Σε μια σαφή αλλαγή στάσης, η οποία σηματοδοτεί τον διαχωρισμό της ανθρωπιστικής πτυχής της τραγωδίας των Τεμπών από την πολιτική της εκμετάλλευση, προχώρησε η κυβέρνηση δια του εκπροσώπου της, Παύλου Μαρινάκη. Με αφορμή δημόσιες τοποθετήσεις της προέδρου του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων Τεμπών, Μαρίας Καρυστιανού, οι οποίες άγγιξαν τον πυρήνα της εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής της χώρας, το Μέγαρο Μαξίμου επέλεξε να απαντήσει σε υψηλούς τόνους, θέτοντας τα όρια της κριτικής.
Ο κ. Μαρινάκης, μιλώντας σε ραδιοφωνική συνέντευξη, κλήθηκε να σχολιάσει το ενδεχόμενο εμπλοκής της κας Καρυστιανού στην ενεργό πολιτική, αλλά και συγκεκριμένες απόψεις που εξέφρασε πρόσφατα σχετικά με τις αμυντικές δαπάνες και τη διαχείριση των εθνικών πόρων. Η απάντησή του ήταν αιχμηρή, προοιωνίζοντας σκληρή αντιπαράθεση εφόσον επιβεβαιωθούν τα σενάρια καθόδου της στις εκλογές.
Η «κόκκινη γραμμή» των Εθνικών Θεμάτων
Το σημείο τριβής που προκάλεσε την έντονη αντίδραση της κυβέρνησης ήταν οι αναφορές της Μαρίας Καρυστιανού, η οποία σε πρόσφατη συνέντευξή της φέρεται να συνέδεσε την ασφάλεια των σιδηροδρόμων με τις αμυντικές δαπάνες της χώρας, διερωτώμενη για τη σκοπιμότητα αγοράς εξοπλισμών (όπως τα F-35) όταν υπάρχουν ελλείψεις σε βασικές υποδομές.
Ο Παύλος Μαρινάκης, απαντώντας επί του θέματος, προχώρησε σε έναν σαφή διαχωρισμό:
Σεβασμός στον Πόνο: Επανέλαβε ότι η κυβέρνηση και ο ίδιος προσωπικά σέβονται απόλυτα τον πόνο της μάνας που έχασε το παιδί της και τον αγώνα της για δικαίωση στο ζήτημα του δυστυχήματος.
Πολιτική Κριτική: Τόνισε, ωστόσο, ότι από τη στιγμή που εκφέρονται απόψεις επί παντός επιστητού και μάλιστα για κρίσιμα εθνικά ζητήματα, αυτές υπόκεινται σε πολιτική κριτική.
«Αν αποφασίσει να πολιτευτεί ή να εκφράζει πολιτικό λόγο, θα κρίνεται ως πολιτικός», ήταν το μήνυμα, με τον κ. Μαρινάκη να προσθέτει χαρακτηριστικά: «Με αυτές τις απόψεις για τα εθνικά θέματα, δεν τη βλέπω να μακροημερεύει πολιτικά».
«Επικίνδυνη Λογική»
Ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος χαρακτήρισε τη λογική «αντί για όπλα, δώστε λεφτά αλλού» ως απλοϊκή και επικίνδυνη για τα εθνικά συμφέροντα. Υπογράμμισε ότι η θωράκιση της χώρας δεν είναι ζήτημα επιλογής αλλά εθνικής επιβίωσης σε ένα ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον.
Σύμφωνα με τον κ. Μαρινάκη, η προσπάθεια συμψηφισμού των αμυντικών δαπανών με τις ελλείψεις στο κράτος πρόνοιας ή στις υποδομές αποτελεί λαϊκισμό που δεν αρμόζει στη σοβαρότητα των περιστάσεων. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Ελλάδα πρέπει να είναι ισχυρή αμυντικά για να μπορεί να είναι ασφαλής και ευημερούσα, και πως οι τραγωδίες δεν πρέπει να γίνονται εργαλείο αποδόμησης της εξωτερικής πολιτικής.
Η φημολογία για την πολιτική καριέρα
Η δήλωση Μαρινάκη έρχεται σε μια στιγμή που οργιάζουν οι φήμες για το πολιτικό μέλλον της Μαρίας Καρυστιανού. Δημοσιεύματα και πληροφορίες τη φέρουν να δέχεται στενό μαρκάρισμα από κόμματα της αντιπολίτευσης (κυρίως από τον χώρο της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς) για να ηγηθεί ψηφοδελτίου ή ακόμα και να συμμετάσχει στη δημιουργία νέου φορέα.
Η παρέμβαση του Μαξίμου έχει διττό στόχο:
Να αποδομήσει προκαταβολικά το πολιτικό προφίλ της κας Καρυστιανού, εμφανίζοντάς την ως άπειρη και επικίνδυνη για τη διακυβέρνηση της χώρας στα «βαριά» χαρτοφυλάκια.
Να στείλει μήνυμα στους ψηφοφόρους ότι η επιλογή προσώπων με μοναδικό κριτήριο τη συναισθηματική φόρτιση μπορεί να οδηγήσει σε επιζήμιες επιλογές για το εθνικό συμφέρον.
Οι αντιδράσεις
Η τοποθέτηση Μαρινάκη αναμένεται να προκαλέσει νέο κύκλο αντιπαράθεσης. Ήδη, υποστηρικτές του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων κατηγορούν την κυβέρνηση για αλαζονεία και προσπάθεια φίμωσης μιας φωνής που έχει αποκτήσει τεράστια κοινωνική αποδοχή. Από την άλλη, στελέχη της Νέας Δημοκρατίας συσπειρώνονται γύρω από την άποψη ότι η εργαλειοποίηση του πόνου για πολιτικούς σκοπούς πρέπει να έχει όρια και ότι η εξωτερική πολιτική της χώρας δεν μπορεί να καθορίζεται από το θυμικό.
Το σίγουρο είναι ότι η περίοδος της «σιωπηλής ανοχής» φαίνεται να τελειώνει. Η κυβέρνηση, βλέποντας την κα Καρυστιανού να λειτουργεί ως de facto πολιτικός παίκτης που διαμορφώνει την ατζέντα, αποφασίζει να την αντιμετωπίσει ως τέτοιον, ανοίγοντας τα χαρτιά της και στο πεδίο της ιδεολογικής αντιπαράθεσης. Η αναφορά στη «μη μακροημέρευση» είναι η πρώτη βολή σε έναν πόλεμο φθοράς που μόλις ξεκίνησε.