antioxos
Ιστορία
Ενημερώθηκε στις:

Ο Αντίοχος ο Μέγας και η ξεχασμένη Ελλάδα της Ανατολής

Υπάρχουν στιγμές στην ανθρώπινη ιστορία όπου οι αιώνες σταματούν να κυλούν και μία μόνο ημέρα αρκεί για να φανερώσει τι μπορεί να κατορθώσει το ανθρώπινο θάρρος, η πειθαρχία και η στρατηγική ιδιοφυΐα.Μία τέτοια στιγμή αναμφίβολα υπήρξε η σύγκρουση στο όρος Λαβού, στις απόκρημνες πλαγιές της οροσειράς του Ελμπρούς, στα βόρεια της αρχαίας Περσίας(σημερινό Ιράν), τον Ιούνιο του 209 π.Χ.

Εκεί, σε ένα στενό ορεινό πέρασμα περίπου 1.750–1.900 μέτρων υψομέτρου, κάτω από τις γιγάντιες κορυφές του Ελμπρούς που φθάνουν τα 5.700 μέτρα, ο νεαρός βασιλιάς των Σελευκιδών, ο τριανταδυάχρονος Αντίοχος Γ΄, κλήθηκε να αντιμετωπίσει μία από τις δυσκολότερες προκλήσεις ολόκληρης της ζωής του.

Απέναντί του βρίσκονταν οι Πάρθοι του Αρσάκη, αποφασισμένοι να σώσουν την ανεξαρτησία τους. Οι παραδοσιακές ανασυνθέσεις της μάχης μιλούν για περίπου 40.000 άνδρες συγκεντρωμένους στα ορεινά περάσματα, με μεγάλες μάζες πεζικού, καθώς το δύσβατο έδαφος περιόριζε τη δράση του περίφημου παρθικού ιππικού. Είχαν αποκλείσει τα στενά με τεράστιους κορμούς δέντρων και είχαν στήσει αλλεπάλληλες ενέδρες, θεωρώντας ότι κανένας στρατός δεν θα μπορούσε να διασπάσει αυτή τη φυσική οχύρωση.

Απέναντί τους προχωρούσε ένας από τους πιο εντυπωσιακούς στρατούς της ελληνιστικής εποχής, μιλάμε για περίπου 45.000 άνδρες, μία πραγματική μικρογραφία της ελληνικής Ανατολής.

Δέκα χιλιάδες Αργυράσπιδες και Μακεδόνες φαλαγγίτες, δεκαπέντε χιλιάδες Θυρεοφόροι και Θωρακίτες, 2.500 Κρήτες τοξότες, 2.000 εταίροι ιππείς, 2.000 Ταραντίνοι ελαφροί ιππείς, 6.000 Κούρτιοι και Ιρανοί σφενδονήτες και χιλιάδες ακόμη Έλληνες και Ασιάτες ψιλοί.

Αυτός ο στρατός είχε ήδη πετύχει κάτι που ελάχιστοι στρατηλάτες στην παγκόσμια ιστορία θα τολμούσαν να επιχειρήσουν. Είχε διασχίσει την τρομερή αλμυρή έρημο Νταστ-ε Καβίρ, στην καρδιά του Ιράν, έχοντας προηγουμένως υποτάξει την Αρμενία το 212 π.Χ. και την Ατροπατηνή Μηδία το 211–210 π.Χ.Περισσότερο από έναν αιώνα μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η αλεξανδρινή τόλμη δεν είχε σβήσει.

Ζούσε ακόμη. Ζούσε στις ελληνικές πόλεις της Συρίας και της Μεσοποταμίας. Ζούσε στα γυμνάσια της Βακτρίας. Ζούσε στα ελληνικά που μιλούνταν από τις ακτές της Μεσογείου έως τα όρια της Ινδίας.
Και όμως, αυτή κατά την προσωπική μου γνώμη είναι η πιο παρεξηγημένη περίοδος της ελληνικής ιστορίας.Πολλοί δυστυχώς θεωρούν ότι η ελληνική ιστορία τελειώνει με τον θάνατο του Αλεξάνδρου το 323 π.Χ ενώ στην ουσία μόλις τότε αρχίζει το δεύτερο μεγάλο κεφάλαιό της.

Ποιος γνωρίζει η θυμάται τον Σέλευκο τον Νικατωρά,τον Αντιγόνο ή τον σπουδαίο γιό του Δημητρίο τον πολιορκητή όπου θα αναφερθώ εκτενέστερα σε άλλο άρθρο μου.Τα ελληνιστικά βασίλεια δεν ήταν ένα απλός επίλογος των κατακτήσεων του Αλεξάνδρου. Ήταν μία νέα ελληνική οικουμένη, η οποία για αιώνες διαμόρφωσε την Ανατολή. Η ελληνική γλώσσα έγινε η κοινή γλώσσα της επιστήμης, της φιλοσοφίας, του εμπορίου και της διοίκησης σε μία αχανή περιοχή τριών ηπείρων.

Αυτή ακριβώς η ελληνιστική κληρονομιά αποτέλεσε έναν από τους βασικούς πυλώνες πάνω στους οποίους αναπτύχθηκε αργότερα η σπουδαία Αυτοκρατορία της Ρωμανίας,το γνωστό Βυζάντιο όπως έχει επικρατήσει,ένα κράτος που διατήρησε τη ρωμαϊκή πολιτική παράδοση αλλά εξελίχθηκε σε έναν κατεξοχήν ελληνόφωνο, ορθόδοξο και ελληνικής παιδείας πολιτισμό επί περισσότερο από μία χιλιετία.

Αλλά ας επιστρέψουμε στα παγωμένα περάσματα του Λαβού.Περιπού τέτοιες μέρες, αρχές καλοκαιριού,τη νύχτα της 6ης προς 7η Ιουνίου του 209 π.Χ., ενώ οι μηχανικοί των Σελευκιδών απομάκρυναν τους κορμούς που είχαν τοποθετήσει οι Πάρθοι, ξεκίνησε μία από τις πιο τολμηρές νυχτερινές επιχειρήσεις της αρχαιότητας.Οι 2.500 Κρήτες τοξότες υπό τον Πολυξενίδα τον Ρόδιο άρχισαν μία σιωπηλή ανάβαση σχεδόν δέκα χιλιομέτρων μέσα στο σκοτάδι, με σκοπό να εμφανιστούν στα νώτα του εχθρού.Με το πρώτο φως της ημέρας, 15.000 Θυρεοφόροι και Θωρακίτες υπό τον Νικόλαο τον Αιτωλό και τον Νικομήδη προχώρησαν προς τις παρθικές θέσεις. Πίσω τους, 6.000 Κούρτιοι και Ιρανοί σφενδονήτες εξαπέλυσαν καταιγισμό βλημάτων, με τα βαριά ιρανικά "βλήματα" να φθάνουν ακόμη και τα 300 γραμμάρια.

Οι Πάρθοι αιφνιδιάστηκαν, αλλά δεν κατέρρευσαν. Αντεπιτέθηκαν με λύσσα και έφεραν τους ανερχόμενους Θυρεοφόρους στα όρια της καταστροφής. Τότε εμφανίστηκε ο ίδιος ο Αντίοχος. Μόλις τριάντα δύο ετών, επικεφαλής των 10.000 Αργυράσπιδων, ο βασιλιάς όρμησε στο πιο δύσκολο σημείο της μάχης.
Εκεί όπου κάθε στρατιωτική λογική έλεγε ότι μία μακεδονική φάλαγγα δεν μπορούσε να λειτουργήσει, οι άνδρες του κράτησαν τη συνοχή τους. Οι σάρισσες χαμήλωσαν. Το ατσάλινο δάσος κινήθηκε προς τα εμπρός.

Οι αρχαίες πηγές περιγράφουν τους άνδρες του Αντιόχου να συντρίβουν την αντίσταση και να «καταπατούν τους πάντες». Την ίδια στιγμή, από τις κορυφές πίσω από τους Πάρθους ακούγονταν ελληνικές ιαχές.Οι Κρήτες είχαν φτάσει.
Η παρθική παράταξη βρέθηκε ανάμεσα σε δύο πυρά.Η κατάρρευση ήταν ολοκληρωτική. Οι παραδοσιακές εκτιμήσεις μιλούν για περισσότερους από 20.000 νεκρούς Πάρθους, ενώ οι απώλειες των Σελευκιδών θεωρούνται πολύ μικρότερες και αφορούσαν κυρίως τους Θυρεοφόρους που δέχθηκαν το βάρος της αντεπίθεσης.

Ο δρόμος προς την Παρθία, την Υρκανία, τη Βακτρία και τις μακρινές χώρες της Ινδίας είχε ανοίξει.Για επτά ολόκληρα χρόνια, από το 212 έως το 205 π.Χ., ο Αντίοχος θα διασχίσει χιλιάδες χιλιόμετρα σε μία νέα «Ανάβαση», δυστυχώς άγνωστη σχεδόν σε όλους,της ελληνικής ιστορίας. Θα πολεμήσει στη Βακτρία, θα φτάσει στα σύνορα της Ινδίας, θα αποκτήσει περίπου 150 πολεμικούς ελέφαντες και θα επιστρέψει φορτωμένος με αμύθητα πλούτη και νέο κύρος.

Όταν επέστρεψε, το προσωνύμιο «Μέγας» δεν ήταν μία υπερβολή αλλά η ουσιαστική αναγνώριση ότι, περισσότερο από εκατό χρόνια μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου, ένας ακόμη Έλληνας βασιλιάς είχε αποδείξει ότι η φλόγα της αλεξανδρινής οικουμένης συνέχιζε να καίει.

Θα πρέπει να καταλάβουμε ότι, ο Αντίοχος Γ΄ συμβολίζει κάτι πολύ μεγαλύτερο από μία νίκη σε ένα μακρινό βουνό του Ιράν το οποίο βλέπουμε ακόμη και σήμερα μακριά από την αυτοκρατορική δόξα των Περσών πόσο δυσκολοκατάβλητο είναι.
Συμβολίζει την ύπαρξη μίας Ελλάδας που δεν μετριόταν μόνο με τα όρια της χερσονήσου του Αίμου ή του Αιγαίου, αλλά με την έκταση της γλώσσας, της παιδείας, της στρατιωτικής παράδοσης και της δημιουργικής της δύναμης.

Μίας Ελλάδας που έζησε στη Συρία, στη Μεσοποταμία, στην Περσία, στη Βακτρία και μέχρι τις πύλες της Ινδίας. Μίας Ελλάδας που πολλοί σήμερα ξεχνούν και όμως, χωρίς την ελληνιστική οικουμένη, χωρίς τους αιώνες κατά τους οποίους η ελληνική γλώσσα και παιδεία κυριάρχησαν στην Ανατολή, η μετέπειτα Ρωμανία η ορθόδοξη αυτοκρατορία που για περισσότερο από χίλια χρόνια διέσωσε και ανέπτυξε την ελληνική γλώσσα, τη φιλοσοφία και την πολιτιστική παράδοση μέσα σε ένα ρωμαϊκό πολιτειακό πλαίσιο θα είχε λάβει μια εντελώς διαφορετική μορφή.Ίσως λοιπόν, εκείνο το ξημέρωμα του Ιουνίου του 209 π.Χ., στις παγωμένες πλαγιές του Ελμπρούς, δεν συγκρούστηκαν μόνο δύο στρατοί. Συγκρούστηκαν δύο κόσμοι.

Και μέσα από τις κραυγές των Κρητών στα νώτα του εχθρού και τη θύελλα των σαρισσών των Αργυρασπίδων, ακούστηκε ακόμη μία φορά η ηχώ του οράματος που γεννήθηκε στην Πέλλα το 336 π.Χ.
Η Ελλάδα δεν ήταν μόνο ένας τόπος.
Ήταν μία οικουμένη!!

Ακολουθήστε το Πενταπόσταγμα στο Google news Google News

ΔΗΜΟΦΙΛΗ