Ιστορία

Διακύβευμα του 1821: Εθνικές γαίες σε αχαρτογράφητη χώρα

Google Logo Προσθέστε το pentapostagma.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google.

του Βαγγέλη Λιβιεράτου

Aντα­πό­κρι­ση σε αυ­τό το αί­τη­μα ήταν οι απο­στο­λές των τεσ­σά­ρων στρα­τιω­τι­κών μη­χα­νι­κών που έστει­λε σχε­δόν αμέ­σως ―πα­ρά τω Kυ­βερ­νή­τη― το γαλ­λι­κό υπουρ­γείο Πο­λέ­μου με­τά την άφι­ξη του Κα­πο­δί­στρια στη χώ­ρα. Δεν χρειά­ζο­νται εξη­γή­σεις για να αντι­λη­φθεί κα­νείς τη σπου­δαιό­τη­τα της στρα­τιω­τι­κής εκ­παί­δευ­σης στην άμυ­να της χώ­ρας και τη ση­μα­σία της μόρ­φω­σης μη­χα­νι­κών ―στρα­τιω­τι­κών τό­τε πα­ντού.

Όπως εί­ναι αντι­λη­πτή και η επεί­γου­σα σπου­δαιό­τη­τα των τε­χνι­κών υπο­δο­μών για την οι­κο­δό­μη­ση μιας κα­τε­στραμ­μέ­νης χώ­ρας που ανα­δύ­ε­ται από το μη­δέν.

Αλ­λά η χαρ­το­γρά­φη­ση; Ποια ήταν η βα­σι­κή ανά­γκη για αυ­τήν; Για­τί ήθε­λε χάρ­τες ο Κα­πο­δί­στριας; Για τις πο­λε­μι­κές επι­χει­ρή­σεις του νέ­ου κρά­τους; Για τις δι­πλω­μα­τι­κές του προ­σπά­θειες; Για τη χά­ρα­ξη των συ­νό­ρων; Για τη ση­μα­το­δό­τη­ση του ευ­ρω­παϊ­κού χα­ρα­κτή­ρα του νέ­ου κρά­τους; Μή­πως ήταν μια ανώ­φε­λη ή δευ­τε­ρεύ­ου­σα τυ­χαία ιδέα ή μι­μη­τι­σμός; Η ανά­γκη των χαρ­τών που ζη­τού­σε ο Κα­πο­δί­στριας πε­ρι­γρά­φε­ται από τις συ­γκε­κρι­μέ­νες προ­δια­γρα­φές και τις χρή­σεις που ο ίδιος δια­τύ­πω­σε στην πε­ρί­φη­μη επι­στο­λή του προς τον Λο­βέρ­δο: για να ασκή­σει διοί­κη­ση ανα­πτύσ­σο­ντας τη στα­τι­στι­κή της χώ­ρας. Η χαρ­το­γρά­φη­ση ήταν απο­στο­λή ενός των τεσ­σά­ρων Γάλ­λων αξιω­μα­τι­κών, του Peytier, χαρ­το­γρά­φου του Dépôt, για λί­γους μή­νες πριν την εν­σω­μά­τω­σή του στο εκ­στρα­τευ­τι­κό σώ­μα του Maison (και των δια­δό­χων του Schneider και Guéhéneuc)· ήταν οι αξιω­μα­τι­κοί του Dépôt που θα εξυ­πη­ρε­τού­σαν και τις επι­στη­μο­νι­κές ανά­γκες της Expédition. Εν μέ­σω της άγνοιας των Ελ­λή­νων πε­ρί των της χαρ­το­γρά­φη­σης, ο Κα­πο­δί­στριας εί­χε πλή­ρη επί­γνω­ση της ση­μα­σί­ας και της προ­τε­ραιό­τη­τάς της για τα πρώ­τα επεί­γο­ντα έρ­γα του στην «έρη­μη χώ­ρα» που ανέ­λα­βε να οι­κο­δο­μή­σει. Η δια­χεί­ρι­ση των εθνι­κών γαιών ήταν ίσως το σπου­δαιό­τε­ρο από αυ­τά και πη­γή πολ­λών δει­νών για τον ίδιο και τις τύ­χες του νέ­ου κρά­τους. Για να δια­χει­ρι­στεί το θέ­μα των εθνι­κών γαιών, που προ­έ­κυ­ψε πιε­στι­κά από την Επα­νά­στα­ση του 1821, ένας ευ­ρω­παί­ος πο­λι­τι­κός του δια­με­τρή­μα­τός του δεν ήταν δυ­να­τόν να μην γνώ­ρι­ζε ότι έπρε­πε να προη­γη­θεί η χαρ­το­γρά­φη­ση των εδα­φών στα οποία ανα­φέ­ρο­νται οι εθνι­κές γαί­ες. Αυ­τή ήταν άλ­λω­στε και η πρα­κτι­κή που ακο­λου­θού­σαν όλα τα ευ­ρω­παϊ­κά κρά­τη, με πρώ­τη δι­δά­ξα­σα τη Γαλ­λία, από την οποία και ζή­τη­σε τη σχε­τι­κή αρω­γή ο άτυ­χος Κυ­βερ­νή­της.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Τι ήταν όμως οι εθνι­κές γαί­ες ή αλ­λιώς η εθνι­κή γη, τα εθνι­κά κτή­μα­τα, τα εθνι­κά χω­ρά­φια ή οι τό­ποι εθνι­κοί, όπως ανα­φέ­ρο­νται στα έγ­γρα­φα και τους κώ­δι­κες νό­μων με­τά το 1821;

Ήταν όλες οι οθω­μα­νι­κές ιδιο­κτη­σί­ες (κτί­ρια, καλ­λιερ­γού­με­να εδά­φη, λι­βά­δια, δά­ση) τις οποί­ες ανα­κή­ρυ­ξε ελεύ­θε­ρες η Επα­νά­στα­ση του 1821, σε ανα­μο­νή των απο­φά­σε­ων του κρά­τους για τον προ­σφο­ρό­τε­ρο τρό­πο αξιο­ποί­η­σής τους. Ελ­πί­δα των ακτη­μό­νων αγρο­τών και των μι­κρών ιδιο­κτη­τών γης ήταν να δια­νε­μη­θούν οι εθνι­κές γαί­ες σε αυ­τούς και να μην πω­λη­θούν στους με­γα­λο­γαιο­κτή­μο­νες ―τους έχο­ντες― που εκ­δή­λω­ναν αγο­ρα­στι­κό εν­δια­φέ­ρον. Κα­τά τις εκτι­μή­σεις του Peytier στην έκ­θε­σή του (1838), με βά­ση τα στοι­χεία της χαρ­το­γρά­φη­σης του Dépôt (1828-1832), o πλη­θυ­σμός του νέ­ου κρά­τους σε χώ­ρα με συ­νο­λι­κή εδα­φι­κή έκτα­ση περ. 48,6 χι­λιά­δων τετρ. χλμ. (περ. το 7.5% της έκτα­σης της Γαλ­λί­ας), ήταν περ. 800 χι­λιά­δες κά­τοι­κοι, κα­τα­νε­μη­μέ­νοι περ. 400 χιλ. στην Πε­λο­πόν­νη­σο και τις πα­ρα­κεί­με­νες νή­σους, περ. 250 χιλ. στη Στε­ρεά και περ. 150 χιλ. στις Κυ­κλά­δες και την Εύ­βοια ―με πλη­θυ­σμια­κή πυ­κνό­τη­τα περ. 16,5 κα­τοί­κων ανά τετρ. χλμ. Σε αυ­τόν τον πλη­θυ­σμό, περ. 480 χιλ. ήταν αγρό­τες (τε­τρα­με­λείς έως πε­ντα­με­λείς οι­κο­γέ­νειες) από τους οποί­ους οι περ. 360 χιλ. πα­ρέ­με­ναν ―και κα­τά την οθω­νι­κή πε­ρί­ο­δο― χω­ρίς κα­μιά ιδιο­κτη­σία, με τους υπό­λοι­πους να δια­θέ­τουν 5 ως 10 στρέμ­μα­τα στις ορει­νές πε­ριο­χές και από 50 ως 200 στρέμ­μα­τα στις πε­δι­νές.

Οι εθνι­κές γαί­ες κά­λυ­πταν σχε­δόν τη μι­σή εδα­φι­κή έκτα­ση που θα απο­τε­λού­σε το ελ­λη­νι­κό κρά­τος (Πε­λο­πόν­νη­σος, Στε­ρεά και Νή­σοι) και το 60% των καλ­λιερ­γού­με­νων εδα­φών, το 73% των λι­βα­δι­κών και το 82% των δα­σι­κών εκτά­σε­ων. Αυ­τά τα με­γά­λα πο­σο­στά εδά­φους, που αντι­προ­σώ­πευαν οι εθνι­κές γαί­ες, γί­νο­νται τό­τε ευ­θέ­ως ανά­λο­γου με­γέ­θους προσ­δο­κί­ες για τους Έλ­λη­νες του 1821 και το μέλ­λον τους. Κα­τά ιστο­ρι­κούς, όπως οι Σβο­ρώ­νος, Hering, Δερ­τι­λής, Δια­μα­ντού­ρος, Θε­με­λή-Κα­τη­φό­ρη, McGraw, οι οι­κο­γέ­νειες των Ελ­λή­νων αγρο­τών εκ­με­ταλ­λεύ­ο­νται το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος των πρώ­ην οθω­μα­νι­κής ιδιο­κτη­σί­ας καλ­λιερ­γή­σι­μων εδα­φών· πε­ρί­με­ναν με αγω­νία ότι η καλ­λιερ­γού­με­νη γη, με τον αντί­στοι­χο κτι­ρια­κό εξο­πλι­σμό, θα γί­νει κά­πο­τε δι­κή τους ή, του­λά­χι­στον, δεν θα αλ­λά­ξει η υφι­στά­με­νη κα­τά­στα­ση. Αλ­λά και οι αμέ­σως με­τά το 1821 υπο­σχέ­σεις προς τους αγω­νι­στές έχουν ως αντι­κεί­με­νο τη χο­ρή­γη­ση γης. Υπο­σχέ­σεις που έμει­ναν ανεκ­πλή­ρω­τες, όπως π.χ. εκεί­νη του 1827 για τη χο­ρή­γη­ση γης στους πο­λιορ­κη­μέ­νους της Ακρό­πο­λης των Αθη­νών και κα­τό­πιν σε όλους τους αγω­νι­στές. Εξαί­ρε­ση απο­τέ­λε­σαν τα λε­γό­με­να φθαρ­τά ακί­νη­τα ―σπί­τια, ερ­γα­στή­ρια, μύ­λοι, λου­τρά, και συ­να­φή― που θα κιν­δύ­νευαν να κα­τα­στρα­φούν αν δεν συ­ντη­ρού­νταν.

Ού­τε ο Κα­πο­δί­στριας μπό­ρε­σε να λύ­σει το καί­ριο πρό­βλη­μα των εθνι­κών γαιών, στο πλαί­σιο μιας πο­λι­τι­κής υπέρ των απλών αγρο­τών όπως ο ίδιος επι­θυ­μού­σε, πα­ρό­λες τις προσ­δο­κί­ες του ότι η ανα­δια­νο­μή της γαιο­κτη­σί­ας θα εί­χε ευ­νοϊ­κές πο­λι­τι­κές συ­νέ­πειες στη σχε­δια­ζό­με­νη διοί­κη­σή του. Απο­τέ­λε­σμα ήταν ισχυ­ροί πρό­κρι­τοι να απο­κτή­σουν το μι­σό πε­ρί­που των καλ­λιερ­γή­σι­μων εδα­φών της χώ­ρας, ενώ η συ­ντρι­πτι­κή πλειο­ψη­φία των αγρο­τών έμε­ναν ακτή­μο­νες, όπως και στην οθω­μα­νι­κή πε­ρί­ο­δο, εξαρ­τη­μέ­νοι από τους πλού­σιους γαιο­κτή­μο­νες και τους εκ­μι­σθω­τές των φό­ρων. Άλ­λω­στε δεν εί­χε τε­λι­κά τύ­χη η πο­λύ έγκαι­ρη πρό­νοια του Κυ­βερ­νή­τη από τον Νο­έμ­βριο του 1827, πριν ακό­μη φτά­σει στην Ελ­λά­δα, να ζη­τή­σει από τους Γάλ­λους έναν χάρ­τη-ερ­γα­λείο με­γά­λης κλί­μα­κας. Ένα άλ­λο πο­λύ σο­βα­ρό πρό­βλη­μα που ου­σια­στι­κά υπο­θή­κευ­σε τις εθνι­κές γαί­ες ―δη­λα­δή το μι­σό του εδά­φους του κρά­τους― και τις έκα­νε επι­κίν­δυ­νο και ανα­σταλ­τι­κό αντι­κεί­με­νο άσκη­σης πο­λι­τι­κής, εί­ναι τα εξω­τε­ρι­κά δά­νεια που ει­σπρά­χτη­καν αγ­χω­τι­κά, λό­γω των συν­θη­κών, με δυ­σμε­νείς όρους εξό­φλη­σης. Από τα διά­φο­ρα δά­νεια που ει­σπρά­χθη­καν κα­τά τη διάρ­κεια της Επα­νά­στα­σης και από εκεί­νο των τριών εγ­γυ­η­τριών δυ­νά­με­ων του 1832 ―τα πε­ρι­βό­η­τα εξή­ντα εκα­τομ­μύ­ρια φρά­γκα― θα έπρε­πε πρώ­τα να εξο­φλού­νται τα το­κο­χρε­ο­λύ­σια από τα δη­μό­σια έσο­δα.

Έτσι, κά­θε φο­ρά που ενέ­κυ­πτε οποιο­δή­πο­τε θέ­μα σχε­τι­κό με τις εθνι­κές γαί­ες, οι τρεις προ­στά­τι­δες δυ­νά­μεις υπεν­θύ­μι­ζαν στην ελ­λη­νι­κή κυ­βέρ­νη­ση τις δα­νεια­κές υπο­χρε­ώ­σεις της.

Πα­ρό­τι ανα­γνω­ρί­στη­κε το δι­καί­ω­μα της κυ­βέρ­νη­σης να κά­νει πα­ρα­γω­γι­κές τις υπο­θη­κευ­μέ­νες εθνι­κές γαί­ες, η διά­τα­ξη των όρων του δα­νεί­ου ότι τα έσο­δα των γαιών θα έπρε­πε πρώ­τα να εξυ­πη­ρε­τούν το χρέ­ος, απο­τε­λού­σε σο­βα­ρό πρα­κτι­κό εμπό­διο για οποια­δή­πο­τε αγρο­τι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­ση με βά­ση τις εθνι­κές γαί­ες. Δια­μαρ­τυ­ρό­με­νοι για σχε­τι­κές απο­φά­σεις, οι τρεις δυ­νά­μεις ―εκ­πρό­σω­ποι των πι­στω­τών― πρό­βα­λαν εν­στά­σεις σε σχέ­δια δια­νο­μής τους ή εμπό­δι­ζαν μο­νο­με­ρώς την εφαρ­μο­γή σχε­δί­ων αγρο­τι­κής με­ταρ­ρύθ­μι­σης του Κα­πο­δί­στρια (Εʹ Εθνο­συ­νέ­λευ­ση).

Όλα αυ­τά επι­βά­ρυ­νε και το γε­γο­νός ότι οι κυ­βερ­νή­σεις του νέ­ου κρά­τους από το 1821 και έπει­τα, δεν φαί­νε­ται να γνώ­ρι­ζαν το οθω­μα­νι­κό δί­καιο και τις το­πι­κές συν­θή­κες, εφό­σον εί­τε εί­χε χα­θεί εί­τε δεν ήταν προ­σβά­σι­μο το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος των οθω­μα­νι­κών κα­τα­στί­χων για το ιδιο­κτη­σια­κό κα­θε­στώς της γης ―χω­ρίς το­πο­γρα­φι­κά σχέ­δια άλ­λω­στε, κα­τά την οθω­μα­νι­κή πρα­κτι­κή. Επι­πλέ­ον, οι κυ­βερ­νή­σεις της επο­χής δεν επι­δεί­κνυαν ζή­λο για τη δια­νο­μή των γαιών από τον φό­βο ότι, με­τά τη με­τα­βί­βα­ση των κλή­ρων, θα έχα­ναν τον φό­ρο χρή­σης που ενοι­κί­α­ζαν ―απα­ραί­τη­το για τη χρη­μα­το­δό­τη­ση του πο­λέ­μου. Ακό­μη και στην οθω­νι­κή πε­ρί­ο­δο της από­λυ­της μο­ναρ­χί­ας (1833-1843) το φο­ρο­λο­γι­κό σύ­στη­μα δεν διέ­φε­ρε κα­θό­λου από εκεί­νο της οθω­μα­νι­κής πε­ριό­δου και μά­λι­στα, κα­τά τους ιστο­ρι­κούς, φαί­νε­ται να εί­ναι μάλ­λον χει­ρό­τε­ρο σε συ­γκε­κρι­μέ­να ση­μεία του. Ίσχυαν ακό­μη η δε­κά­τη στην αγρο­τι­κή πα­ρα­γω­γή και η με­γά­λη επι­καρ­πία στις εθνι­κές γαί­ες.

Μια επι­πλέ­ον δυ­σκο­λία πο­λι­τι­κών δια­στά­σε­ων, σχε­τι­κά με τις εθνι­κές γαί­ες, εί­ναι η με­τά το 1821 διελ­κυ­στίν­δα για την εξου­σία με­τα­ξύ πο­λι­τι­κών και στρα­τιω­τι­κών. Η πώ­λη­ση των εθνι­κών γαιών πα­ρα­κάμ­πτε­ται με πρω­το­βου­λία κυ­ρί­ως των στρα­τιω­τι­κών που δεν ήθε­λαν τη με­γέ­θυν­ση πλου­τι­σμού των πρου­χό­ντων απο­φεύ­γο­ντας συ­ζη­τή­σεις για το ζή­τη­μα ―με αρ­κε­τές πά­ντως ηχη­ρές πα­ρεκ­κλί­σεις προς ίδιον όφε­λος. Οι εθνι­κές γαί­ες γί­νο­νται στις Εθνο­συ­νε­λεύ­σεις δια­κύ­βευ­μα ατο­μι­κών συμ­φε­ρό­ντων των ισχυ­ρό­τε­ρων: βου­λευ­τές ακύ­ρω­ναν πω­λή­σεις, συ­γκρουό­με­νοι με εν­δια­φε­ρό­με­νους πρού­χο­ντες, για να επω­φε­λη­θούν αγο­ρά­ζο­ντάς τες με­τά· άλ­λο­τε, στρα­τιω­τι­κοί και πο­λι­τι­κοί, αντί­πα­λοι στον εμ­φύ­λιο, συμ­μα­χού­σαν στο θέ­μα αυ­τό προς ίδιον όφε­λος. Οι εθνι­κές γαί­ες προ­βάλ­λο­νται και στις δι­καιο­λο­γή­σεις της δο­λο­φο­νί­ας του Κα­πο­δί­στρια, ως δια­μαρ­τυ­ρία κα­θυ­στέ­ρη­σης της δια­νο­μής τους· ανά­λο­γες δια­μαρ­τυ­ρί­ες φθά­νουν στο Ναύ­πλιο από διά­φο­ρες πε­ριο­χές της χώ­ρας.

Αλ­λά και με­τά τη δο­λο­φο­νία του Κα­πο­δί­στρια και μέ­χρι την άφι­ξη του Όθω­να, δεν προ­χώ­ρη­σε η αγρο­τι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­ση με βά­ση τη δια­νο­μή των εθνι­κών γαιών, για­τί θα έπρε­πε να ενη­λι­κιω­θεί ο βα­σι­λιάς για την άσκη­ση πο­λι­τι­κής, ως επι­κε­φα­λής της εκτε­λε­στι­κής εξου­σί­ας. Η προ­σμο­νή για τη δια­νο­μή των εθνι­κών γαιών από την οθω­νι­κή αντι­βα­σι­λεία εί­ναι διά­χυ­τη στον πλη­θυ­σμό. Όμως η προ­σπά­θεια χο­ρή­γη­σης γης στους από­μα­χους του πο­λέ­μου, τους ακτή­μο­νες και φτω­χούς αγρό­τες ―εξα­σφα­λί­ζο­ντας έσο­δα για το κρά­τος― προ­σκρού­ει σε προ­βλή­μα­τα λε­πτο­με­ρειών στους νό­μους και τα δια­τάγ­μα­τα του 1834 και του 1838 για τη δια­νο­μή των εθνι­κών γαιών στους πο­λε­μι­στές του 1821 και τώ­ρα στους στρα­τιώ­τες. Πολ­λοί πα­λαί­μα­χοι της Επα­νά­στα­σης εί­τε δεν εί­χαν αγρο­τι­κή πεί­ρα, εί­τε ―κυ­ρί­ως― θε­ω­ρού­σαν την αγρο­τι­κή ζωή ως απα­ξί­ω­ση της παλ­λη­κα­ριάς και πε­ρη­φά­νιας τους, με απο­τέ­λε­σμα να επω­φε­λού­νται κερ­δο­σκό­ποι σε βά­ρος τους. Μέ­χρι το τέ­λος του 1836 απο­κτούν γη περ. 13 οι­κο­γέ­νειες ανά χι­λιά­δα που άσκη­σε το σχε­τι­κό δι­καί­ω­μα· οκτώ εκα­το­ντά­δες οι­κο­γέ­νειες σε σύ­νο­λο 66,5 χι­λιά­δων, πε­ρί τους 4.200 Έλ­λη­νες δη­λα­δή, σύμ­φω­να με τον αριθ­μό με­λών των τό­τε αγρο­τι­κών οι­κο­γε­νειών.

Η προσ­δο­κία για δω­ρε­άν δια­νο­μή των εθνι­κών γαιών πα­ρέ­με­νε πά­ντα ζω­ντα­νή στους Έλ­λη­νες με­τά το 1821, χω­ρίς όμως να υπάρ­χουν αι­τή­μα­τα απαλ­λο­τριώ­σε­ων της με­γά­λης ιδιω­τι­κής ή εκ­κλη­σια­στι­κής έγ­γειας ιδιο­κτη­σί­ας.

Εντω­με­τα­ξύ, πα­ρα­δείγ­μα­τα γρή­γο­ρου πλου­τι­σμού πρου­χό­ντων, οπλαρ­χη­γών, κομ­μα­τι­κών στε­λε­χών, δη­μό­σιων λει­τουρ­γών αλ­λά και κο­λί­γων συν­δέ­θη­καν με υπε­ξαι­ρέ­σεις με­γά­λων εκτά­σε­ων εθνι­κών γαιών. Αυ­τό έγι­νε κα­τά πα­ρά­βα­ση σχε­τι­κών δια­ταγ­μά­των των Εθνο­συ­νε­λεύ­σε­ων της επα­να­στα­τι­κής πε­ριό­δου και των διοι­κή­σε­ων μέ­χρι την εν­θρό­νι­ση του Όθω­να, με τα οποία επι­χει­ρή­θη­κε η προ­στα­σία των εθνι­κών γαιών από ανε­ξέ­λεγ­κτη ιδιο­ποί­η­ση ―επι­τυ­χής τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές. Στην Ελ­λά­δα του 1830, συμ­βα­τι­κοί όροι προ­στα­σί­ας δια­τη­ρού­σαν, κα­τά κα­νό­να, υπάρ­χο­ντα με­γά­λα αγρο­κτή­μα­τα στην Ατ­τι­κή, Βοιω­τία, Εύ­βοια και Φθιώ­τι­δα-Φω­κί­δα, αλ­λά απέ­τρε­παν, σε με­γά­λο βαθ­μό, τη δη­μιουρ­γία νέ­ων. Η προ­σπά­θεια των ισχυ­ρών για με­γέ­θυν­ση της ιδιο­κτη­σί­ας τους δεν έγι­νε όμως τε­λι­κά κα­θε­στώς και για αυ­τό άλ­λω­στε, όπως πα­ρα­τη­ρή­θη­κε, δεν υπήρ­ξαν στην Ελ­λά­δα νο­μο­θε­τή­μα­τα του τύ­που των αγ­γλι­κών enclosures (πε­ρι­φρά­ξεις), εκ­διώ­ξεις αγρο­τών από κτή­μα­τα ή μα­ζι­κή στρο­φή τους προς τις πό­λεις, λό­γω απαλ­λο­τριώ­σε­ων. Κα­τά την τρί­τη δε­κα­ε­τία του 19ου αιώ­να, η κα­τά­στα­ση στη γη πα­ρέ­με­νε απροσ­διό­ρι­στη. Ο Δερ­τι­λής ση­μειώ­νει ότι ο κα­θο­ρι­σμός όλης της πο­λι­τι­κής, κοι­νω­νι­κής και οι­κο­νο­μι­κής εξέ­λι­ξης της χώ­ρας με δια­κύ­βευ­μα το ζή­τη­μα των γαιών και της κτή­σης τους, από το 1830 και με­τά, «εγέρ­θη­κε ως παί­γνιο με τρεις παί­κτες»: το κρά­τος, τους άρ­χο­ντες και τους αγρό­τες ―από­η­χοι εί­ναι ευ­κρι­νείς μέ­χρι σή­με­ρα. Σε αυ­τό το «παί­γνιο» γύ­ρω από τα ζη­τή­μα­τα της γης και οι με­τα­βαλ­λό­με­νοι ρό­λοι, με τους συ­σχε­τι­σμούς κά­θε φο­ρά των τριών παι­κτών, διαιώ­νι­ζαν, με­τέ­φε­ραν και πα­ρα­μόρ­φω­ναν το πρό­βλη­μα, πά­ντα εκτός των ευ­ρω­παϊ­κά κα­θιε­ρω­μέ­νων: το κρά­τος υπο­δυό­με­νο τους ρό­λους του, επέ­δει­ξε όλες τις μορ­φές και τις συ­μπε­ρι­φο­ρές του, οι άρ­χο­ντες με την πολ­λα­πλό­τη­τα των ταυ­τί­σε­ών τους ―εδώ ή/και εκεί― και οι αγρό­τες με την πρω­τα­γω­νι­στι­κή δύ­να­μη που τε­λι­κά απέ­κτη­σαν στο πε­λα­τεια­κό κρά­τος· έτσι αυ­τό οι­κο­δο­μή­θη­κε και πα­γιώ­θη­κε με­θο­δι­κά.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Από το 1821 και την αρ­χή της δη­μιουρ­γί­ας ελ­λη­νι­κού κρά­τους, οι συν­θή­κες πε­ρί την ιδιο­κτη­σία της γης ήταν επι­σφα­λείς, διό­τι εξα­κο­λου­θού­σε να πα­ρα­μέ­νει πά­ντα σε ανα­μο­νή λύ­σης ―αδιευ­κρί­νι­στο και ασα­φές― το ζή­τη­μα του πό­τε και με ποιους όρους θα δια­νε­μη­θούν οι εθνι­κές γαί­ες. Μα­ζί με τις κλη­ρο­νο­μι­κές διαι­ρέ­σεις έγ­γειων πε­ριου­σιών, τις ιδιω­τι­κές πω­λή­σεις για εξό­φλη­ση μι­κρών χρε­ών και άλ­λες δευ­τε­ρεύ­ου­σες αι­τί­ες που οδη­γού­σαν στη διαρ­κή σμί­κρυν­ση των έγ­γειων ιδιο­κτη­σιών. Η ελ­λη­νι­κή ιδιαι­τε­ρό­τη­τα γύ­ρω από τα ζη­τή­μα­τα της γης με­γε­θύ­νε­ται συ­νε­χώς φορ­τί­ζο­ντας αρ­νη­τι­κά ―ανά­με­σα στα άλ­λα― και το συλ­λο­γι­κό θυ­μι­κό και νοη­τι­κό των Ελ­λή­νων σχε­τι­κά με τα ζη­τή­μα­τα της γης και της ιδιο­κτη­σί­ας της, χω­ρίς πο­τέ να επι­βάλ­λε­ται η χρη­στι­κή απο­τύ­πω­ση και απει­κό­νι­σή της. Σε αυ­τό συ­νέ­βα­λε και η πο­λι­τι­κή και οι­κο­νο­μι­κή αδυ­να­μία τε­χνο­λο­γι­κού εξο­πλι­σμού της χώ­ρας, η υπο­τί­μη­ση ή η άγνοια του ρό­λο του.

Ο Hering ση­μειώ­νει ότι η κα­κο­διοί­κη­ση, η έλ­λει­ψη οδι­κού δι­κτύ­ου (η ακτο­πλο­ΐα ήταν σε πο­λύ κα­λύ­τε­ρο επί­πε­δο), η δυ­σκο­λία με­τα­φο­ρών και το κυ­ρί­αρ­χο κα­θε­στώς της λη­στεί­ας, κρα­τού­σαν σε ομη­ρία την ανά­πτυ­ξη της αγρο­τι­κής γης, ακό­μη και κο­ντά στην Αθή­να. Εκεί όπου με­γά­λες ιδιο­κτη­σί­ες ενοι­κιά­ζο­νται σε μι­κρούς αγρό­τες και οι γαιο­κτή­μο­νες δη­μιουρ­γώ­ντας μια κα­θα­ρά ελ­λη­νι­κή νέα τά­ξη, των αρ­γό­σχο­λων ει­σο­δη­μα­τιών, θα απο­κτή­σουν σύ­ντο­μα δύ­να­μη επιρ­ρο­ής στο σύ­στη­μα. Ο αρ­γό­σχο­λος ει­σο­δη­μα­τί­ας και η κά­θε εί­δους εξέ­λι­ξη του τύ­που αυ­τού, της προ­σο­δο­φό­ρου αρ­γο­σχο­λί­ας, απο­τε­λούν μέ­χρι σή­με­ρα μια ιδιαί­τε­ρη κα­τη­γο­ρία με επιρ­ροή στην ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νία, προ­βάλ­λο­ντας και ενί­ο­τε επι­βάλ­λο­ντας οπι­σθο­δρο­μι­κό­τη­τα και την ανέ­ξο­δη άγνοια που την προσ­διο­ρί­ζει. Το πο­λι­τι­σμι­κό χά­σμα με­τα­ξύ ορι­σμέ­νων αστι­κών πό­λων και της υπαί­θρου ήταν με­γά­λο. Πολ­λές πό­λεις απο­τε­λού­σαν στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα αγρο­τι­κούς οι­κι­σμούς, η εσω­τε­ρι­κή αγο­ρά πα­ρέ­με­νε υπο­τυ­πώ­δης, οι υπο­δο­μές από ανύ­παρ­κτες έως πο­λύ ελ­λι­πείς, η συμ­βί­ω­ση με την εσω­τε­ρι­κή ανα­σφά­λεια ήταν ο κα­νό­νας. Έλει­παν τα κε­φά­λαια και οι δυ­να­τό­τη­τες δα­νει­σμού ήταν πε­ριο­ρι­σμέ­νες. Τους αλ­λο­δα­πούς επεν­δυ­τές απω­θού­σαν, εκτός από τη λη­στεία, και οι ασά­φειες γύ­ρω από την έγ­γεια ιδιο­κτη­σία, ή έλ­λει­ψη χαρ­τών και κτη­μα­το­λο­γί­ου (κα­τά το ευ­ρω­παϊ­κό πρό­τυ­πο) ενώ οι στρα­τιω­τι­κές δα­πά­νες ήταν δυ­σα­νά­λο­γες των δυ­να­το­τή­των της χώ­ρας. Ήδη το 1834, το 30% των δη­μο­σί­ων δα­πα­νών δια­τί­θε­ται για ανά­γκες του στρα­τεύ­μα­τος και το 60% για την εξυ­πη­ρέ­τη­ση του εξω­τε­ρι­κού χρέ­ους.

Σε αυ­τό το χα­ο­τι­κό πε­ρι­βάλ­λον σχε­τι­κά με τη γνώ­ση, τεκ­μη­ρί­ω­ση και δια­χεί­ρι­ση του εδα­φι­κού χώ­ρου του νέ­ου κρά­τους και των δι­καιω­μά­των σε αυ­τό, το όρα­μα του Κα­πο­δί­στρια για τη χαρ­το­γρα­φι­κή υπο­δο­μή της χώ­ρας ―προ­ϋ­πό­θε­ση και για την τα­κτο­ποί­η­ση των γαιών, κα­τά τα ευ­ρω­παϊ­κά πρό­τυ­πα― φα­ντά­ζει να δια­χέ­ε­ται σε πα­ράλ­λη­λο σύ­μπαν. Την κα­τά­στα­ση επι­δεί­νω­νε η άγνοια των Ελ­λή­νων του πο­λι­τι­κού συ­στή­μα­τος της επο­χής, σπου­δα­σμέ­νων και μη, για τα τε­χνι­κά θέ­μα­τα της απο­τύ­πω­σης και απει­κό­νι­σης της γης. Τα το­πο­γρα­φι­κά μα­θή­μα­τα στη Σχο­λή Ευ­ελ­πί­δων που ει­σά­γα­γε ο Pauzier ―ένας από τους τέσ­σε­ρις Γάλ­λους αξιω­μα­τι­κούς της τε­τρα­με­λούς ομά­δας που στάλ­θη­κε στον Κα­πο­δί­στρια το 1828, με τον Peytier― δεν αρ­κού­σαν και δεν πρό­φται­ναν να δια­μορ­φώ­σουν μια ελ­λη­νι­κή τε­χνι­κή κουλ­τού­ρα κα­τάλ­λη­λη για τα σχε­τι­ζό­με­να με την απο­τύ­πω­ση και απει­κό­νι­ση του χώ­ρου, ως ανα­πτυ­ξια­κή προ­ϋ­πό­θε­ση.

Έτσι, οι Γάλ­λοι το­πο­γρά­φοι του Dépôt και ο Peytier, ενταγ­μέ­νοι στο γαλ­λι­κό εκ­στρα­τευ­τι­κό σώ­μα (1828-1833) και εξυ­πη­ρε­τώ­ντας το αρ­χαιο­γνω­στι­κό και φυ­σιο­γνω­στι­κό έρ­γο της Expédition, επέ­στρε­ψαν στο Πα­ρί­σι, με όλο το υλι­κό της ερ­γα­σί­ας πε­δί­ου (και τους πρώ­τους υπο­λο­γι­σμούς), λί­γους μή­νες πριν τη δο­λο­φο­νία του Κα­πο­δί­στρια. Εί­χαν ολο­κλη­ρώ­σει σε εξαι­ρε­τι­κά δύ­σκο­λες συν­θή­κες τη χαρ­το­γρά­φη­ση των 21,4 χι­λιά­δων τετρ. χλμ. της Πε­λο­πον­νή­σου (με τη ζώ­νη του Ισθμού της Κο­ρίν­θου) προσ­διο­ρί­ζο­ντας τις συ­ντε­ταγ­μέ­νες πε­ρί­που μιας χι­λιά­δας ση­μεί­ων, δη­λα­δή ένα ση­μείο ανα­φο­ράς για κά­θε εδα­φι­κή επι­φά­νεια δια­στά­σε­ων περ. 4,5 χλμ. Χ 4,5 χλμ. Η πα­ρα­γω­γή του εξά­φυλ­λου χάρ­τη της Πε­λο­πον­νή­σου και των δύο φύλ­λων-προ­σαρ­τη­μά­των έγι­νε στο Dépôt το 1832· δεν τον ανα­ζή­τη­σε κα­νείς προς χρή­ση στην Ελ­λά­δα, με­τά την πα­ρα­γω­γή του. Ίσως δεν τον χρειά­στη­κε, ίσως αγνο­ού­σε τις δυ­να­τό­τη­τες χρή­σης του. Ο χάρ­της κα­τα­χω­νιά­στη­κε, ως συ­νο­δός, στο φυ­σιο­γνω­στι­κό εκ­δο­τι­κό απο­τέ­λε­σμα του έρ­γου της Expédition, προς με­λαγ­χο­λία του κύ­ριου χαρ­το­γρά­φου του Peytier. Όμως, σύμ­φω­να με τα κα­θιε­ρω­μέ­να των χαρ­το­γρα­φή­σε­ων της επο­χής, η το­πο­γρα­φι­κή ερ­γα­σία απο­τυ­πώ­σε­ων των έμπει­ρων Γάλ­λων έδι­νε την πρα­κτι­κή δυ­να­τό­τη­τα να εξαρ­τη­θεί στο πλαί­σιό της και η κτη­μα­το­γρά­φη­ση ―υπήρ­χε μα­κρά σχε­τι­κή πα­ρά­δο­ση στο Dépôt. Ήταν δυ­να­τόν να συμ­βεί εάν εί­χε προη­γη­θεί σχε­τι­κή συ­νεν­νό­η­ση και συμ­φω­νία των Γάλ­λων με τον Κα­πο­δί­στρια για μια πι­θα­νή κτη­μα­το­γρά­φη­ση (όταν οι συν­θή­κες ήταν πρό­σφο­ρες, π.χ. στα τέ­λη του 1827) και υπήρ­χαν αρ­γό­τε­ρα οι κα­τάλ­λη­λες συν­θή­κες ερ­γα­σιών στο ελ­λη­νι­κό αν­θρω­πο­γε­νές πε­ρι­βάλ­λον. Αυ­τό θα μπο­ρού­σε να ισχύ­σει για του­λά­χι­στον με­γά­λα και οι­κο­νο­μι­κά απο­δο­τι­κά κτή­μα­τα, τα οποία ήταν συ­νή­θως σε χω­ρι­κή επα­φή με τις δύ­σβα­τες αγρο­τι­κές δια­δρο­μές ―κυ­ρί­ως μο­νο­πά­τια ή κά­πως έτσι― που ακο­λου­θού­σαν οι το­πο­γρά­φοι του Dépôt για τις απο­τυ­πώ­σεις που εί­χαν κά­νει.

Το έρ­γο ήταν τε­χνι­κά εφι­κτό, δε­δο­μέ­νης της με­θό­δου απο­τύ­πω­σης που ακο­λού­θη­σαν επί τριε­τία οι έμπει­ροι Γάλ­λοι χαρ­το­γρά­φοι, από το φθι­νό­πω­ρο του 1828, αλ­λά και λό­γω της μι­κρής τε­λι­κά έκτα­σης της Πε­λο­πον­νή­σου, σε σύ­γκρι­ση με τα με­γά­λης τά­ξης με­γέ­θη των αντί­στοι­χων ευ­ρω­παϊ­κών εκτά­σε­ων. Οι Γάλ­λοι απο­τύ­πω­ναν σε πι­να­κί­δες το έδα­φος κα­τά τις αγρο­τι­κές δια­δρο­μές με­τα­ξύ κα­τοι­κη­μέ­νων τό­πων, για τη σύ­ντα­ξη το­πο­γρα­φι­κών σχε­δί­ων σε κλί­μα­κες στις οποί­ες το 1 εκ. στο σχέ­διο απο­τύ­πω­σης αντι­στοι­χού­σε σε 100, 200 και 500 μέ­τρα εδά­φους. Oι πι­να­κί­δες αυ­τές θα απο­τε­λού­σαν τη βά­ση κτη­μα­το­γρα­φι­κών ερ­γα­σιών, εάν υπήρ­χε πρό­νοια και οι κα­τάλ­λη­λες συν­θή­κες για αυ­τό, οι οποί­ες προ­φα­νώς δεν υπήρ­ξαν. Συ­μπιε­σμέ­νες στην ασφυ­κτι­κή στε­νό­τη­τα του φυ­σι­κού και πο­λι­τι­κού χρό­νου της πε­ριό­δου, οι αγ­χω­τι­κές συν­θή­κες και η άγνοια, μα­ζί με το ασυ­ναί­σθη­το για αυ­τά τα θέ­μα­τα και τον τε­χνο­λο­γι­κό φό­βο, οδη­γού­σαν συ­χνά σε αί­ο­λες λύ­σεις «στο πό­δι». Σε ψευ­δαι­σθή­σεις λύ­σε­ων, κα­θυ­στε­ρή­σεις, αλ­λά και σε εύ­κο­λες πα­ρα­πλα­νή­σεις για το τι ήταν και τί δεν ήταν τε­χνι­κά εφι­κτό, πα­ρά τα δε­δο­μέ­να της ευ­ρω­παϊ­κής τε­χνο­λο­γί­ας της επο­χής. Όλα αυ­τά επι­σκί­α­ζαν τα ηρω­ι­κά επι­τεύγ­μα­τα των Ελ­λή­νων και επέ­τρε­παν την εκ­με­τάλ­λευ­ση και τον απο­προ­σα­να­το­λι­σμό λύ­σε­ων από ημε­δα­πούς και αλ­λο­δα­πούς, που έβρι­σκαν ευ­και­ρί­ες επιρ­ρο­ής ξέ­νες προς τα συμ­φέ­ρο­ντα της χώ­ρας, μα­κριά από τα ευ­ρω­παϊ­κά κα­θιε­ρω­μέ­να. Αυ­τή ήταν και η πε­ρί­πτω­ση των αναι­ρέ­σε­ων της απο­τύ­πω­σης και απει­κό­νι­σης της γης και της φύ­σης των συ­να­φών προ­βλη­μά­των που προ­κλή­θη­καν πριν 200 χρό­νια, συ­νε­χί­στη­καν από τό­τε και υπάρ­χουν με­τα­σχη­μα­τι­σμέ­να μέ­χρι σή­με­ρα στη χώ­ρα ―πά­ντα μα­κράν των ευ­ρω­παϊ­κών προ­τύ­πων.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Σύμ­φω­να με τα πο­σο­στά εδα­φι­κών κα­λύ­ψε­ων των καλ­λιερ­γού­με­νων εθνι­κών γαιών της Πε­λο­πον­νή­σου, μια εν­δε­χό­με­νη τό­τε κτη­μα­το­γρά­φη­ση θα αντι­στοι­χού­σε σε έκτα­ση μι­κρό­τε­ρη του 4% της Γαλ­λί­ας και θα μπο­ρού­σε ―κα­τά ανα­λο­γία― η απαι­τού­με­νη κτη­μα­το­γρά­φη­ση να εί­χε ολο­κλη­ρω­θεί σε διά­στη­μα με­τα­ξύ δύο και τριών ετών. Οι συν­θή­κες όμως δεν το επέ­τρε­ψαν· οι πα­γιω­μέ­νες νο­ο­τρο­πί­ες για τη γη, η δο­λο­φο­νία του Κα­πο­δί­στρια αλ­λά και η άγνοια των μορ­φω­μέ­νων Ελ­λή­νων της διοί­κη­σης ―για τα τε­χνι­κά αυ­τά θέ­μα­τα― δεν επέ­τρε­ψαν έναν κα­τάλ­λη­λο σχε­δια­σμό για την τεκ­μη­ρί­ω­ση-τα­κτο­ποί­η­ση της γης, τη δια­νο­μή της και τη δί­καιη φο­ρο­λό­γη­ση των σχε­τι­κών ει­σο­δη­μά­των. Ει­δι­κά για την άγνοια των μορ­φω­μέ­νων, που συμ­με­τεί­χαν στο πο­λι­τι­κό γί­γνε­σθαι της πε­ριό­δου, αξί­ζει να ση­μειω­θεί η εντύ­πω­ση του ευ­φυούς και έμπει­ρου χαρ­το­γρά­φου Peytier, που διέ­τρε­ξε τη χώ­ρα επί έξι χρό­νια με­τρώ­ντας και απο­τυ­πώ­νο­ντας, κα­τά το γε­ω­γρα­φι­κό μή­κος και πλά­τος της. Τη δια­τυ­πώ­νει στη χει­ρό­γρα­φη έκ­θε­σή του, του 1838, για την τά­ξη των μορ­φω­μέ­νων Ελ­λή­νων (Les Grecs instruits): «… σπού­δα­σαν στη Γαλ­λία, τη Γερ­μα­νία ή στην Ιτα­λία… συ­νή­θως γνω­ρί­ζουν αρ­κε­τές γλώσ­σες, αλ­λά χω­ρίς να έχουν μια στέ­ρεη μόρ­φω­ση πι­στεύ­ουν ότι εί­ναι κα­τάλ­λη­λοι για τα πά­ντα. Δεν υπάρ­χει νέ­ος Έλ­λη­νας που να μην πι­στεύ­ει ότι εί­ναι ικα­νός να γί­νει κα­λός υπουρ­γός Δι­καιο­σύ­νης με­τά μό­λις τρία χρό­νια που πέ­ρα­σε στο Πα­ρί­σι, όπου θα έπρε­πε να κά­νει τις νο­μι­κές του σπου­δές. Εί­ναι γε­νι­κά πρό­θυ­μοι για ίντρι­γκα και προ­σκόλ­λη­ση γύ­ρω από κά­ποιον που προ­σβλέ­πει σε υπουρ­γείο».
Μή­πως όμως η διοί­κη­ση των Βαυα­ρών που ακο­λού­θη­σε, με­τά το 1832, θα άλ­λα­ζε τις τύ­χες της χαρ­το­γρά­φη­σης και των χαρ­τών στο νέο κρά­τος, εφό­σον αυ­τοί «θα γνώ­ρι­ζαν και δεν θα αγνο­ού­σαν»;

Πηγή: hartismag.gr

Bι­βλιο­γρα­φία:

Ε. Λι­βιε­ρά­τος. Χαρ­το­γρα­φι­κές Πε­ρι­πέ­τειες της Ελ­λά­δας 1821-1919, ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ 2009. ISBN 978-960-201-194-2.
Ν. Δια­μα­ντού­ρος 2006, Οι Απαρ­χές της Συ­γκρό­τη­σης Σύγ­χρο­νου Κρά­τους στην Ελ­λά­δα 1821-1828, ΜΙΕΤ 2006.
Γ. Β. Δερ­τι­λής. Ιστο­ρία του Ελ­λη­νι­κού Κρά­τους 1830-1920, Εστία 2005.
G. Hering. Τα Πο­λι­τι­κά Κόμ­μα­τα στην Ελ­λά­δα 1821-1936, ΜΙΕΤ 2004.
W. W. McGraw. Land and Revolution 1800-1881. The transition in the tenure and exploitation of land from ottoman rule to independence. Kent, State University Press, 1985.
Δ. Θε­με­λή-Κα­τη­φό­ρη. Το Γαλ­λι­κό Εν­δια­φέ­ρον για την Ελ­λά­δα στην Πε­ρί­ο­δο του Κα­πο­δί­στρια 1828-1831, Επι­και­ρό­τη­τα 1985.
Ν. Σβο­ρώ­νος. Επι­σκό­πη­ση της Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Ιστο­ρί­ας, Θε­μέ­λιο 1978.
N. Κο­λυ­βάς. ‘Ιστο­ρι­κόν Ση­μεί­ω­μα επί της Νο­μο­θε­σί­ας των Εθνι­κών Κτη­μά­των κα­τά την Ελ­λη­νι­κήν Επα­νά­στα­σιν (από­σπα­σμα εκ του κώ­δι­κος της νο­μο­θε­σί­ας των κτη­μά­των του Κρά­τους)’. Αθή­να, Εθνι­κόν Τυ­πο­γρα­φεί­ον, 1917.
S. A. Papadopoulos. ‘Capitaine Peytier: Mémoire sur la Grèce’. Ερα­νι­στής, 51[-52], Ιούν.-Αύγ. 1971, σσ. 121-164.

GALLERY

Ακολουθήστε το Πενταπόσταγμα στο Google news Google News

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Netanyahu
Μέση Ανατολή 0

Προειδοποίηση Μπίμπι σε Ερντογάν: Ισραηλινά μαχητικά διέλυσαν την αεροπορική βάση της «νέας» Συρίας 70 χλμ. από τα τουρκικά σύνορα

Ηχηρό ράπισμα του Ισραήλ στην Τουρκία. Οκτώ ισραηλινοί πύραυλοι ισοπέδωσαν στρατιωτική βάση στη Συρία, αμέσως μετά την...