Στο αρχείο παραμένει οριστικά η υπόθεση των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων και της χρήσης του λογισμικού Predator, μετά την επίσημη και τελεσίδικη απόφαση της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου.
Το ανώτατο δικαστήριο της χώρας έβαλε τέλος στα σενάρια περαιτέρω διερεύνησης της υπόθεσης, ακυρώνοντας ουσιαστικά την πρόσφατη απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία φαινόταν να ανοίγει τον δρόμο για έναν νέο, εκτενή κύκλο δικαστικών ερευνών.
Η εξέλιξη αυτή κλείνει ένα από τα πιο πολυσυζητημένα νομικά ζητήματα των τελευταίων ετών, ξεκαθαρίζοντας το τοπίο σε ανώτατο δικαστικό επίπεδο και επιβεβαιώνοντας πλήρως τις αρχικές εισαγγελικές αποφάσεις.
Η απόφαση του πρωτοδικείου και η απάντηση του ανώτατου δικαστηρίου
Σύμφωνα με το News24/7 και το άρθρο της Ξυνού Αντωνίας , η διαδικασία ενεργοποιήθηκε εκ νέου όταν η απόφαση του μονομελούς πλημμελειοδικείου Αθηνών διαβιβάστηκε στην εισαγγελία του Αρείου Πάγου. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου, κ. Ασκιανάκης, είχε ζητήσει από την ανώτατη δικαστική βαθμίδα να αποφανθεί εάν και με ποιον ακριβώς τρόπο θα μπορούσε να διεξαχθεί μια νέα, εις βάθος έρευνα για την υπόθεση.
Ωστόσο, η απάντηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ήταν άμεση και κατηγορηματική. Με την επίσημη πράξη του, η οποία φέρει ημερομηνία 27 Απριλίου 2026, ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός έκρινε πως δεν συντρέχουν οι νομικές προϋποθέσεις προκειμένου να ελεγχθεί οποιοδήποτε επιπλέον ζήτημα. Η υπόθεση υποβλήθηκε από τον εισαγγελέα πρωτοδικών Αθηνών για τυχόν δικές του ενέργειες, όμως η τελική κρίση ήταν η μη ανάσυρση του φακέλου από το αρχείο της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, αποκλείοντας έτσι κάθε ενδεχόμενο επανεξέτασης.
Το νομικό σκεπτικό και η επικύρωση του πορίσματος Ζήση
Το νομικό σκεπτικό της απόφασης βασίζεται αυστηρά στις διατάξεις του κώδικα ποινικής δικονομίας (ΚΠΔ) και συγκεκριμένα στο άρθρο 43 παράγραφος 6, το οποίο ορίζει τις αυστηρές προϋποθέσεις υπό τις οποίες μια αρχειοθετημένη δικογραφία μπορεί να ανοίξει ξανά.
Σύμφωνα με νομικές πηγές, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έκρινε πως τα στοιχεία τα οποία επικαλέστηκε το μονομελές πλημμελειοδικείο Αθηνών δεν υφίστανται νομικά ως νέα στοιχεία. Κατά συνέπεια, εφόσον δεν εισφέρεται τίποτα καινούργιο και ουσιώδες που να είναι ικανό να δικαιολογήσει την ανάσυρση της δικογραφίας από το αρχείο, η νομική διαδικασία τερματίζεται εδώ.
Αυτή η εισαγγελική κρίση έχει μια ξεκάθαρη νομική προέκταση, καθώς αποσαφηνίζει ότι τα συμπεράσματα του πορίσματος που είχε συντάξει προηγουμένως ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Αχιλλέας Ζήσης, δεν ανατρέπονται σε καμία περίπτωση. Το πόρισμα αυτό παραμένει ισχυρό και δεσμευτικό, αποτελώντας την επίσημη θέση της ελληνικής δικαιοσύνης για την υπόθεση των υποκλοπών και βάζοντας έναν οριστικό νομικό επίλογο στην έρευνα.