Η δολοφονική επίθεση στη Θεσσαλονίκη δεν αποτελεί πλέον μόνο αντικείμενο της έρευνας των διωκτικών αρχών. Έχει ήδη μετατραπεί στο κορυφαίο πεδίο πολιτικής σύγκρουσης, με την κυβέρνηση να εξαπολύει σφοδρή επίθεση κατά της αντιπολίτευσης και κυρίως κατά της Αριστεράς, υποστηρίζοντας ότι για χρόνια καλλιέργησε ένα κλίμα ανοχής απέναντι στη βία.
Ενδεικτικό της βαρύτητας με την οποία αντιμετωπίζει η κυβέρνηση τη δολοφονική επίθεση στη Θεσσαλονίκη είναι ότι, σύμφωνα με πληροφορίες, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο να συμπεριλάβει στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας της ΝΔ την Αφροδίτη Νέστορα, κόρη της δολοφονημένης Βάγιας Νέστορα.
Η κίνηση αυτή, εφόσον οριστικοποιηθεί, θα αποτελεί αφενός έναν συμβολικό φόρο τιμής στη μνήμη της εκλιπούσας και αφετέρου ένα ισχυρό πολιτικό μήνυμα μηδενικής ανοχής απέναντι στην τρομοκρατία και την πολιτική βία.
Στο Μέγαρο Μαξίμου θεωρούν ότι η τραγική αυτή υπόθεση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά ως η ακραία κατάληξη μιας διαχρονικής αντίληψης που, όπως υποστηρίζουν κυβερνητικά στελέχη, επιχείρησε να εξωραΐσει την πολιτική βία, να νομιμοποιήσει καταλήψεις δημόσιων χώρων και πανεπιστημίων και να παρουσιάσει οργανωμένες επιθέσεις ως μορφές δήθεν «ακτιβισμού».
Μετά τη χθεσινή εκδήλωση της ΟΝΝΕΔ στη Θεσσαλονίκη η νεολαία της παράταξης ετοιμάζει αντίστοιχη ειρηνική συγκέντρωση κατά της τρομοκρατίας τις επόμενες ημέρες και στην Αθήνα.
«Να πέσουν οι μάσκες»
Η βασική κυβερνητική γραμμή συνοψίζεται στη φράση ότι «όσο σημαντικό είναι να βγαίνουν οι κουκούλες, άλλο τόσο σημαντικό είναι να πέφτουν και οι μάσκες».
Με αυτή τη λογική, η κυβέρνηση επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση από τη στενά ποινική διάσταση της υπόθεσης στη συνολική πολιτική στάση που, όπως υποστηρίζει, επέδειξαν ορισμένα κόμματα απέναντι σε φαινόμενα βίας τα προηγούμενα χρόνια.
Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, οι καταδίκες της δολοφονικής επίθεσης είναι αυτονόητες, ωστόσο δεν αρκούν. Αυτό που απαιτείται, λένε, είναι η πλήρης πολιτική απομόνωση όλων όσοι δικαιολογούν ή υποβαθμίζουν τέτοιες συμπεριφορές, ανεξαρτήτως ιδεολογικής προέλευσης.
Στο στόχαστρο η περίοδος Τσίπρα
Ιδιαίτερα αιχμηρή είναι η κριτική προς την περίοδο διακυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα. Κυβερνητικά στελέχη υπενθυμίζουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είχε αντιταχθεί επανειλημμένα στην αυστηροποίηση του Ποινικού Κώδικα, είχε εκφράσει αντιρρήσεις στις επιχειρήσεις εκκένωσης καταλήψεων και είχε αντιδράσει σε σειρά μέτρων ενίσχυσης της Ελληνικής Αστυνομίας.
Στο ίδιο πλαίσιο επαναφέρουν στη δημόσια συζήτηση παλαιότερες δηλώσεις για τις μολότοφ, υποστηρίζοντας ότι σήμερα αποδεικνύεται με τον πιο τραγικό τρόπο πόσο επικίνδυνη μπορεί να αποβεί κάθε προσπάθεια σχετικοποίησης της βίας.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι δεν μπορεί να υπάρχουν δύο μέτρα και δύο σταθμά, ανάλογα με το αν οι δράστες προέρχονται από την άκρα δεξιά ή την άκρα αριστερά, επιμένοντας ότι κάθε μορφή πολιτικής βίας πρέπει να αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο.
Ταυτόχρονα στην Ηρώδου Αττικού 19 χαρακτηρίζουν απαράδεκτες τις δηλώσεις της Ζωής Κωνσταντοπούλου που έκανε λόγο για προβοκάτσια.
Ρουβίκωνας, καταλήψεις και «μπαχαλάκηδες»
Στο κυβερνητικό αφήγημα επανέρχονται δυναμικά και οι αναφορές στον Ρουβίκωνα, στις καταλήψεις και στους λεγόμενους «μπαχαλάκηδες».
Σύμφωνα με το Μέγαρο Μαξίμου, επί σειρά ετών δημιουργήθηκε ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο επιθέσεις σε γραφεία, σπίτια πολιτικών, δημοσιογράφων και δημόσιες υπηρεσίες παρουσιάζονταν ως «παρεμβάσεις», ενώ καταλήψεις πανεπιστημιακών χώρων αντιμετωπίζονταν ως μορφές κοινωνικής δράσης και όχι ως εστίες παρανομίας.
Η κυβέρνηση επιμένει ότι η επιχείρηση εκκένωσης όλων των καταλήψεων στα πανεπιστήμια αποτέλεσε κομβική πολιτική επιλογή, υποστηρίζοντας ότι οι πρόσφατες επιθέσεις συνδέονται με την προσπάθεια του κράτους να τερματίσει οριστικά τα άβατα και να απομακρύνει εγκληματικές ομάδες από τους πανεπιστημιακούς χώρους.
Κυβερνητικά στελέχη κάνουν λόγο για «αντίποινα» απέναντι στην πολιτική μηδενικής ανοχής που εφαρμόζεται τα τελευταία χρόνια.
«Δεν υπάρχουν γκαζάκια»
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στη γλώσσα που χρησιμοποιείται στη δημόσια συζήτηση.
Η κυβέρνηση απορρίπτει τον όρο «γκαζάκια», υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για εκρηκτικούς μηχανισμούς με πραγματική φονική δυνατότητα, όπως αποδείχθηκε από την τραγωδία της Θεσσαλονίκης.
Αντίστοιχα, απορρίπτει και τον χαρακτηρισμό «τρικάκια» για ενέργειες εκφοβισμού σε βάρος πολιτικών και δημοσιογράφων, θεωρώντας ότι τέτοιες πρακτικές αποτελούν οργανωμένες επιθέσεις κατά της δημοκρατικής λειτουργίας.
«Η τρομοκρατία δεν θα νικήσει»
Στο κυβερνητικό επιτελείο εκφράζεται η πεποίθηση ότι οι έρευνες της Ελληνικής Αστυνομίας βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο και ότι σύντομα θα υπάρξουν εξελίξεις τόσο ως προς τους φυσικούς όσο και ως προς τους ηθικούς αυτουργούς της επίθεσης.
Το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι η πολιτεία δεν πρόκειται να υποχωρήσει απέναντι στη βία και ότι η εφαρμογή του νόμου θα συνεχιστεί χωρίς εξαιρέσεις, είτε πρόκειται για πανεπιστήμια, είτε για δημόσιους χώρους, είτε για οργανωμένες ομάδες που επιδιώκουν να επιβάλουν τις απόψεις τους μέσω της τρομοκρατίας.
Η κυβέρνηση εμφανίζεται αποφασισμένη να διατηρήσει ψηλά στην πολιτική ατζέντα το ζήτημα της ασφάλειας, μετατρέποντας την υπόθεση της Θεσσαλονίκης σε κεντρικό πεδίο αντιπαράθεσης με την αντιπολίτευση μέχρι να ολοκληρωθούν οι έρευνες και να αποδοθούν οι ευθύνες από τη Δικαιοσύνη. Παράλληλα, διαμηνύει ότι η μάχη απέναντι στην πολιτική βία, στις καταλήψεις, στους μπαχαλάκηδες και σε κάθε μορφή ανομίας θα συνεχιστεί χωρίς καμία υποχώρηση, υποστηρίζοντας ότι η κοινωνία απαιτεί πλέον την καθολική εφαρμογή του νόμου και την οριστική εξάλειψη κάθε εστίας παραβατικότητας.