Οικονομία

Αδειάζουν τα ελληνικά χωράφια – Ο αγρότης δεν βγαίνει και το ράφι γεμίζει εισαγόμενα

Google Logo Προσθέστε το pentapostagma.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google.

Η ελληνική αγροτική παραγωγή βρίσκεται αντιμέτωπη με μια από τις μεγαλύτερες πιέσεις των τελευταίων ετών, καθώς ολοένα περισσότερες καλλιέργειες παύουν να είναι οικονομικά βιώσιμες και σημαντικές εκτάσεις μένουν εκτός παραγωγής.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα έρχεται από το ρύζι. Στη Θεσσαλονίκη και την Κεντρική Μακεδονία, όπου συγκεντρώνεται το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής παραγωγής, οι καλλιεργούμενες εκτάσεις μειώνονται δραστικά.

Από 308.000 στρέμματα σε 220.000–240.000

Πέρυσι καλλιεργήθηκαν περίπου 308.000 στρέμματα ρυζιού.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Για τη φετινή περίοδο, οι εκτιμήσεις κατεβάζουν την έκταση στα 220.000 έως 240.000 στρέμματα.

Πρόκειται για απώλεια από 68.000 έως 88.000 στρέμματα μέσα σε έναν χρόνο, δηλαδή πτώση περίπου 22% έως 29%.

Το ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι σημαντικό μέρος αυτής της γης δεν αλλάζει καλλιέργεια. Απλώς μένει εκτός παραγωγής.

Οι παραγωγοί δεν «βγαίνουν»

Το πρόβλημα είναι απλό και σκληρό: το κόστος ανεβαίνει ενώ η τιμή που παίρνει ο παραγωγός πιέζεται.

Σύμφωνα με εκπροσώπους του κλάδου, σε αρκετές περιπτώσεις οι φετινές απώλειες φτάνουν περίπου το 30%.

Το πετρέλαιο, το ηλεκτρικό ρεύμα και κυρίως τα λιπάσματα έχουν επιβαρύνει δραματικά την καλλιέργεια.

Τα λιπάσματα, τα οποία κινούνταν παλαιότερα σε επίπεδα περίπου 400–600 ευρώ ανά τόνο, έχουν φτάσει σε αρκετές περιπτώσεις ακόμη και στα 800–1.000 ευρώ.

Οι ενισχύσεις και οι επιστροφές φόρου μπορούν να περιορίσουν μέρος της ζημιάς, όμως δεν αλλάζουν τη βασική εξίσωση όταν η καλλιέργεια παραμένει ζημιογόνα.

Την ίδια ώρα μπαίνουν 1,7 εκατ. τόνοι εισαγόμενου ρυζιού

Η πίεση δεν έρχεται μόνο από το κόστος.

Οι ευρωπαϊκές εισαγωγές ρυζιού έχουν φτάσει περίπου τους 1,7 εκατομμύρια τόνους, με μεγάλο μέρος να εισέρχεται στην αγορά υπό πολύ διαφορετικό καθεστώς κόστους και παραγωγικών κανόνων.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Καμπότζη και Μιανμάρ αντιπροσωπεύουν περίπου 550.000 τόνους αυτών των εισαγωγών.

Οι Έλληνες και Ευρωπαίοι παραγωγοί υποστηρίζουν ότι καλούνται να ανταγωνιστούν προϊόντα που παράγονται με πολύ χαμηλότερο κόστος και συχνά υπό χαλαρότερους όρους, ενώ οι ίδιοι υπόκεινται σε αυστηρό ευρωπαϊκό πλαίσιο παραγωγής.

Και από πάνω οι «ελληνοποιήσεις»

Στην εξίσωση προστίθεται και το πρόβλημα της προέλευσης των προϊόντων.

Εκπρόσωποι αγροτών και κτηνοτρόφων καταγγέλλουν ότι οι έλεγχοι δεν είναι πάντα επαρκείς και ζητούν αυστηρότερη ιχνηλασιμότητα, ώστε ο καταναλωτής να γνωρίζει με ακρίβεια από πού προέρχεται αυτό που αγοράζει.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο όταν ένα εισαγόμενο προϊόν παρουσιάζεται ως ελληνικό, καθώς συμπιέζει ακόμη περισσότερο την τιμή του εγχώριου παραγωγού.

Η ΑΑΔΕ και οι αγροτικοί φορείς εξετάζουν ήδη νέες παρεμβάσεις για καλύτερη ιχνηλασιμότητα και σαφέστερη κατηγοριοποίηση των προϊόντων.

Δεν είναι μόνο το ρύζι

Ανάλογες εικόνες καταγράφονται και σε άλλες περιοχές.

Στη Χαλκιδική, παραγωγοί επιτραπέζιας ελιάς εξετάζουν το ενδεχόμενο να μην προχωρήσουν καν σε συγκομιδή ή να στείλουν τον καρπό για ελαιοποίηση.

Στην Κορινθία, κτήματα με επιτραπέζια σταφύλια έχουν μείνει χωρίς συγκομιδή επειδή οι συγκεκριμένες ποικιλίες δεν έχουν επαρκή ζήτηση και δεν αποφέρουν εισόδημα.

Το μοτίβο είναι ίδιο: κόστος πάνω, τιμή παραγωγού κάτω, εισαγωγές περισσότερες και παραγωγή λιγότερη.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι τι μένει πίσω

Η εγκατάλειψη μιας καλλιέργειας δεν επηρεάζει μόνο τον αγρότη.

Χτυπά συνεταιρισμούς, μεταφορές, εμπόριο εφοδίων, συνεργεία, τοπικές επιχειρήσεις και τελικά ολόκληρη την οικονομία της περιφέρειας.

Και όσο λιγότερη γη καλλιεργείται στην Ελλάδα, τόσο περισσότερο αυξάνεται η εξάρτηση από εισαγωγές για προϊόντα που κάποτε παράγονταν στο εσωτερικό.

Η εικόνα που διαμορφώνεται δεν αφορά πλέον μόνο το αγροτικό εισόδημα. Αφορά το κατά πόσο η ελληνική ύπαιθρος θα συνεχίσει να παράγει ή θα περάσει σταδιακά σε μόνιμη εγκατάλειψη.

Ακολουθήστε το Πενταπόσταγμα στο Google news Google News

ΔΗΜΟΦΙΛΗ