Ιστορία

Ο διαβόητος χρηματιστής Μπέρναρντ Μάντοφ που κατάφερε να κλέψει 50 δισ. δολάρια από την Wall Street!-Διαβάστε την ιστορία του

Πώς γίνεται να στήσεις μια απάτη τουλάχιστον 50 δισεκατομμυρίων δολαρίων μέσα στο σύγχρονο και θωρακισμένο επενδυτικό τοπίο σπέρνοντας όλεθρο και καταστροφή στο πέρασμά σου;

Αν είσαι μια από τις πιο αξιοσέβαστες μορφές της Wall Street, πρόσωπο υπεράνω υποψίας και διαθέτεις αναμφισβήτητο θεσμικό κύρος, τότε μπορείς εύκολα να μετατραπείς σε εγκέφαλο της μεγαλύτερης επενδυτικής κομπίνας όλων των εποχών!

Οι αναλυτές έκαναν δικαίως λόγο για την «απάτη του αιώνα», ένα κόλπο επικών διαστάσεων που έστησε ο υπερεπιτυχημένος άλλοτε πρόεδρος του χρηματιστηρίου εταιριών υψηλής τεχνολογίας ΝASDAQ και βετεράνος τώρα χρηματιστής.

Ο «Μεσσίας της Wall Street», ο άνθρωπος με το άγγιγμα του Μίδα, ο κορυφαίος των κορυφαίων και άλλα πολλά καταδικάστηκε σε κάθειρξη 150 χρόνων για την πυραμιδική του κομπίνα, μια δίκαιη ποινή για την έκταση και το μέγεθος της καταστροφής που έσπειρε σε παγκόσμιο επίπεδο.

Ο μεγαλομέτοχος της ομώνυμης χρηματιστηριακής Βernard Μadoff Ιnvestment Securities, την οποία ίδρυσε πριν από μισό σχεδόν αιώνα (το 1960) και έγινε η παγκόσμια σταθερά της επενδυτικής αγοράς με πελάτες-κολοσσούς όπως η Citigroup και η General Εlectric, πέρασε στην Ιστορία ως ο ιθύνων νους μιας μυθιστορηματικής απάτης, καταληστεύοντας μέσω του σχήματος «πυραμίδα» το αστρονομικό ποσό των 50 δισ. δολαρίων από μεγαλόσχημους μάλιστα εταιρικούς πελάτες αλλά και βαθύπλουτους ιδιώτες, όπως ο Στίβεν Σπίλμπεργκ.

H ιστορία του μεγαλοαπατεώνα Μπέρναρντ Μάντοφ και της δραματικότερης απάτης της Wall Street άρχισε να ξεδιπλώνεται στα τέλη του 2008, όταν αποκαλύφθηκε ότι ο πρώην πρόεδρος του αμερικανικού χρηματιστηριακού δείκτη NASDAQ κατόρθωσε επί 20 συναπτά έτη να ξεκοκαλίσει με το πυραμιδοειδές επενδυτικό σχήμα του το ποσό-«μαμούθ» βάζοντας χέρι στις αποταμιεύσεις χιλιάδων ανθρώπων, επενδυτικών εταιρειών, συνταξιοδοτικών ταμείων και φιλανθρωπικών ιδρυμάτων σε όλο τον κόσμο.

Οι επιπτώσεις από την κατάρρευση της «πυραμίδας» που έστησε ο Μπέρνι -για τους φίλους- Μάντοφ απλώνονται σε όλον τον κόσμο, με τον κατάλογο των εκτεθειμένων θυμάτων της κομπίνας του βετεράνου χρηματιστή να περιλαμβάνει κορυφαίες τράπεζες (όπως η βρετανική ΗSΒC με απώλειες 1 δισ. δολαρίων και η ισπανική Santander με ζημίες άνω των 3 δισ. δολαρίων), γνωστά hedge funds αλλά και κροίσους ιδιώτες.

Ο αξιότιμος πρώην πρόεδρος του αμερικανικού χρηματιστηρίου ΝASDAQ ήταν πολύ καλά δικτυωμένος στην Ευρώπη και είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη μεγάλων χρηματοπιστωτικών ομίλων. Διέθετε εξάλλου θεσμικό κύρος, η αξιοπιστία του ήταν άψογη και όλοι στις διεθνείς αγορές μιλούσαν γι’ αυτόν με τα καλύτερα λόγια. Όταν μάλιστα επικρατούσε αστάθεια στις αγορές, εκείνος εξασφάλιζε στους επενδυτές του διψήφιες αποδόσεις.

 

Εντούτοις, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων, ο Μπέρνι ουδέποτε επένδυσε τα χρήματα των πελατών του σε χαρτοφυλάκια, απλώς τα ανακύκλωνε! Ο εκπεσών μεγαλοεπενδυτής ισχυρίζεται ότι εξύφανε μόνος του και χωρίς συνεργούς την πρωτόγνωρη σε διαστάσεις απάτη του. Κι όλα αυτά από έναν νεαρό χρηματιστή που έστησε την εταιρία του με αρχικό κεφάλαιο 5.000 δολαρίων!

Πρώτα χρόνια

Ο Μπέρναρντ Λόρενς «Μπέρνι» Μάντοφ (ή Μέιντοφ, κατ’ άλλη γραφή) γεννιέται στις 19 Απριλίου 1938 στο Κουίνς της Νέας Υόρκης ως το δεύτερο από τα τρία παιδιά μιας οικογένειας πολωνοεβραίων μεταναστών. Ο πατέρας του ήταν υδραυλικός και η μητέρα του νοικοκυρά, αν και από τη δεκαετία του 1950 άρχισαν να ασχολούνται με το χρηματιστήριο και τις επενδύσεις, αν και δεν βρήκαν ποτέ την επιτυχία που αξίωναν και θα μπορούσες μάλλον να τους χαρακτηρίσεις αποτυχημένους. Το 1960 μάλιστα η αμερικανική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έβαλε λουκέτο στη μικρή επενδυτική φίρμα για μια σειρά από φορολογικές ατασθαλίες.

Ο νεαρός Μπέρνι δεν είχε δείξει βέβαια κανένα ενδιαφέρον για τα οικονομικά, μοιράζοντας τον χρόνο του μεταξύ του σχολείου αλλά και της κοπέλας του Ruth Alpern, με την οποία έγιναν ζευγάρι από τις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου.

Ταυτοχρόνως, ήταν δεινός κολυμβητής και περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας στην πισίνα, ενώ όταν δεν κολυμπούσε ο προπονητής του τον έβαζε να κάνει τον ναυαγοσώστη στις κοντινές παραλίες, με τον ίδιο να αποταμιεύει τα μεροκάματα αυτά για το μέλλον του. Κάτι που θα έπαιζε τον δικό του ρόλο στη γέννηση του χρηματιστή Μάντοφ…

Ο Μπέρνι χρηματιστής

Τελειώνοντας το σχολείο το 1956, έγινε δεκτός στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Hofstra και τρία χρόνια αργότερα παντρεύτηκε τον σχολικό του έρωτα Ruth, τελειόφοιτη του τμήματος Οικονομικών του Πανεπιστημίου του Κουίνς. Το 1960 πήρε το πτυχίο του στις πολιτικές επιστήμες, όταν και αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του, αυτή τη φορά στη Νομική Σχολή του Μπρούκλιν.

Εντωμεταξύ, η σύζυγός του είχε βρει δουλειά σε χρηματιστηριακή φίρμα του Μανχάταν και βλέποντας το εύκολο χρήμα που έβγαζε εκείνη, ο Μπέρνι εγκαταλείπει το δεύτερο πτυχίο του την επόμενη χρονιά για να ριχτεί με τα μούτρα στις επενδύσεις.

Μεγαλομανής από μικρός, ίδρυσε κατευθείαν δική του χρηματιστηριακή φίρμα με το κεφάλαιο των 5.000 δολαρίων που είχε καταφέρει να μαζέψει όλα αυτά τα χρόνια από τα μεροκάματα που έκανε ως ναυαγοσώστης, αλλά και από τα πενιχρά κέρδη που του είχε αποφέρει η πρώτη του επιχειρηματική απόπειρα, μια μικρή εταιρία εγκατάστασης συστημάτων ψεκασμού.

Ο Μάντοφ ίδρυσε την επενδυτική Bernard L. Madoff Investment Securities από κοινού με τη σύζυγό του, δανειζόμενος μάλιστα από τους γονείς της άλλα 5.000 δολάρια, τα οποία δήλωσε πάντως πως τα επέστρεψε στα πεθερικά του.

 

Με τη βοήθεια του πεθερού του, συνταξιούχου πια λογιστή, και τις καλές του διασυνδέσεις, έφτιαξε γρήγορα ένα μικρό αλλά σοβαρό πελατολόγιο και πριν καλά-καλά το καταλάβει τα πήγαινε αναπάντεχα καλά στο άγνωστο γι’ αυτόν χρηματιστηριακό πεδίο.

Η φήμη του επενδυτή που εξασφάλιζε μεγάλες αποδόσεις στους πελάτες του ταξίδεψε από στόμα σε στόμα και σύντομα «οι πάντες στο γρασίδι και στο εστιατόριο του ομίλου γκολφ κουβέντιαζαν για τα λεφτά που κέρδιζαν χάρη στον Μάντοφ», όπως θυμάται επενδυτής από τη Φλόριντα. Η «σίγουρη λύση» που παρείχε στα χαρτοφυλάκια που διαχειριζόταν τον έκαναν μέσα σε λίγα χρόνια ανάρπαστο, όταν άρχισαν να τον χαρακτηρίζουν «Μεσσία της Wall Street»!

Πελάτες του ήταν τώρα αστέρες όπως ο Στίβεν Σπίλμπεργκ και ο Κέβιν Μπέικον, καθώς η επενδυτική του εγγυόταν τεράστιες ετήσιες αποδόσεις της τάξης του 10%, με την αξιοπιστία της να είναι άψογη. Αποτέλεσμα; Ως τα τέλη της δεκαετίας του 1980, εκμεταλλευόμενος τις γνωριμίες του στην καλή κοινωνία των ΗΠΑ, ο Μάντοφ είχε δημιουργήσει ένα κλειστό κλαμπ πλούσιων και εκλεκτών πελατών, οι οποίοι γεύονταν τις υπεραποδόσεις του επενδυτικού του οίστρου.

Πλάι στους αστέρες του σινεμά, τους ιδιοκτήτες ομάδων ράγκμπι και τους γνωστούς επιχειρηματίες, χρηματοπιστωτικοί γίγαντες όπως η HSBC και η Banco Santander, τεράστια επενδυτικά κεφάλαια, ακόμα και φιλανθρωπικά ιδρύματα έσπευσαν να καρπωθούν τις αποδοτικότατες υπηρεσίες του «Μεσσία», καθώς τα χρήματά τους ήταν επιπλέον εξασφαλισμένα με περίπλοκες δικλείδες ασφαλείας για προσυμφωνημένες αγοραπωλησίες τίτλων.

Η χρηματιστηριακή του εταιρία διαχειριζόταν τώρα το 5% των συναλλαγών του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης!

Η διαβόητη «πυραμίδα»

Η επιτυχία της φίρμας ανάγκασε τη Madoff Securities να ψηφιοποιήσει τις δραστηριότητές της, χρησιμοποιώντας τώρα ηλεκτρονικούς υπολογιστές για τις συναλλαγές της. Το καινοτόμο πρόγραμμα χρηματιστηριακών συναλλαγών που η επιχείρησή του έλεγξε πρώτη και συνέβαλε τα μέγιστα να αναπτυχθεί θα έμενε γνωστό ως «National Association of Securities Dealers Automated Quotations», το γνωστό μας NASDAQ!

Όταν λοιπόν δημιουργήθηκε το χρηματιστήριο εταιριών υψηλής τεχνολογίας NASDAQ, αδιαφιλονίκητος πρόεδρός του στέφθηκε ο «Φαραώ της Wall Street» Μπέρνι Μάντοφ, με τον θεσμικό του πια ρόλο να εγγυάται περαιτέρω την αξιοπιστία και εγκυρότητά του.

Ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του NASDAQ συνέχισε να προσφέρει σταθερά και επί χρόνια στους πελάτες του τις αποδόσεις των ονείρων τους και κανείς δεν ρωτούσε άβολα πράγματα, καθώς τέτοιες ερωτήσεις περιττεύουν όταν τα πράγματα πάνε τόσο θεαματικά καλά για όλους. Πλέον επιστράτευε τα μέλη της οικογένειάς του για να στελεχώνει την περαιτέρω ανάπτυξη της φίρμας του, με τον αδερφό του, τα ανίψια του αλλά και τους δυο του γιους, Άντριου και Μαρκ, να βρίσκουν τη θέση τους ως χρηματιστές και προϊστάμενοι.

Στην πραγματικότητα όμως αυτό που έκανε ο Μάντοφ δεν ήταν επενδυτικές κινήσεις, αλλά η καλύτερη ίσως ενσάρκωση της επενδυτικής απάτης της «πυραμίδας»: χρησιμοποιούσε τα κεφάλαια των νέων πελατών του για να ξεπληρώνει τους παλιούς. Όσο για τις υπεραποδόσεις που εμφάνιζε το επενδυτικό του κεφάλαιο, ήταν και αυτές εικονικές, καθώς ο Μάντοφ υπέβαλε για χρόνια πλαστές δηλώσεις και χαλκευμένα στοιχεία στις χρηματιστηριακές Αρχές.

Ο επενδυτής έταζε στα υποψήφια θύματα μεγάλες και σίγουρες αποδόσεις, άνω του 10% όπως είπαμε, ενώ στους ήδη πελάτες του μοίραζε τα (υποτιθέμενα) κέρδη από το κεφάλαιο που έφερναν οι επόμενοι. Με αυτό τον τρόπο διατηρούσε την έξωθεν καλή μαρτυρία και ήταν όλοι ευχαριστημένοι.

Δεν αποκλείεται μάλιστα καθόλου το κόλπο να συνεχιζόταν και να μη γινόταν ποτέ γνωστό αν δεν μεσολαβούσε η χρηματοπιστωτική κρίση! Αυτό του χάλασε την πονηρή του δουλειά, καθώς οι ανήσυχοι πελάτες του Μάντοφ άρχισαν να ζητούν την πρόωρη εξόφλησή τους και εκείνος δεν μπορούσε να καλύψει τις απαιτήσεις πληρωμών που έφταναν τώρα σε ύψος 7 δισ. δολαρίων. Τα ταμεία του ήταν πάντα άδεια και λόγω της κρίσης ήταν αδύνατον να βρει νέους πελάτες ώστε να ξεπληρώσει τους παλιούς και να διατηρήσει την απρόσκοπτη ροή του χρήματος.

Η υπόθεση ξεσκεπάστηκε προκαλώντας τεράστιες ζημίες τόσο σε μεγαλοεπενδυτές και ιδρύματα που κυνήγησαν το όνειρο όσο και στην ίδια την αγορά και το χρηματιστήριο. Ήταν οι αλλόφρονες επενδυτές που άρχισαν να ζητούν πίσω τα κεφάλαιά τους για να προστατευτούν από τις επιπτώσεις της κατρακύλας των χρηματιστηρίων σε ΗΠΑ και Ευρώπη που προσυπέγραψαν το τέλος του, καθώς σύντομα πληροφορήθηκαν ότι τα χρήματά τους είχαν κάνει φτερά.

Ο Μάντοφ φέρεται να εξομολογήθηκε λίγο προτού συλληφθεί σε ανθρώπους της εμπιστοσύνης του ότι το hedge fund που διοικούσε ήταν ουσιαστικά μια καλοστημένη κομπίνα και πως έχει χρεοκοπήσει εδώ και χρόνια, αν και κανείς δεν πίστεψε ότι μια τόσο πελώρια σε έκταση και μέγεθος απάτη περνούσε απαρατήρητη εδώ και 20 χρόνια.

Πώς γίνεται δηλαδή να διεκπεραίωνε μόνος του επί δύο δεκαετίες μια τόσο εκτεταμένη απάτη που κανείς δεν πήρε γραμμή; Ούτε οι μεγαλόσχημοι πελάτες του Μάντοφ, ούτε οι πολύπειροι διευθυντές της Wall Street, ούτε τέλος η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς;

Είναι πιθανό να είχαν μυριστεί οι πελάτες του ότι κάτι σάπιο υπήρχε στις δραστηριότητές του, όσο πάντως τους εξασφάλιζε την υπεραπόδοση που εγγυόταν, τόσο έκαναν όλοι τα στραβά μάτια. Χαρακτηριστικό είναι εδώ ότι οι δύο γιοι του παρέδωσαν αμέσως τον πατέρα τους στο FBI χωρίς πολλά-πολλά και δεν έπεσαν ακριβώς από τα σύννεφα τη μοιραία μέρα της αποκάλυψης…

Η πτώση

Ο βετεράνος επενδυτής συνελήφθη στο σπίτι του στη Νέα Υόρκη στις 11 Δεκεμβρίου 2008, με το συνολικό ύψος του σκανδάλου του να υπολογίζεται στα 50 δισ. δολάρια (με κάποιες εκτιμήσεις να κάνουν λόγο ακόμα και για 65 δισ.)! Μια μέρα νωρίτερα φέρεται να είχε καλέσει τους δύο του γιους στο γραφείο του και να τους εκμυστηρεύτηκε τα καθέκαστα: «Τα βλέπετε όλα αυτά παιδιά μου;», τους ρώτησε, «όλα αυτά παιδιά μου είναι ένα ψέμα».

Ο άνθρωπος στον οποίο η αμερικανική ελίτ εμπιστευόταν δισεκατομμύρια δολάρια είχε εκτελέσει τη μεγαλύτερη οικονομική απάτη στην ιστορία της ανθρωπότητας, αν και θα την έβρισκε από τους γιους του. Αμέσως μετά τη μοιραία συνάντηση, οι Μάρκ και Άντριου πήγαν αμέσως στην υπηρεσία οικονομικού εγκλήματος του FBI και την επομένη οι ομοσπονδιακοί πράκτορες έμπαιναν στο γραφείο του Μάντοφ για να τον συλλάβουν.

Ο βαρόνος της Wall Street παραδέχθηκε στις 12 Μαρτίου 2009 την ενοχή του στις 11 κατηγορίες που αφορούσαν σε οικονομικά εγκλήματα και καταδικάστηκε στις 29 Ιουνίου σε κάθειρξη 150 ετών, τη μέγιστη των ποινών για τέτοια υπόθεση.

Ήταν 71 ετών όταν θα περνούσε την πόρτα της φυλακής, με το συνολικό ποσό της επί πέντε δεκαετίες κατάχρησής του να ανέρχεται στα 170 δισ. δολάρια, αν και το τελικό νούμερο δεν μπορεί κατά κανέναν τρόπο να υπολογιστεί επακριβώς.

Ο Μπέρναρντ Μάντοφ φαίνεται πάντως να επιβιώνει στις ανελέητες συνθήκες της φυλακής καθώς πρόσφατα και παρά το προχωρημένο της ηλικίας του δεν δίστασε να εμπλακεί σε καυγά με συγκρατούμενό του!

Αφορμή στάθηκε η λεκτική διαμάχη τους για τη χρηματοπιστωτική κρίση αλλά και τα επενδυτικά σκάνδαλά του, η οποία κλιμακώθηκε σε μάχη σώμα με σώμα. Ο μεγαλύτερος γιος του, ο 46χρονος Μαρκ, βρέθηκε κρεμασμένος στο διαμέρισμά του στη Νέα Υόρκη τον Δεκέμβριο του 2010, καθώς δεν άντεξε την κατακραυγή για το σκάνδαλο του πατέρα του αλλά και τις φήμες για τη δική του εμπλοκή στην «απάτη του αιώνα».

Όσο για τον Μάντοφ, δηλώνει μέσα από τη φυλακή πως στεναχωριέται περισσότερο για την οικογενειακή τραγωδία που προκάλεσε παρά για την οικονομική καταστροφή των χιλιάδων πελατών του…

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ