Με την ομιλία του Προέδρου της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνου Τασούλα, ξεκίνησαν οι εργασίες του συνεδρίου «Διάλογοι για την Αθήνα», που διοργανώνει η εφημερίδα «Το ΒΗΜΑ» υπό την αιγίδα του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και του Δήμου Αθηναίων, με την υποστήριξη του Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών.
Ο Κωνσταντίνος Τασούλας ξεκίνησε την ομιλία του αναφέροντας ότι η Αθήνα αποτελεί «πηγή έμπνευσης για όλους μας», καθώς εξελίχθηκε από μία ερημική και αραιοκατοικημένη πόλη σε μία πόλη 4 εκατ. κατοίκων, που παραμένει γοητευτική παρά τον «κατακλυσμό των πολυκατοικιών».
Δήλωσε ότι το συγκεκριμένο συνέδριο θα προσφέρει νέες ιδέες και προτάσεις για τον πολιτισμό, το περιβάλλον και την αστική ανάπτυξη. Ξεκινώντας από την ιστορία της εφημερίδας «Το Βήμα» που συνδέεται αναπόφευκτα με τον πολιτισμό και τα δρώμενα της χώρας, κάνει μία ιστορική αναφορά στους σημαντικούς σταθμούς της Αθήνας, ιδιαίτερα κατά τους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους, αλλά και τα πρόσωπα που γεννήθηκαν ή πέρασαν από την πόλη.
Συνεχίζει με τον ορισμό της Αθήνας ως πρωτεύουσας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, το 1834, μίας συμβολικής απόφασης για την ιστορική της σημασία και την αρχή δημιουργίας της νεοκλασσικής Αθήνας. Μία πρωτεύουσα που δέχτηκε τους πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, γνώρισε την πείνα της Κατοχής και έγινε ένα αστικό κέντρο μετά τη μεγάλη εσωτερική μετανάστευση που έφερε κοντά ανθρώπους «με διαφορετικές ιστορικές και πολιτικές αναφορές».
Σχολίασε πως αυτή είναι μία κοινωνική και πολιτική διάσταση της Αθήνας που δεν έχει αναλυθεί όσο θα έπρεπε, ενώ απέδωσε σε αυτήν την αντοχή της κοινωνίας κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης. Πρόσθεσε ότι η πρωτεύουσα είναι μία πόλη «ανοιχτή, ένας τόπος συνθέσεων και συγκερασμών», την οποία τώρα καλούνται να επεκτείνουν και να αναπτύξουν για την αντιμετώπιση των σύγχρονων προκλήσεων, όπως την κλιματική αλλαγή.
Ο κ. Τασούλας καταλήγει την ομιλία του με την έννοια της ευθύνης που έχει κάθε πολιτικός, διαννούμενος, επιστήμονας και άνθρωπος της αυτοδιοίκησης, ώστε να φροντίσει την πόλη για τις επόμενες γενιές.
Ακολουθεί ολόκληρη η ομιλία του Κωνσταντίνου Τασούλα
«Κυρίες και κύριοι,
Κύριε Διευθυντά της εφημερίδος «Το Βήμα» που είχε την πολύ καλή ιδέα γι' αυτό το διήμερο συνέδριο για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της Αθήνας, ένα ιστορικό τρίπτυχο το οποίο και θα παρουσιαστεί. Και κυρίως για το αύριο τολμώ να πω, γιατί όπως ελέχθη πρόσφατα στο Νταβός, από τον Πρωθυπουργό του Καναδά, η νοσταλγία δεν αποτελεί πολιτική.
Με ιδιαίτερη χαρά ξεκινώ με την ομιλία μου το διήμερο αυτό συνέδριο "Διάλογοι για την Αθήνα". Και το ξεκινώ αντιλαμβανόμενος την Αθήνα ως μια πηγή έμπνευσης για όλους μας.
Η πρωτεύουσα της Ελλάδος ξεκίνησε την πορεία της το 1834 με 12.000 κατοίκους. Σήμερα πλησιάζει τα τέσσερα εκατομμύρια και είναι εντυπωσιακό αν σκεφτεί κανείς ότι για αυτή την πόλη, λίγο πριν από τη Φραγκοκρατία, ο Μητροπολίτης Αθηνών, Μιχαήλ Χωνιάτης, ο Ακομινάτος, είχε με θλίψη γράψει στον τότε Αυτοκράτορα του Βυζαντίου πως θυμίζει σκυθική ερημιά. «Θύμιζε ερημιά σκυθική», είναι μια έκφραση αρχαιοελληνική που αναφέρεται σε αραιοκατοικημένες και παραιτημένες περιοχές.
Κι όμως η Αθήνα αντιστάθηκε, και η σημερινή Αθήνα με την αλλαγμένη μορφή της, με τον κατακλυσμό των πολυκατοικιών, παραμένει γοητευτική. Και θυμάμαι τώρα, καθώς περιγράφω τη γνωστή σε όλους μας Αθήνα, τρυφερή και αβάσταχτη συνάμα, τους πίνακες του Σπύρου Βασιλείου, όπου πάνω από τις ταράτσες και τις κεραίες των πολυκατοικιών ένα καταπληκτικό αστραποβόλο φεγγάρι τη φέγγει και την ομορφαίνει. «Λίγες είναι οι νύχτες με φεγγάρι που μ' αρέσαν», όπως λέει ο Σεφέρης, και σίγουρα αυτές οι νύχτες της Αθήνας μας αρέσουν.
Με χαρά και ξεχωριστό ενδιαφέρον, λοιπόν, βρίσκομαι σήμερα εδώ, ανάμεσα σε τόσους ανθρώπους των γραμμάτων και της επιστήμης. Κρίνοντας από τους ομιλητές και τα θέματα τα οποία πρόκειται να θιγούν, πιστεύω ότι το συνέδριο αυτό αγγίζει τις προοπτικές και τις προκλήσεις της Αθήνας, και θα παραγάγει νέες ιδέες και προτάσεις για τον πολιτισμό, το περιβάλλον και την αστική ανάπτυξη.
"Το Βήμα", μια ιστορική εφημερίδα, συνδέεται άρρηκτα με τον πολιτισμό. Είναι, συνεπώς, εύλογο που διοργανώνει αυτή τη διημερίδα και που σύντομα, τέλη Οκτωβρίου, θα μοιράσει αυτό το σπουδαίο τρίτομο έργο, το οποίο ανακοινώθηκε σήμερα εδώ. "Το Βήμα" ξεκίνησε την πορεία του το 1922 με διακεκριμένους ιδρυτές. Μεταξύ άλλων ο Τσουδερός, ο Εξηντάρης, ο Διομήδης, ο Ρούσσος και ο Λαμπράκης, ήταν εκείνοι οι οποίοι το ξεκίνησαν. Ξεκίνησε ως alter ego του κόμματος των Φιλελευθέρων και έπαιξε εν συνεχεία σημαντικό ρόλο στα πολιτικά, αλλά και πολιτιστικά δρώμενα της χώρας. Γι' αυτό και σήμερα αυτό το συνέδριο, που τελεί υπό την οργανωτική φροντίδα του Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών και υπό την αιγίδα του Πανεπιστημίου Αθηνών και του Δήμου Αθηναίων παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, και κυρίως εγκυμονεί γόνιμες προτάσεις για το μέλλον αυτής της αβάσταχτης και τρυφερής πρωτεύουσας.
Γιατί η Αθήνα δεν είναι μια οποιαδήποτε πόλη. Είναι ένας τόπος όπου, οι έννοιες της πόλεως, της δημοκρατίας, της τέχνης και της σκέψης διαμορφώθηκαν με τρόπο που καθόρισε τον παγκόσμιο πολιτισμό. Είναι μια ιδέα στην οποία η ανθρωπότητα επιστρέφει κάθε φορά που αναρωτιέται τι σημαίνει ελευθερία, λόγος - τι σημαίνει κοινωνία. Η Αθήνα υπήρξε φωτοδότρια της αρχαίας Ρώμης, η αρχαία πόλη που υποδούλωσε τον κατακτητή και έφερε τις τέχνες στο Λάτιο, για να παραφράσω την περίφημη φράση από τις επιστολές του Οράτιου: Graecia capta ferum victorem cepit et artes intulit agresti Latio. Η Ελλάς, η Αθήνα κυρίως δηλαδή, αν και κατελήφθη κατέλαβε η ίδια τον αγροίκο κατακτητή και εισήγαγε τις τέχνες στο Λάτιο.
Υπήρξε η πόλη που αγάπησε ο αυτοκράτορας Αδριανός και προς τιμήν της ίδρυσε το 135 μ.Χ. στη Ρώμη την περιώνυμη σχολή, το ludus Athenaeum, την Αθηναϊκή Σχολή, για την προαγωγή κάθε κλάδου του επιστητού.
Υπήρξε εμπνεύστρια της Αναγέννησης, η οποία αποτύπωσε την οφειλή της προς την Αθήνα στη μνημειώδη τοιχογραφία του Ραφαήλ «Η Σχολή των Αθηνών». Η τοιχογραφία αυτή κοσμεί σήμερα την Εθνοσυνέλευση της Γαλλικής Δημοκρατίας. Υπήρξε η καταγωγική ρίζα του Διαφωτισμού, του νεοκλασικισμού και του ρομαντισμού.
Η ακτινοβολία του Χρυσού Αιώνα της υπήρξε το πρότυπο, ή μάλλον το ιδεώδες προς το οποίο στράφηκε η Δύση βγαίνοντας από τις σκιές των σκοτεινών της χρόνων. Με οδηγό αυτό το ιδεώδες η Δύση κατευθύνθηκε προς τη νεωτερικότητα υιοθετώντας τις αξίες του ορθολογισμού, της πολιτικής ελευθερίας, της αυτογνωσίας και της αναζήτησης της ομορφιάς που εδώ βρήκαν την πρώτη έκφρασή τους.
Ο Παρθενώνας είναι το πιο πιστό υλικό αντίγραφο της ομορφιάς της ψυχής του ανθρώπου. Και στη ζωφόρο του Παρθενώνα, που είναι το έμβλημα της Αθήνας βλέπει, κανείς την πιο απροσδόκητη απεικόνιση ενώ μέχρι τότε, οι ναοί των αρχαίων Ελλήνων εστέφοντο από γεγονότα πολεμικά ή μυθολογικά, όπως η Τιτανομαχία, η ζωφόρος, λοιπόν, του Παρθενώνα περιέχει μια απροσδόκητη καινοτομία και αυτή η καινοτομία έχει να κάνει με τη χαρά της ζωής, με την πομπή των Παναθηναίων. Γιατί έκτοτε, μετά τα Μηδικά, στον Χρυσό Αιώνα της Δημοκρατίας του Περικλή, η χαρά της ζωής έγινε και πολιτειακός στόχος, όπως ήταν η προστασία της πόλης. Εισήχθη και η χαρά της ζωής μέσα στους στόχους της πολιτείας και στους ομολογημένους στόχους των πολιτών.
Για αναρίθμητους ποιητές, στοχαστές, καλλιτέχνες, η πνευματική παρακαταθήκη της Αθήνας είναι μια «κληρονομιά που ποτέ δεν παλιώνει», όπως χαρακτηριστικά έγραψε ο Νίτσε.
Όμως η Αθήνα ως πόλις, ως χώρος, υπάρχει και πριν και πολύ μετά από την κλασική περίοδο. Είναι η νεολιθική Αθήνα, η εποικισμένη ήδη από το 6000 π.Χ., που φτάνει ως τα σήμερα μέσα από τους μύθους – της διαμάχης της Αθηνάς με τον Ποσειδώνα όπου η ειρηνική προσφορά της ελιάς υπερίσχυσε της βίας των κυμάτων. Όχι, όμως μόνο η καλλιτεχνική έκφραση της ελιάς αλλά υπερίσχυσε και η ωφελιμότητά της έναντι του θαλάσσιου νερού.
Είναι η Αθήνα του Θησέα, ο οποίος, μετά το περιπετειώδες ταξίδι του από την Τροιζήνα, θα συνενώσει τους οικισμούς της Αττικής σε μια πόλη-κράτος. Είναι, βεβαίως, η κλασική Αθήνα, ένα απέραντο πνευματικό εργαστήριο, όπου οι μεγάλοι τραγικοί, Αισχύλος, Σοφοκλής και Ευριπίδης, εκδραματίζουν τα μεγάλα διλήμματα της ευθύνης, της δικαιοσύνης, της ελευθερίας, της μοίρας.
Και η μοίρα των πολιτών της είναι ταυτισμένη με την ίδια. Πόσο έξοχα περιγράφει ο Καβάφης στη “Σατραπεία” τη μοίρα του Θεμιστοκλή, ο οποίος εξόριστος στην Περσία αν και ο σατράπης Αρταξέρξης του προσφέρει σατραπείες, άλλα ζητάει η ψυχή του και για άλλα κλαίει· τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών τα δύσκολα και ανεκτίμητα εύγε. Για την Αθήνα πονάει η ψυχή του Θεμιστοκλή και για άλλα κλαίει.
Είναι η πόλη όπου ο Αριστοφάνης υπενθυμίζει ότι η δημοκρατία είναι ισχυρή μόνο όταν ανέχεται και αντέχει τη σάτιρα. Η πόλη όπου ο Σωκράτης καλεί σε αυτογνωσία τονίζοντας στην Απολογία του «Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ». Η πόλη όπου ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης με την Ακαδημία και το Λύκειο αντιστοίχως προσφέρουν μέθοδο στη σκέψη.
Είναι το «δαιμόνιον πτολίεθρον» του Πινδάρου, όπου διαμορφώθηκε το πολιτισμικό λεξιλόγιο που χρησιμοποιούμε ακόμα και σήμερα: πόλις, πολίτης, λόγος, ήθος, μέτρο, δημοκρατία. «Καὶ ὄνομα μὲν διὰ τὸ μὴ ἐς ὀλίγους ἀλλ᾽ ἐς πλείονας οἰκεῖν δημοκρατία κέκληται», διαβάζουμε στον Επιτάφιο του Περικλέους.
Είναι ακόμη η μεταγενέστερη Αθήνα των ελληνιστικών και των ρωμαϊκών χρόνων, χώρος σπουδών και προσκυνήματος του πνεύματος· η Αθήνα της βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου, ένα ισχυρό κεφάλαιο μνήμης, το οποίο τροφοδότησε την αυτοσυνείδηση της Αυτοκρατορίας.
Είναι η Αθήνα, η οποία με την αίγλη της έδωσε στον εαυτό της ένα είδος ασπίδας, αιγίδας, προστασίας. Τη σεβάστηκαν πολλοί από τους επόμενους κατακτητές, οι Μακεδόνες, οι Ρωμαίοι ακόμη και εν μέρει οι Οθωμανοί, με εξαίρεση τους Έρουλους. Γιατί ήταν τέτοια η αίγλη της Αθήνας που κάθε κατακτητής ήθελε περισσότερο να την προστατεύσει.
Είναι ο τόπος όπου δεν μαθήτευσαν μόνο όσοι, όπως ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, γοητεύονταν από «τις θεουργίες και τις επισκέψεις στους ναούς των εθνικών», για να μνημονεύσω και πάλι τον Καβάφη. Μαθήτευσαν και μεγάλες μορφές του Χριστιανισμού, ο Μέγας Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός. Υπάρχει ακόμη η ενετοκρατούμενη Αθήνα αλλά και η Αθήνα των Οθωμανικών χρόνων, μια πόλη που επιβιώνει σιωπηλά ανάμεσα στα κατεστραμμένα ή και λεηλατημένα αρχαία μνημεία της, στις βυζαντινές εκκλησιές της και στα ταπεινά σπιτάκια της.
Παραμένει όμως και εκείνα τα χρόνια, γενέτειρα ονομαστών λογίων όπως ο Άγγελος Μπενιζέλος, ο Φραγκίσκος Ιωάννης Τρίμης, ο Θεόφιλος ο Κορυδαλλεύς, ο Λεονάρδος Φιλαράς, ο Παναγιώτης Κοδρικάς- λόγιοι που σπούδασαν στην Ιταλία και έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διάσωση της Αρχαίας Γραμματείας, στη διάσωση και στη διαμόρφωση της Ευρωπαϊκής Αναγέννησης και στην ενίσχυση του ανθρωπισμού.
Και λίγο πριν ξεσπάσει η Επανάσταση του 1821, θα αναδυθεί η αναγεννημένη πνευματικά Αθήνα, χάρη στην ίδρυση της Φιλομούσου Εταιρείας το 1813.
Πρόκειται, λοιπόν, για διαδοχικά στρώματα ιστορίας μιας πόλης, που περιέχει το παρελθόν της σαν τις γραμμές μιας παλάμης, για να χρησιμοποιήσω μια φράση του Ίταλο Καλβίνο από το βιβλίο του “Αόρατες πόλεις”.
Το 1834, λοιπόν, η Αθήνα από φτωχή επαρχιακή κωμόπολη, ορίστηκε πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Μια επιλογή που υπαγορεύθηκε από τον συμβολισμό της και από το χρέος προς την ιστορία. Τότε άρχισε να χτίζεται η νεοκλασική Αθήνα: το Πανεπιστήμιο, η Ακαδημία, η Βιβλιοθήκη, έργα που εξέφραζαν την πίστη ότι το έθνος θα στηριχθεί στην παιδεία.
Και όταν μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή χιλιάδες πρόσφυγες βρήκαν καταφύγιο στις παρυφές της, η Αθήνα θα αποκτήσει νέες γειτονιές, νέες φωνές, νέες μουσικές αλλά και νέες γεύσεις.
Στην Κατοχή θα γνωρίσει την πείνα αλλά και την αξιοπρέπεια της Αντίστασης.
Στα μεταπολεμικά χρόνια η Αθήνα θα δεχτεί το μεγάλο ρεύμα της εσωτερικής μεταναστεύσεως. Θα γίνει το μεγάλο αστικό κέντρο, όπου οι πιο διαφορετικοί άνθρωποι με διαφορετικές πολιτικές και ιστορικές αναφορές, έμαθαν και μαθαίνουν την τέχνη της συνύπαρξης.
Σκεφτείτε τη διάσταση αυτή, της Αθήνας ως τόπου υπέρβασης των παλαιότερων διχασμών των Ελλήνων. Κακό χωριό τα λίγα σπίτια, λέγαμε, τονίζοντας ακριβώς τις διαιρέσεις που υπάρχουν σε μικρούς τόπους, οι οποίες ατονούν μέσα στη χοάνη μιας μεγαλούπολης.
Σκεφτείτε, επίσης, ότι η αρχαία πόλη της δημοκρατίας συνδέεται ευθέως με τη σύγχρονη πρωτεύουσα της πολυκατοικίας. Στην ίδια διεύθυνση, στην ίδια πολυκατοικία, στην ίδια συνοικία, συνυπάρχουν, σε διαφορετικά πατώματα, άτομα και οικογένειες από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα. Και η συνύπαρξη αυτή λειαίνει αντιθέσεις, ενθαρρύνει την επικοινωνία και ευνοεί την κοινωνική κινητικότητα. Γι' αυτό η Αθήνα, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, δεν έχει γκέτο, δεν είναι μια πόλη αποκλεισμών αλλά ένας τόπος συνθέσεων και συγκερασμών.
Αυτή είναι μια παραγνωρισμένη κοινωνική και πολιτική διάσταση της πόλεως αυτής, που δεν έχει αναλυθεί όσο θα έπρεπε. Δίπλα στο τίμημα της πολεοδομικής έκρηξης και της γρήγορης ανάπτυξης υπάρχει αυτό το όφελος που δεν το έχουμε επαρκώς εκτιμήσει και αποτιμήσει.
Με άλλα λόγια, η Αθήνα είναι ένας πυκνωτής αντιθέσεων που συγκεντρώνει, συμπυκνώνει και εκτονώνει ένταση, ενέργεια. Δεν ήταν αυτός ο στόχος της οικιστικής έκρηξης της Αθήνας, το βλέπουμε εκ των υστέρων όμως. Είναι μια πόλη που διαχειρίζεται, συνθέτει και ενσωματώνει, όπως έκανε καθ' όλη τη διάρκεια της ιστορίας της, όλες τις εκφράσεις, τις ιδέες, την προσφορά και τη δημιουργικότητα ανθρώπων, που έφτασαν εδώ από διαφορετικούς τόπους και πολιτισμούς.
Γιατί ενέπνευσε τους ευεργέτες η Αθήνα; Γιατί τους μαγνήτισε και τους δελέασε; Οι ευεργέτες της Ελλάδος, κυρίως Ηπειρώτες: οι αδερφοί Ζάππα, οι Ζωσιμάδες, ο Αβέρωφ, οι Τοσίτσαι, ο Στουρνάρης, όλοι αυτοί γιατί έστρεψαν το ενδιαφέρον τους και πόρους ατέλειωτους και καλαισθησία προς την Αθήνα; Δεν ήταν μόνο πως, η πατρίδα τους η Ήπειρος δεν είχε τότε ελευθερωθεί- ελευθερώθηκε αργότερα το 1913- και συνεπώς έπρεπε η χορηγία τους να διοχετευθεί πολύ νωρίτερα από την απελευθέρωση της γενέτειράς τους. Δεν ήταν όμως μόνο αυτό. Ήταν και το ότι η Αθήνα στα μάτια τους συμβόλιζε την Ελλάδα, συμβόλιζε τον πόθο των επιτυχημένων Ελλήνων της Διασποράς να δουν μια Ελλάδα ελεύθερη και να βοηθήσουν στην ανάπτυξή της αλλά και στην καλαισθησία της. Η Αθήνα στα μάτια των ευεργετών της Διασποράς συμπύκνωνε όλη την αίγλη, όλη τη φιλοδοξία, όλη την προοπτική της Ελλάδος και εδώ συγκέντρωσαν τα ευεργετικά «πυρά» τους.
Θα μπορούσαμε μάλιστα να υποθέσουμε ότι σε αυτή τη βαθύτερη ιδιότητα της Αθήνας να υποστηρίζει και να αναδεικνύει την τέχνη και την πράξη της συνύπαρξης οφείλεται σε σημαντικό βαθμό και η αντοχή της κοινωνίας αλλά και της ίδιας της δημοκρατίας κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης.
Σήμερα, κυρίες και κύριοι, η Αθήνα είναι μια μεγάλη πρωτεύουσα που εκτείνεται από την Πάρνηθα και την Πεντέλη έως τη θάλασσα. Η διαμόρφωση ενός σύγχρονου παραλιακού μετώπου προσφέρει μια νέα προοπτική για την ποιότητα ζωής και την ανάπτυξη.
Προκλήσεις πολλές. Ας αναφέρουμε μια: μέσα στις επόμενες δεκαετίες η Αθήνα και η Αττική καλούνται να ενισχύσουν τις δομές τους προκειμένου να ανταποκριθούν στις ραγδαίες και επιθετικές κλιματικές αλλαγές. Θα τα καταφέρουμε; Είδατε τι γίνεται αυτές τις μέρες στον Νομό Λασιθίου και όχι μόνο.
Η Αθηνά γεννήθηκε πάνοπλη μέσα από την κεφαλή του Δία για να συμβολίσει ταυτόχρονα την ισχύ και τη σοφία του ελληνικού πνεύματος. Και αφού μιλάμε για την αιγίδα του Πανεπιστημίου και του Δήμου, να αναφέρουμε ότι και η Αθηνά προστατευόταν από μια αιγίδα που είχε φτιάξει γι' αυτήν ο Ήφαιστος. Μια αιγίδα η οποία έσωζε την Αθηνά και είχε ζωγραφισμένη πάνω της τη μορφή της Μέδουσας για να τρομοκρατεί και να αποτρέπει.
Μέσα όμως στην πολυαιώνια ιστορία της, η Αθήνα συντηρεί και ανανεώνει τον πολιτισμό της με την ευθύνη κάθε γενιάς. Όπως ακριβώς γίνεται και μέσα από το σπουδαίο έργο, το οποίο ανακοινώθηκε σήμερα. Κατά συνέπεια στο χέρι μας είναι να είμαστε και εμείς συνειδητοί και δημιουργικοί φορείς του ελληνικού και του αθηναϊκού πνεύματος και έτσι να παραδώσουμε στις επόμενες γενιές μια Αθήνα πιο σύγχρονη, πιο όμορφη, πιο ανθεκτική και πιο δυναμική. Μια Αθήνα - ευρωπαϊκή πρωτεύουσα με αρραγείς και ανανεωμένες τις αισθητικές, πολιτισμικές και κοινωνικές αξίες που διαχρονικά τη χαρακτηρίζουν.
Οι νέοι Αθηναίοι όταν ενηλικιώνονταν έδιναν όρκο και υπόσχονταν να παραδώσουν την πατρίδα τους «οὐκ ἐλάσσω, πλείω δὲ καὶ ἀρείω». Δεν γνωρίζω αρχαιότερο ούτε ακριβέστερο ορισμό της βιωσιμότητας αλλά και της αισιοδοξίας και της πίστης στο μέλλον αυτής της πόλης.
Ο όρκος των Αθηναίων εφήβων συμβολίζει τη νιότη της ευθύνης και την ευθύνη που αναλάμβανε η αθηναϊκή νιότη έναντι της πόλεώς της. Στο Μουσείο της Ακροπόλεως υπάρχει ένα εντυπωσιακό άγαλμα, ο Παις του Κριτίου που παρουσιάζει έναν μελλέφηβο, έναν νέο Αθηναίο εκεί γύρω στα δεκάξι του. Είναι ένα αριστούργημα πλαστικής τέχνης καμωμένο από τον Κριτία. Αυτό το άγαλμα προκάλεσε πολλές απορίες γιατί το χαμόγελο αυτού του νέου είναι λεληθός, συνεσταλμένο, συγκεκαλυμμένο και όχι φεγγοβόλο, όπως το χαμόγελο των Κούρων μιας προγενέστερης περιόδου. Η πιο ωραία ερμηνεία για το συνεσταλμένο χαμόγελο του Παιδός του Κριτίου εδόθη ως εξής: την εποχή της αίγλης της αθηναϊκής δημοκρατίας, ένας νέος δεκαέξι ετών ετοιμαζόταν να γίνει οπλίτης μετά από δύο χρόνια. Αυτός ο νέος, λοιπόν, επειδή αναλογίζεται την ευθύνη που τον περιμένει ως πολίτη μιας δημοκρατίας, όπου η γνώμη του παίζει ρόλο για την πορεία της πόλης και ως οπλίτη της ίδιας πόλης. Και αυτή η ευθύνη δεν του επιτρέπει να γελάει με ένταση. Έχει έτσι ένα συγκρατημένο χαμόγελο λόγω της ευθύνης που τον περιμένει.
Τι ωραία περιγραφή και τι ωραία υπογράμμιση πως η ευθύνη είναι μια γοητευτική αποστολή στη ζωή μας και όχι μια κατάρα, όπως έχουμε συνηθίσει να τη θεωρούμε, ιδίως όταν τολμάμε να μιλάμε για την ατομική ευθύνη!
Εν ονόματι, λοιπόν, της πορείας της Αθήνας του χθες, του σήμερα και του αύριο της Αθήνας, ας αναλογιστούμε όλοι με συνεσταλμένο χαμόγελο αυτή την ευθύνη. Πολιτικοί, διανοούμενοι, επιστήμονες, άνθρωποι της αυτοδιοικήσεως ας αναλογιστούμε και ας χαμογελάσουμε διακριτικά αναλαμβάνοντας την ευθύνη που μας περιμένει για αυτή την έξοχη πόλη.
Σας ευχαριστώ».