αναφέρει ο 33ος Κανόνας των Αγίων Αποστόλων.

Κατόπιν θέτει μια σειρά ερωτημάτων:

«Το πρώτο ερώτημα που τίθεται σχετικά με το Ουκρανικό είναι: Με ποιό δικαίωμα η Ρωσσία σήμερα και επί τη βάσει ποίων Ιερών Κανόνων διεκδικεί την εκκλησιαστική και διοικητική εξάρτηση της Μητροπόλεως Κιέβου από αυτήν; Η δικαιοδοσία τής κάθε αυτοκέφαλης Εκκλησίας (εκτός των Πρεσβυγενών Πατεριαρχείων και της Εκκλησίας Κύπρου των οποίων τα όρια έχουν καθοριστεί από Οικουμενικές Συνόδους), είναι καθορισμένη και καταγεγραμμένη στον Τόμο που της παραχωρήθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Αν λοιπόν ανατρέξουμε στο Χρυσόβουλο, το οποίο έλαβε το Πατριαρχείο της Μόσχας το 1590 από την Κωνσταντινούπολη, θα διαπιστώσουμε ότι μέσα στις δικαιοδοσίες της δεν συμπεριλαμβάνεται η Μητρόπολη Κιέβου. Αυτό το οποίο λέγεται περί σχέσεως 1030 ετών μεταξύ Μόσχας και Κιέβου είναι επιχείρημα που μάλλον εντάσσεται στο πλαίσιο της «ρωσσικής εκκλησιαστικής διπλωματίας», αλλά δεν είναι αληθινό γεγονός, πράγμα που αποδεικνύεται πολύ εύκολα από τις πηγές”.


Όσον αφορά «στα ντοκουμέντα», που επικαλείται η ρωσική πλευρά, ο Επίσκοπος Μακάριος σχολιάζει: «για να δούμε τί πληροφορίες μάς δίδουν σχετικά με την πορεία της Μητροπόλεως Κιέβου, κυρίως μετά την πραξικοπηματική απόσχιση της Μόσχας από τη Μητέρα της Εκκλησία το 1448 και την μετέπειτα αποκατάστασή της και κανονική αναγνώρισή της ως Πατριαρχείου από τον Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμία. Το βασικό αρχειακό υλικό που υπάρχει είναι οι επιστολές του Οικουμενικού Πατριάρχου Διονυσίου Δ΄ προς τους Τσάρους Ιωάννη και Πέτρο και τον Πατριάρχη Μόσχας Ιωακείμ, το 1686.

Οι επιστολές αυτές έχουν χρησιμοποιηθεί κατ᾽ εξακολούθησιν από τη ρωσσική πλευρά – κι αυτό εύκολα μπορεί να διαπιστωθεί με μια πρόχειρη έρευνα στο διαδίκτυο – ως η μοναδική και αυθεντική γραπτή μαρτυρία «υπαγωγής» της Μητροπόλεως Κιέβου στη Μόσχα, παρότι στα γράμματα αυτά γίνεται ξεκάθαρα λόγος για χορήγηση άδειας του Κωνσταντινουπόλεως προς τον Μόσχας να τελεί τη χειροτονία του Μητροπολίτου Κιέβου. Σημειώνεται χαρακτηριστικά στο κείμενο ότι προτρέπεται: «ο εν Αγίω Πνεύματι αγαπητός και περιπόθητος αδελφός και συλλειτουργός της ημών μετριότητος (ο Μόσχας) έχη επ’ αδείας χειροτονείν Κιόβου Μητροπολίτην κατά την εκκλησιαστικήν διατύπωσιν». Αλλά ακόμη και στην περίπτωση που δεχθούμε τις όποιες περί υπαγωγής ερμηνείες της ρωσσικής πλευράς, τα κείμενα θέτουν έναν όρο, ο οποίος αποτελεί τεράστιο «οδόφραγμα» για οποιαδήποτε συζήτηση περί εδαφικής και κυριαρχικής παραχωρήσεως της Μητροπόλεως Κιέβου στην Ρωσσική Εκκλησία: «ενός μόνου φυλαττομένου, δηλαδή ήνικα ο Μητροπολίτης Κιόβου ιερουργών είη την αναίμακτον και θείαν μυσταγωγίαν εν τη παροικία ταύτη, μνημονεύοι εν πρώτοις του σεβασμίου ονόματος του παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου»”.

Ο κ. Μακάριος διευκρινίζει πως υπαγωγή εδαφικής δικαιοδοσίας που δεν συνοδεύεται από τη μνημόνευση του επισκόπου, στην επαρχία του οποίου προστίθενται τα συγκεκριμένα γεωγραφικά όρια, δεν υφίσταται στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

«Κι αυτό είναι μία βασική εκκλησιολογική και κανονική αρχή, που δεν έχει μέχρι σήμερα δεχτεί καμμία εξαίρεση στην υπερ-δισχιλιετή πορεία της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Με άλλα λόγια, η μνημόνευση του ονόματος του επισκόπου αποτελεί μαρτυρία των εκκλησιαστικών του ορίων και της δικαιοδοσιάς του. Όπου μνημονεύεται κανονικά ο Ρωσσίας, εκεί ευρισκόμαστε σε εκκλησιαστικό έδαφος του Ρωσσίας, όπου μνημονεύεται κανονικά ο Ρουμανίας, εκεί βρισκόμαστε σε δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Ρουμανίας, όπου μνημονεύεται ο Κωνσταντινουπόλεως, εκεί βρισκόμαστε σε κανονικό έδαφος του Κωνσταντινουπόλεως κ.ο.κ. Επομένως, η παραχώρηση μιας συγκεκριμένης εδαφικής περιοχής σε άλλη εκκλησιαστική οντότητα διαπιστώνεται από το μνημόσυνο του επισκόπου και όχι από τις εικασίες ή ερμηνείες που μπορεί να κάνει ο οποιοσδήποτε. Αν το Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε παραχωρήσει, όπως ισχυρίζονται κάποιοι Ρώσσοι αδελφοί μας, την εδαφική κυριότητα της Μητροπόλεως Κιέβου στον Μόσχας, τότε τα κείμενα θα προέτρεπαν τον εκάστοτε Κιέβου να μνημονεύει τον Μόσχας και όχι τον Κωνσταντινουπόλεως. Αλλά αυτό δεν συμβαίνει. Αντίθετα μάλιστα, τίθεται ως απαραίτητος όρος η μνημόνευση του Κωνσταντινουπόλεως, γεγονός που δηλώνει ότι καμμία υπαγωγή της Μητροπόλεως Κιέβου στον Μόσχας δεν υφίσταται, παρά τις ερμηνείες που θέλουν να δώσουν κάποιοι σήμερα” τονίζει.

Με το επιχείρημα αυτό απαντάει στις ρωσικές αιτιάσεις περί παρέμβασης στα κανονικά της όρια και σημειώνει χαρακτηριστικά «όχι μόνο δεν υφίσταται εισπήδηση του Κωνσταντινουπόλεως στην Ουκρανία, αλλά, αντιθέτως, θα πρέπει να μελετηθεί εκκλησιολογικώς και κανονικώς γιατί ο Κιέβου σήμερα δεν μνημονεύει τον κανονικό του Πρώτο, που είναι ο Οικουμενικός Πατριάρχης. Υπάρχει άραγε κάποια άλλη Πατριαρχική Επιστολή ή Συνοδική πράξη με την οποία ο Οικουμενικός Πατριάρχης να αποποιείται τα δικαιώματά του επί της Μητροπόλεως Κιέβου, προτρέποντάς τον να μνημονεύει ευχαριστιακώς τον Ρωσσίας;”

Στηρίζει τέλος τον Οικουμενικό Πατριάρχη και ζητάει «να περιοριζόμαστε σε εκκλησιαστική και κανονική επιχειρηματολογία χωρίς απειλές, συκοφαντίες, ανοίκειους χαρακτηρισμούς προσώπων και κυρίως Eπισκόπων και Πατριαρχών ή ακόμη και αμφισβητήσεις αιωνόβιων θεσμών”