Σε μια ούτως ή άλλως αξιοπρόσεκτα σύντομη τοποθέτηση, ο κ. Μητσοτάκης επέλεξε να περιορίσει στο ελάχιστο δυνατόν το συστατικό της νοσταλγίας, παρότι ο ίδιος υπήρξε μαθητής του Κολλεγίου.
Ξενίζοντας ίσως όσους περίμεναν έναν τυπικό χαιρετισμό και εστιάζοντας στη ζωτική ανάγκη εκσυγχρονισμού του Κολλεγίου, ο Πρωθυπουργός μίλησε για Τεχνητή Νοημοσύνη, για αξιοκρατική κατανομή των υποτροφιών, για συμπερίληψη, ακόμη και για ψυχική υγεία.
Απέφυγε τους λίγο-πολύ καθιερωμένους επαίνους σε πρόσωπα και παραδόσεις του σχολείου, προτιμώντας να κάνει κάτι τελείως ασυνήθιστο για τις προδιαγραφές μιας εορταστικής εκδήλωσης: Να ασκήσει κριτική -και μάλιστα αυστηρή, για όσους ήταν σε θέση να συντονιστούν με την ουσία της ομιλίας που εξεφώνησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης το βράδυ της Δευτέρας 4 Μαΐου, στην αίθουσα εκδηλώσεων του Κολλεγίου Αθηνών.
Και η ουσία των λεγομένων του ήταν, πίσω από την κριτική, ένα βαθύ ενδιαφέρον, μια αγωνία θα τολμούσε κανείς να πει, για το μέλλον του ιδιαίτερου αυτού εκπαιδευτηρίου, όπως διατυπώνεται από έναν παλιό μαθητή, ο οποίος καταφανώς νοιάζεται για το σχολείο του.
Χρησιμοποιώντας μια αναφορά, από το 1929, του Ελευθερίου Βενιζέλου στην καινοτομία σαν έναυσμα για την ανάπτυξη των δικών του θέσεων, ο Πρωθυπουργός σχηματοποίησε τις μεγάλες προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει το Κολλέγιο στον 21ο αιώνα σε 4 άξονες, ως εξής:
1) Τεχνητή Νοημοσύνη. «Δεν νοείται το Κολλέγιο να μην βρίσκεται στην πρωτοπορία αυτής της συζήτησης» τόνισε ο κ. Μητσοτάκης. Προσθέτοντας με έμφαση ότι «δημόσια σχολεία ήδη βρίσκονται σε μία σύμπραξη με μεγάλες εταιρείες ΤΝ. Θα ήθελα, λοιπόν, πράγματι, σε αυτή τη συζήτηση για το πώς ενσωματώνουμε την Τεχνητή Νοημοσύνη στην εκπαίδευση, το Κολλέγιο να βρίσκεται πραγματικά στην πρώτη γραμμή».
2) Σύνθεση του μαθητικού σώματος. «Ας μην κοροϊδευόμαστε, νομίζω ότι τις τελευταίες δεκαετίες το Κολλέγιο, σε έναν βαθμό, έχασε αυτή την κοινωνική διαστρωμάτωση, την οποία είχε σίγουρα στη δική μας εποχή και νομίζω ότι έχει έρθει η ώρα να την ξαναβρεί» υπογράμμισε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, υπενθυμίζοντας στη διοίκηση τη σημασία της ένταξης μαθητών από ασθενέστερες κοινωνικό-οικονομικές τάξεις, με μόνο κριτήριο τη θέλησή τους για μάθηση και τις επιδόσεις τους.
3) Οικονομικές δυνατότητες του Κολλεγίου. Συναφώς προς το προηγούμενο, ο κ. Μητσοτάκης αναφέρθηκε σε ένα καταπίστευμα, το οποίο θα επιτρέπει σε όποιον μαθητή/μαθήτρια έχει τη δυνατότητα να εισέλθει αξιοκρατικά στο Κολλέγιο κατόπιν εξετάσεων, αλλά η οικογένειά του δεν έχει τη δυνατότητα να πληρώσει τα δίδακτρα, τα δίδακτρα αυτά να καλύπτονται από το καταπίστευμα του σχολείου, ως υποτροφία. Μάλιστα, ο Πρωθυπουργός χρησιμοποίησε τον αγγλόφωνο όρο «need-blind admission» (εισαγωγή μαθητών σε σχολείο περιωπής ανεξαρτήτως της οικονομικής επιφάνειάς του).
Με την ευκαιρία, ο Πρωθυπουργός άφησε μια ορατή πλην διακριτική αιχμή στους διστακτικούς χορηγούς του Κολλεγίου, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «είμαι σίγουρος ότι βρίσκονται πολλοί ανάμεσά μας οι οποίοι θα είχαν τη διάθεση -τολμώ να πω και την υποχρέωση- να συνεισφέρουν, όχι μόνο σε μεμονωμένα έργα -και έχουν γίνει πολλά και θέλω να ευχαριστήσω όλους τους χορηγούς του σχολείου, αλλά και σε έναν Κολλεγιακό στόχο, που δεν μπορεί να είναι άλλος από ένα πολύ ισχυρό καταπίστευμα».
4) Συμπερίληψη. Για τον κ. Μητσοτάκη, το Κολλέγιο Αθηνών πρέπει να αναγνωρίζει τη διαφορετικότητα, να σέβεται και να μην κρύβεται από τα μεγάλα προβλήματα και τις προκλήσεις της ψυχικής υγείας. «Η έμφαση στην ψυχική υγεία των παιδιών μας» παρατήρησε ο Πρωθυπουργός, «με όλα τα εργαλεία τα οποία μπορούμε να τους δώσουμε, έτσι ώστε να γίνουν ολοκληρωμένοι και χαρούμενοι άνθρωποι και δημιουργικοί πολίτες, νομίζω ότι πρέπει να είναι μία προτεραιότητα του σχολείου για τα επόμενα 100 χρόνια, ή για τα επόμενα 10 χρόνια, γιατί δεν θα είμαστε εδώ στα 200 χρόνια του Κολλεγίου, αλλά το Κολλέγιο θα είναι σίγουρα εδώ.
Κλείνοντας την ομιλία του, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ευχήθηκε, κάπως σιβυλλικά, στο Κολλέγιο Αθηνών «να συνεχίσει αυτόν τον καινοτόμο δρόμο και κυρίως να μη φοβάται να αλλάξει. Όπως αλλάζουν οι καιροί, πρέπει να αλλάξουν και πράγματα τα οποία έχουν να κάνουν και με το governance (τη διοίκηση) του σχολείου. Και μέσα από ένα πνεύμα υγιούς συνεργασίας, πιστεύω ότι μπορούν να βρεθούν λύσεις. Ξέρετε πολύ καλά πως ό,τι δεν αλλάζει, φθίνει. Και δεν θέλουμε το Κολλέγιο να φθίνει».
Η ιστορική περιπέτεια του Κολλεγίου Αθηνών
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι απόφοιτος με την τάξη του 1986, ενώ κυριολεκτικά δεκάδες είναι οι πρώην μαθητές του Κολλεγίου Αθηνών οι οποίοι διακρίθηκαν στην πολιτική, διετέλεσαν υπουργοί ή ακόμη και πρωθυπουργοί. Συνεπώς, ένα κομμάτι της ελληνικής ιστορίας, της πολιτικής και όχι μόνο, η εθνική μοίρα θα έλεγε κανείς της χώρας, τροφοδοτείται και συνδέεται στενά με το Κολλέγιο Αθηνών. Με ένα από τα αρχαιότερα και, αντικειμενικά, το πλέον φημισμένο και εμβληματικό ιδιωτικό σχολείο στην Ελλάδα, εφόσον το 2025 συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από την ίδρυσή του.
Δεκάδες προσωπικότητες
Η ιστορία της Ελλάδας, από τον Μεσοπόλεμο έως τις ημέρες μας, όπως και η ιδιαίτερη ιστορία του Κολλεγίου Αθηνών, συντίθενται από εκατοντάδες μικρότερες προσωπικές ιστορίες. Τον βίο και την πολιτεία ανθρώπων οι οποίοι διέπρεψαν -ή, αν μη τι άλλο, διακρίθηκαν, επηρέασαν την ελληνική κοινωνία και άφησαν ένα κάποιο ιστορικό αποτύπωμα σε διάφορους τομείς της δημόσιας ζωής - από την πολιτική και το επιχειρείν έως την επιστήμη και την τέχνη.
Κολλεγιόπαιδες άλλωστε διετέλεσαν π.χ. ο Σπύρος Λάτσης, τραπεζίτης και επιχειρηματίας παγκόσμιας εμβέλειας, αλλά και ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, ένα από τα πιο δημιουργικά και ρηξικέλευθα καλλιτεχνικά πνεύματα που γνώρισε ποτέ η Ελλάδα.
Ο καθηγητής στο ΜΙΤ και οραματιστής του ψηφιακού σύμπαντος Μιχάλης Δερτούζος, ο Παύλος Αλιβιζάτος, καθηγητής Νανοτεχνολογίας στο Πανεπιστήμιο Μπέρκλεϊ της Καλιφόρνιας, ο ακαδημαϊκός Κώστας Συνολάκης ο οποίος διετέλεσε και Πρόεδρος του Κολλεγίου, όπως και ο αρχιτέκτων Αλέξανδρος Σαμράς, ο πασίγνωστος και πολυγραφότατος ιστορικός Θάνος Βερέμης, όπως και ο αριστερός διανοούμενος, πρώην υπουργός επί ΣΥΡΙΖΑ, καθηγητής Αριστείδης Μπαλτάς.
Οι εφοπλιστές Γιώργος Προκοπίου και Γιώργος Οικονόμου, αλλά και οι ηθοποιοί Κώστας Αρζόγλου και Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης. Ο επικεφαλής του Ομίλου Motor Oil και πολυπρωταθλητής ράλι Γιάννης Βαρδινογιάννης, μαζί με αρκετά ακόμη μέλη της οικογένειάς του. Ο δημοσιογράφος Αλέξης Παπαχελάς και ο Σάββας Θεοδωρίδης του Ολυμπιακού.
Ο άνθρωπος των ακραίων άθλων περιπέτειας Νίκος Τόδουλος και ο μαέστρος Νίκος Μιχαλάκης. Ο Γιώργος Καμίνης. Η Κατερίνα Γκαγκάκη, ο εκπρόσωπος Τύπου του Αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου, ο Χάρης Κονιδάρης, ο Χρήστος Χωμενίδης, μεταξύ πολλών, πολλών άλλων. Ούτως ή άλλως, το παιχνίδι του name dropping είναι εξ ορισμού χαμένο στη σκιά του Κολλεγίου Αθηνών, μια και είναι δεδομένο ότι οποιαδήποτε απόπειρα πλήρους απογραφής των VIP αποφοίτων, περιστασιακών μαθητών κ.λπ. πάντοτε θα αφήνει τους περισσότερους απέξω.
Εντούτοις, ακόμη και για το ίδιο το Κολλέγιο Αθηνών, το οποίο προβάλλει συστηματικά και με καμάρι τους λαμπρούς αποφοίτους του ως ένα ακαταμάχητο πλεονέκτημα έναντι του ανταγωνισμού με τα υπόλοιπα ιδιωτικά σχολεία της άτυπης «ελληνικής Ivy League», κάποιοι μαθητές θα προκαλούν πάντα αμηχανία.
Τα μαύρα πρόβατα και η απειλή του ΠΑΣΟΚ
Ο Μιλτιάδης Εβερτ, φερ’ ειπείν, υπήρξε μία από τις δύσκολες περιπτώσεις, άβολη για το αφήγημα περί αριστείας του Κολλεγίου. Προερχόταν μεν από μια ισχυρή και διάσημη οικογένεια, όμως ο ίδιος ο αείμνηστος ήταν παροιμιωδώς κακός μαθητής - κυρίως στα θεωρητικά/φιλολογικά μαθήματα.
Οταν όμως πολύ καιρό αργότερα από τα μαθητικά του χρόνια επέστρεψε εν δόξη στο Κολλέγιο για μια διάλεξη ως υπουργός πλέον και μέλλων αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας, είχε κάθε δικαίωμα να μοιραστεί με τους συγκεντρωμένους μαθητές του παλιού του σχολείου τη σκέψη ότι «το να είσαι καλός μαθητής δεν αποτελεί απαραιτήτως μονόδρομο για την επιτυχία στη ζωή.
Εγώ, ας πούμε, είχα πάντοτε 20 στα Μαθηματικά, αλλά καθόλου καλούς βαθμούς στα υπόλοιπα. Τα Αρχαία, τα Νέα Ελληνικά κ.λπ. ουδέποτε μου άρεσαν. Στις εξετάσεις για την Ευελπίδων, τη σχολή όπου ήθελα να περάσω, κόπηκα στην έκθεση. Παρ’ όλα αυτά, όπως βλέπετε, στο τέλος δεν τα κατάφερα και άσχημα».
Παρομοίως, ο Ανδρέας Παπανδρέου, το αίμα του οποίου έβραζε ήδη από την εφηβεία του, το 1936 κατόρθωσε να αποβληθεί από το Κολλέγιο Αθηνών.
Αιτία της αποβολής τα διάπυρα μαρξιστικά άρθρα που υπέγραφε στο «Ξεκίνημα», ένα αυτοσχέδιο έντυπο πολιτικής κριτικής το οποίο ο Ανδρέας εξέδιδε μαζί με κάποιους εξίσου θερμόαιμους και ανήσυχους συμμαθητές του. Και εν είδει οικογενειακής παράδοσης, ο Γιώργος Παπανδρέου αναγκάστηκε και αυτός να διακόψει τη μαθητεία του στο Κολλέγιο Αθηνών - απότομα και βίαια.
Εχοντας γίνει αυτόπτης μάρτυρας στη σύλληψη του Ανδρέα κατ’ εντολήν των πραξικοπηματιών της 21ης Απριλίου 1967, ο έως τότε ήσυχος και εσωστρεφής Γιώργος Α. Παπανδρέου, μόλις στα 15 του, άρχισε να ερωτοτροπεί με το κατεξοχήν απαγορευμένο υπό τις συνθήκες που διαμορφώνονταν με την επιβολή της δικτατορίας: την αντίσταση.
Όταν λοιπόν αυτός ο συνεσταλμένος κολλεγιόπαις, εγγονός του πρώην πρωθυπουργού Γεωργίου και γιος του «επικίνδυνου για το καθεστώς» Ανδρέα Παπανδρέου, αποπειράθηκε να γράψει με μπογιά στον εξωτερικό τοίχο του Αρσακείου, όχι πολύ μακριά από το Κολλέγιο, το αντιδικτατορικό σύνθημα «Η Δημοκρατία θα νικήσει», συνελήφθη και ο ίδιος.
Λέγεται ότι υπέστη ξυλοδαρμό από τους αστυνομικούς προτού παραδοθεί στο σπίτι του. Οπως και να ’χει, η μητέρα του Μαργαρίτα Παπανδρέου έσπευσε να τον φυγαδεύσει στις ΗΠΑ. Ωστόσο, η σχέση των Παπανδρέου με το Κολλέγιο Αθηνών περιλαμβάνει κι άλλα επεισόδια, σαφέστατα πέραν της φοίτησης κι άλλων μελών της δυναστείας, όπως ο συγγραφέας και νυν ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ Νίκος Παπανδρέου, τα παιδιά του ΓΑΠ κ.ά.
Από μία εντελώς διαφορετική άποψη, στην πρώτη φάση διακυβέρνησης της χώρας από το ΠΑΣΟΚ, κατά τη διετία 1983-1984, το κραταιό και καταξιωμένο Κολλέγιο Αθηνών έφτασε πολύ κοντά στη χρεοκοπία και την εξαφάνιση.
Το σχολείο διήλθε την πιο σοβαρή οικονομική κρίση στην ιστορία του, η οποία σε πρώτη ανάγνωση οφειλόταν στη συσσώρευση ελλειμμάτων και χρεών, κατά βάθος όμως η δυσπραγία ήταν αποτέλεσμα μιας ασφυκτικής περιοριστικής -ανοιχτά εχθρικής- πολιτικής εναντίον του Κολλεγίου από την κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου.
Ένα ιδιωτικό σχολείο με αυτό το προφίλ αποτελούσε καρφί στο μάτι των αγριεμένων σοσιαλιστών και της αντιαμερικανικής υστερίας που ενορχήστρωνε το ίδιο το ΠΑΣΟΚ εκείνη την περίοδο. Η διοίκηση του Κολλεγίου στερήθηκε το δικαίωμα να αυξήσει τα δίδακτρα σε αναλογία με την άνοδο του πληθωρισμού, οπότε τα μέσα που απέμειναν ώστε το σχολείο να μην πεθάνει από ασφυξία πόρων ήταν οι περικοπές και ο έρανος.
Εξ ου και διοργανώθηκε κατεπειγόντως μια προσπάθεια προσέλκυσης δωρεών, μια εκστρατεία υπό το δραματικό σύνθημα «Save Our School - SOS». Η ανταπόκριση ήταν άμεση και ουσιαστική, καθώς οι γονείς των μαθητών, μαζί με πρώην αποφοίτους, αλλά και πολλούς εύπορους Ελληνες εκτός της κοινότητας του σχολείου, δημιούργησαν το πολυπόθητο σωσίβιο για το Κολλέγιο Αθηνών.
Χαρακτηριστικό της αποφασιστικότητας που επέδειξαν ορισμένοι για να κρατήσουν το σχολείο στη ζωή πάση θυσία αποτελεί η χειρονομία του καπετάνιου Γιάννη Λάτση να καλύψει αποκλειστικά εξ ιδίων τα χρέη του Κολλεγίου Αθηνών προς την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος.
Προκαταλήψεις και μύθοι
Συναφώς προς τον πόλεμο του ΠΑΣΟΚ εναντίον του Κολλεγίου, θα μπορούσε να αναφερθεί η φήμη που κυκλοφόρησε ότι, πέραν του οικονομικού στριμώγματος, κάποιοι κυβερνητικοί παράγοντες είχαν αποδυθεί σε ένα σχέδιο απαξίωσης του σχολείου.
Σύμφωνα με το σχετικό σενάριο, το οποίο ουδέποτε τεκμηριώθηκε ή διαψεύστηκε, τα γραπτά των μαθητών του στις Πανελλήνιες μεταφέρονταν στοχευμένα σε λαϊκές περιοχές, π.χ. στο Κερατσίνι, με την άνωθεν οδηγία προς τους βαθμολογητές να εξαντλήσουν κάθε περιθώριο αυστηρότητας στην αξιολόγησή τους. Κατ’ αυτό τον τρόπο υποτίθεται ότι εξηγείται η ξαφνική πτώση στα ποσοστά επιτυχίας του σχολείου στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’80, ενώ προηγουμένως, αλλά και μετά τη διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, οι υποψήφιοι του Κολλεγίου Αθηνών εισάγονται στα ΑΕΙ με συντριπτικά ποσοστά, κατά κανόνα πάνω από 95%.
Πρόβατα, λευκά και μη
Το παγιωμένο στερεότυπο ότι το Κολλέγιο Αθηνών είναι ένα εκ φύσεως και απαρέγκλιτα συντηρητικό σχολείο, με τον αντίστοιχο πολιτικό προσανατολισμό, το οποίο δεν κάνει τίποτε άλλο από το να γαλουχεί τις επόμενες γενεές αστών πολιτών και πολιτικών, κλόνισε με τις ιδεολογικές του επιλογές ο Χρύσανθος Λαζαρίδης.
Ο μετέπειτα πολιτικός και βουλευτής Επικρατείας με τη Νέα Δημοκρατία στις εκλογές του 2012, στην αρχή της δεκαετίας του ’70, όταν η δικτατορία έμοιαζε παντοδύναμη, ικανή να ανιχνεύει και να καταπνίγει κάθε ίχνος αντίστασης με τη γέννησή του, αποτελούσε ηγετική μορφή μιας εξαιρετικά ολιγομελούς ομάδας αποφοίτων που αυτοπροσδιορίζονταν ως αριστεροί - και δη έτοιμοι για δυναμικές ενέργειες με στόχο την ανατροπή της χούντας των συνταγματαρχών.
Οπότε, ανεξαρτήτως των μετέπειτα επιλογών του, ο νεαρός Λαζαρίδης ακολούθησε τον μοναχικό δρόμο του επαναστατημένου ακροαριστερού, παίζοντας με τη φωτιά από κάθε άποψη, ως ο μοναδικός πρώην κολλεγιόπαις που ενεπλάκη στην καθοδήγηση της εξέγερσης του Πολυτεχνείου το 1973 ως μέλος του Συντονιστικού της ΕΦΕΕ.
Αλλά τα κατά καιρούς «μαύρα πρόβατα» του Κολλεγίου δεν ήταν μόνο όσοι μαθητές ξεστράτιζαν από το κυρίαρχο ρεύμα του πολιτικού συντηρητισμού - ασχέτως εάν το ίδιο το Κολλέγιο Αθηνών φροντίζει διαχρονικά, συστηματικά και επισήμως να αφίσταται από κάθε υπόνοια ιδεολογικής καθοδήγησης των μαθητών προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Το Κολλέγιο δηλώνει παντελώς και επιμόνως απολιτικό.
Εντούτοις, στο επίπεδο της εφηβικής υποκουλτούρας, πολλά από τα παιδιά του έχουν καταβάλει φιλότιμες προσπάθειες να καταρρίψουν τον μύθο ότι είναι «φλώροι», «ξενέρωτα πλουσιόπαιδα» έναντι άλλων ιδιωτικών ή και δημόσιων σχολείων.
Εξ ου και κάποιος είχε την έμπνευση, γύρω στο 1986-1987, να φέρει εντός του περιβόλου του Κολλεγίου στο Ψυχικό ένα κοπάδι πρόβατα για βοσκή - αν και ο κρυφός συμβολισμός αυτού του installation δεν αποκωδικοποιήθηκε ποτέ.
Ο αιώνας του Κολλεγίου
Τον Οκτώβριο του 1925, το Κολλέγιο Αθηνών ξεκινούσε με ελάχιστους μαθητές, μόλις 30 συνολικά, λίγο περισσότερους από όσους έχει σήμερα μια τάξη του Κολλεγίου κατά μέσο όρο. Σήμερα οι μαθητές υπερβαίνουν συνολικά τους 2.000, ενώ το εκπαιδευτικό προσωπικό ξεπερνά τους 250 παιδαγωγούς, διαφόρων ειδικοτήτων.
Οι δε σχολικές εγκαταστάσεις περιλαμβάνουν το ιστορικό συγκρότημα κτιρίων μαζί με τις νεότερες προσθήκες και τις επεκτάσεις στο Ψυχικό, τις πολύ πιο σύγχρονες στην Κάντζα, καθώς και το νηπιαγωγείο.
Ο νυν γιγαντιαίος οργανισμός, το 1925 ήταν το καινοφανές Κολλέγιον Αθηνών, φέροντας τον διευκρινιστικό υπότιτλο «Ελληνοαμερικανικόν Σχολείον». Μια νεοσύστατη και ρομαντική εκπαιδευτική πρωτοβουλία, σταθερά προσανατολισμένη στον φιλελευθερισμό και την αστική αντίληψη της ανθρωπιστικής παιδείας.
Ωστόσο, η σημασία της προσπάθειας δεν θα μπορούσε να υποτιμηθει ή να αγνοηθεί από την κοινωνία της εποχής, δεδομένου ότι οι γεννήτορες και αιμοδότες του εγχειρήματος ήταν προσωπικότητες τεράστιου εκτοπίσματος, οικονομικού και πνευματικού: ο Εμμανουήλ Μπενάκης, ένας από τους μεγαλύτερους εθνικούς ευεργέτες στην Ιστορία του Ελληνικού Εθνους και ο Στέφανος Δέλτας, σύζυγος της κόρης του Μπενάκη, της συγγραφέως Πηνελόπης Δέλτα.
Ο Δέλτας ήταν διακεκριμένος τραπεζίτης και διανοούμενος, επίσης με πλήθος κοινωφελών δράσεων στο ενεργητικό του. Στο πλευρό τους ο Μπενάκης και ο Δέλτας είχαν μια ομάδα Αμερικανών φιλελλήνων, οι οποίοι επιθυμούσαν διακαώς να δημιουργηθεί ένας θύλακος διάδοσης ολοκληρωμένης ελληνοαμερικανικής παιδείας, ένα πρότυπο σχολείο, δηλαδή ένα κανονικό εν Αθήναις κολλέγιο.
Με τα λόγια του Στέφανου Δέλτα, οι ιδρυτές του Κολλεγίου Αθηνών «ονειρεύουνταν σχολείο που να βγάζη στην κοινωνία μας άνδρες με πατριωτισμό αλλά και με ανθρωπισμό, τίμιους χαρακτήρες, παλληκάρια σωματικώς και πνευματικώς καταρτισμένα για τον αγώνα του βίου, όπως παρουσιάζεται σήμερα, με τις στοιχειώδεις γνώσεις που δίνει η μέση εκπαίδευση και προ πάντων με θέληση να μάθουν περισσότερα και με μέθοδο να μελετούν και να προσκτούν άλλες γνώσεις από τη ζωή και από την μελέτη».
Ταξικότητα και επίδειξη
Όποιος έχει παραστεί σε τελετή αποφοίτησης του Κολλεγίου Αθηνών, στο τέλος κάθε σχολικού έτους, δεν μπορεί παρά να νιώσει δέος. Η παρέλαση των μαθητών διαρκεί ώρες, μοιάζει ατελείωτη. Το ίδιο και οι διακρίσεις των αποφοίτων σε ποικίλα γνωστικά αντικείμενα, είτε του συμβατικού σχολικού προγράμματος είτε σε πεδία όπως η ρητορική, οι τέχνες, ο αθλητισμός κ.ά. Επί σχεδόν έναν αιώνα και με την εξαίρεση κάποιων περιόδων όπου συνέβαιναν έκτακτα γεγονότα, όπως στην πενταετία 1940-45 όταν το σχολείο είχε μετατραπεί σε στρατιωτικό νοσοκομείο, είχε καταληφθεί από τους Γερμανούς κ.λπ., η διοίκηση ανακοινώνει με περηφάνια τις επιτυχίες των αρίστων: την εισαγωγή τους σε περίοπτα πανεπιστήμια και ΑΕΙ στην Ελλάδα και το εξωτερικό, τη θέση που κατέκτησε κάθε υποψήφιος με την υψηλή βαθμολογία του στη σειρά εισαγωγής κ.ο.κ.
Σε αυτές τις εκδηλώσεις οι έφηβοι ακόμη απόφοιτοι προβάρουν ανυπόμονα τον καινούριο εαυτό τους με βαρύ μέικαπ, φορώντας επίσημα ενδύματα, σινιέ τουαλέτες, γόβες-στιλέτο, κοστούμια, γραβάτες κ.λπ. Παρίστανται χιλιάδες προσκεκλημένοι, πολλοί από τους οποίους φθάνουν στην παραδοσιακή έδρα στο Ψυχικό με πολυμελή προσωπική φρουρά ασφαλείας.
Διότι είτε υπήρξαν οι ίδιοι μαθητές του Κολλεγίου και πλέον κατέχουν περίοπτες θέσεις στην πολιτική, στο επιχειρείν κ.λπ., είτε προσέρχονται στη μεγαλοπρεπή και πανηγυρική δεξίωση για να παρακολουθήσουν ένα μοναδικό ορόσημο στη διαδρομή ζωής των παιδιών τους, στην αποφοίτηση από το Λύκειο.
Οπωσδήποτε συχνά υφίστανται και οι δύο ιδιότητες, μια και η κοινότητα του Κολλεγίου Αθηνών διαθέτει έναν ισχυρό μηχανισμό εσωτερικού πολλαπλασιασμού, φροντίζοντας -με την πριμοδότηση για την εγγραφή, εκπτώσεις στα δίδακτρα κ.λπ.- να κρατήσει διά βίου υπό την αιγίδα του τους παλιούς μαθητές, αλλά και τους απογόνους τους.
Η οριστική αποκοπή και η αποξένωση από το Κολλέγιο απλώς δεν νοούνται - τουλάχιστον όχι για την πλειονότητα των μαθητών. Όσοι πέρασαν από τις αίθουσές του ανήκουν σε μια μεγάλη μικροκοινωνία, με τους δικούς της κώδικες αναγνώρισης, συνεννόησης και συμπόρευσης, ακόμη και αλληλεγγύης μεταξύ των μελών της.
Μια αδελφότητα, υπό κάθε έννοια, με τα όποια θετικά και τα αντίστοιχα αρνητικά στοιχεία της. Και αυτό το χαρακτηριστικό, το «ανήκειν» στο clan του Κολλεγίου Αθηνών, είναι που το καθιστά ουσιαστικά ξεχωριστό, όπως και ότι, αντικειμενικά, ανοίγει για τους μαθητές του μια πόρτα σε έναν αρκετά διαφορετικό κόσμο.
Εξάλλου το Κολλέγιο είναι και ήταν ανέκαθεν η φήμη του. Ιδιωτικό και οικονομικά δυσπρόσιτο για την πλειονότητα των Ελλήνων, παραμένει ένα σχολείο της ελίτ και σχεδόν αποκλειστικά για μια ελίτ που μπορεί, όχι μόνο να αντεπεξέλθει στο κόστος των διδάκτρων (12.000-13.000 ευρώ κατά Μ.Ο. ανά παιδί κατ’ έτος), αλλά να κατορθώσει να περάσει όλα τα «φίλτρα», εφόσον στο Κολλέγιο δεν γίνονται δεκτοί όλοι όσοι αιτούνται εγγραφής. Βεβαίως, υπάρχει ένα σύστημα υποτροφιών -και δη το παλαιότερο στην Ελλάδα- το οποίο ανοίγει κάθε χρόνο τις πόρτες του σχολείου σε πολλούς μη προνομιούχους μαθητές με βάση μαθησιακά και κοινωνικά κριτήρια.
Παρ’ όλα αυτά, το Κολλέγιο Αθηνών, ως οργανισμός εκπαίδευσης, παιδείας, παραγωγής κοινωνικών συμβολισμών, ακόμη και συντήρησης ή διαιώνισης ταξικών στερεοτύπων κ.λπ., όπως συχνά κατηγορείται, είναι κάτι πολύ περισσότερο, κάτι πολύ πιο σύνθετο και πολυδιάστατο. Το προφανές και διαδεδομένο ιδεολόγημα το θεωρεί ένα «σχολείο-βιτρίνα» για την αριστοκρατία, όπως και αν αυτή ορίζεται με σημερινούς όρους.
Σαν ένα κλειστό σνομπ κλαμπ, ένα κοσμηματοπωλείο μαθητών οι οποίοι δεν κάνουν κάτι άλλο εκτός από το να επωάζουν την υπεροψία τους, φοιτώντας επί τουλάχιστον 12 χρόνια και ξοδεύοντας ακέραιη την παιδική και εφηβική τους ηλικία μέσα σε έναν μηχανισμό αναπαραγωγής της εγχώριας άρχουσας τάξης.
Όμως, αυτή η προσέγγιση στο τι πραγματικά είναι και τι αντιπροσωπεύει το Κολλέγιο Αθηνών είναι υπεραπλουστευτική, απλοϊκή. Διότι διαθέτει μεν κάποια προεξάρχοντα χαρακτηριστικά -όπως τη σταθερή και πάγια εστίαση στο κυνήγι της αριστείας, καθώς και έναν λελογισμένο ελιτισμό- τα οποία διαμορφώνουν το στίγμα και την ταυτότητά του, ταυτόχρονα όμως μοιραία πορεύεται με τις δικές του αντιφάσεις, τις δικές του εσωτερικές αντινομίες, ακριβώς όπως συμβαίνει σε κάθε ζώσα κοινότητα ανθρώπων.
Ενας απόφοιτος του 2002, ο σκηνοθέτης Γρηγόρης Ρέντης, ίσως έχει πλησιάσει στην πιο περιεκτική και εύστοχη περιγραφή του πώς είναι να ανήκει κάποιος στον μικρό και την ίδια στιγμή απέραντο κόσμο -σχεδόν διαβολικά μικρό και απέραντο- του Κολλεγίου Αθηνών: «Το Κολλέγιο είναι ένας χώρος που εκτιμάς με τα χρόνια γιατί τελικά, με έναν ύπουλο και περίεργο τρόπο, καταφέρνει, πέρα από εκπαίδευση, να σου εμφυτεύσει παιδεία».