Η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ αποχωρεί από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα, ύστερα από αλλεπάλληλα δημοσιεύματα για αμφιλεγόμενες οικονομικές συναλλαγές, επαφές με επιχειρηματικά συμφέροντα και φερόμενη αξιοποίηση των διασυνδέσεών της με την κυβέρνηση Τραμπ. Η απομάκρυνσή της δεν κλείνει την υπόθεση, καθώς Δημοκρατικοί στο αμερικανικό Κογκρέσο ζητούν πλέον θεσμική διερεύνηση των καταγγελιών και εξηγήσεις από την ίδια υπό όρκο.
Σύμφωνα με το Reuters και το Associated Press, ο Λευκός Οίκος ζήτησε την αποχώρηση της Γκίλφοϊλ στις 13 Οκτωβρίου, μετά τις αποκαλύψεις της Wall Street Journal. Η πρώην πρέσβης αρνείται τις κατηγορίες, ενώ οι αμερικανικές αρχές δεν έχουν ανακοινώσει ποινική δίωξη εις βάρος της.
Η υπόθεση έχει αποκτήσει ιδιαίτερη βαρύτητα λόγω των καταγγελιών για αίτημα καταβολής 100.000 δολαρίων από χρηματοδότη του Ντόναλντ Τραμπ, αλλά και λόγω των αναφορών σε επιχειρηματικές σχέσεις που συνδέονται με τον ελληνικό ενεργειακό τομέα. Το ενδιαφέρον της Ουάσιγκτον δεν περιορίζεται πλέον στην παρουσία της Γκίλφοϊλ στην Αθήνα, καθώς τίθενται ερωτήματα για τους κανόνες δεοντολογίας που διέπουν τους Αμερικανούς διπλωματικούς αξιωματούχους.
Τα 100.000 δολάρια και τα μηνύματα που προκάλεσαν αντιδράσεις
Στο επίκεντρο των αποκαλύψεων βρίσκεται δημοσίευμα της Wall Street Journal, σύμφωνα με το οποίο η Γκίλφοϊλ φέρεται να ζήτησε από τον Έρικ Ντίτερς, χρηματοδότη του Τραμπ και πρώην υποψήφιο για το Κογκρέσο, 100.000 δολάρια για την κάλυψη προσωπικής οφειλής σε πιστωτική κάρτα American Express.
Ο Ντίτερς υποστηρίζει ότι το αίτημα συνδεόταν με τη δυνατότητα πρόσβασης σε υψηλόβαθμους κυβερνητικούς αξιωματούχους, οι οποίοι θα μπορούσαν να ασχοληθούν με φορολογικές και νομικές υποθέσεις του. Κατά τα δημοσιεύματα, μέρος της επικοινωνίας περιλαμβάνει μηνύματα που αναφέρονται στην αποφυγή γραπτών αποδεικτικών στοιχείων για την οικονομική συνεννόηση.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι δεν κατέβαλε τελικά το επίμαχο ποσό. Η Γκίλφοϊλ, από την πλευρά της, αμφισβήτησε τη γνησιότητα των μηνυμάτων και απέρριψε τους ισχυρισμούς περί αθέμιτης συναλλαγής. Κατά συνέπεια, οι συγκεκριμένες αναφορές αποτελούν αντικείμενο καταγγελιών και δημοσιογραφικής έρευνας, όχι διαπιστωμένα ποινικά αδικήματα.
Στο μικροσκόπιο και οι επαφές με επιχειρηματικά συμφέροντα
Η υπόθεση δεν περιορίζεται στο αίτημα των 100.000 δολαρίων. Τα αμερικανικά δημοσιεύματα έχουν αναφερθεί και στη σχέση της πρώην πρέσβεως με επιχειρηματικούς παράγοντες που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα, ιδίως στον κατασκευαστικό και ενεργειακό τομέα.
Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, η Γκίλφοϊλ φέρεται να προώθησε τα εμπορικά συμφέροντα ελληνικής εταιρείας, παρέχοντας σε εκπρόσωπο συμφερόντων της πρόσβαση σε επίσημες συναντήσεις. Παράλληλα, διατυπώθηκαν ισχυρισμοί για ταξίδια με ιδιωτικά αεροσκάφη και άλλες παροχές, η αποδοχή των οποίων εγείρει ερωτήματα για την τήρηση των αμερικανικών κανόνων δεοντολογίας.
Η ενεργειακή διάσταση της υπόθεσης έχει ιδιαίτερη σημασία για την Ελλάδα, καθώς η θητεία της Γκίλφοϊλ είχε συνδεθεί με την προώθηση αμερικανικών ενεργειακών συμφερόντων και με προσπάθειες ενίσχυσης της διακίνησης αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου προς την ευρωπαϊκή αγορά μέσω ελληνικών υποδομών.
Οι σχετικές καταγγελίες δεν αποδεικνύουν ότι συγκεκριμένες ενεργειακές συμφωνίες υπήρξαν παράνομες. Αποτελούν, ωστόσο, μέρος των αναφορών για τις οποίες ζητείται επίσημη διερεύνηση στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο Τραμπ πήρε αποστάσεις – Η απόφαση για απομάκρυνση
Τα διαδοχικά δημοσιεύματα επιβάρυναν τη θέση της Γκίλφοϊλ στον Λευκό Οίκο, παρά τις στενές σχέσεις που διατηρούσε επί χρόνια με το περιβάλλον του Αμερικανού προέδρου. Η προσωπική της σχέση με τον Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, με τον οποίο είχε αρραβωνιαστεί, είχε ενισχύσει την αναγνωρισιμότητά της και την παρουσία της στους πολιτικούς κύκλους της Ουάσιγκτον.
Ο Αμερικανός πρόεδρος είχε εκφράσει δημόσια τη δυσαρέσκειά του για τα δημοσιεύματα, ενώ επιχείρησε να διαχωρίσει τις προσωπικές σχέσεις της πρώην πρέσβεως με την οικογένειά του από τους χειρισμούς της κυβέρνησης. Σύμφωνα με την ανταπόκριση της ΕΡΤ από την Ουάσιγκτον, οι συνεργάτες του εκτίμησαν ότι η παραμονή της στην Αθήνα θα προκαλούσε μεγαλύτερο πολιτικό κόστος από την απομάκρυνσή της.
Στις 13 Οκτωβρίου επιβεβαιώθηκε ότι ο Λευκός Οίκος είχε ζητήσει την αποχώρησή της. Η Γκίλφοϊλ ανακοίνωσε την παραίτησή της, υπερασπίστηκε τη θητεία της και αρνήθηκε τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί εναντίον της.
Αίτημα για έρευνα και κατάθεση υπό όρκο στο Κογκρέσο
Από τις 10 Οκτωβρίου, ο Δημοκρατικός βουλευτής Γκρέγκορι Μικς, επικεφαλής των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων, είχε ζητήσει από τον γενικό επιθεωρητή του Στέιτ Ντιπάρτμεντ να διερευνήσει τις καταγγελίες.
Με χωριστή επιστολή του κάλεσε την Γκίλφοϊλ να παρουσιαστεί ενώπιον μελών της επιτροπής για να απαντήσει σε ερωτήσεις υπό όρκο. Το αίτημα αφορά τόσο τις συναλλαγές που αποδίδονται στην πρώην πρέσβη όσο και τις σχέσεις της με επιχειρηματικούς παράγοντες.
Η αποχώρησή της από την πρεσβεία δεν εμποδίζει την περαιτέρω εξέταση των καταγγελιών από τα αρμόδια αμερικανικά όργανα. Εφόσον προκύψουν στοιχεία που παραπέμπουν σε πιθανές παραβάσεις της ποινικής νομοθεσίας, υπάρχει δυνατότητα διαβίβασής τους στις αρμόδιες δικαστικές αρχές.
Μέχρι στιγμής, πάντως, το επίσημα επιβεβαιωμένο κοινοβουλευτικό βήμα είναι το αίτημα έρευνας και κατάθεσης. Δεν έχει ανακοινωθεί καταδίκη ή ποινική παραπομπή της Γκίλφοϊλ.
Ποιος αναλαμβάνει την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα
Μετά την αποχώρηση της Γκίλφοϊλ, την προσωρινή ευθύνη της αμερικανικής διπλωματικής αποστολής αναλαμβάνει ο επιτετραμμένος Τζορτζ Χαλ, δεύτερος στην ιεραρχία της πρεσβείας.
Πρόκειται για διπλωμάτη καριέρας με εμπειρία στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ και γνώση των θεμάτων της Ανατολικής Μεσογείου. Ο νέος πρέσβης θα επιλεγεί από τον Αμερικανό πρόεδρο και ο διορισμός του θα χρειαστεί την προβλεπόμενη έγκριση της Γερουσίας.
Η διαδικασία αντικατάστασης πραγματοποιείται ενώ η Ουάσιγκτον διαχειρίζεται την υπόθεση των καταγγελιών και τις κοινοβουλευτικές πρωτοβουλίες για περαιτέρω διερεύνηση, με την προσωρινή διπλωματική εκπροσώπηση των Ηνωμένων Πολιτειών στην Αθήνα να συνεχίζεται από τον επιτετραμμένο.