Η υπόθεση ήρθε στο φως έπειτα από στοχευμένους ελέγχους και αξιοποίηση σύγχρονων ψηφιακών εργαλείων ανάλυσης δεδομένων, τα οποία αποκάλυψαν σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των πραγματικών συναλλαγών και των στοιχείων που είχαν δηλωθεί στις φορολογικές αρχές για το 2024.
Σύμφωνα με την ΑΑΔΕ, οι ελεγκτές εντόπισαν μέσω ανάλυσης ακίνητα που προβάλλονταν στην ιστοσελίδα του μεσιτικού γραφείου ως ολοκληρωμένες πωλήσεις. Κατά τον επιτόπιο έλεγχο στα γραφεία της επιχείρησης και την εξέταση των σχετικών εντολών διαπιστώθηκε ότι σημαντικό μέρος των προμηθειών δεν είχε δηλωθεί.
Η μεσιτική εταιρεία είχε αρχικά εμφανίσει ακαθάριστα έσοδα 1 εκατ. ευρώ και ζημιές ύψους 257.000 ευρώ. Ωστόσο, μετά τον έλεγχο και την υποβολή τροποποιητικής δήλωσης, τα δηλωθέντα έσοδα σχεδόν διπλασιάστηκαν, φτάνοντας τα 1,9 εκατ. ευρώ, ενώ η επιχείρηση εμφάνισε τελικά κέρδη 229.000 ευρώ.
Η έρευνα των ελεγκτών επεκτάθηκε και στην κατασκευαστική εταιρεία που εμφανιζόταν ως πωλήτρια σε αρκετές από τις συγκεκριμένες συναλλαγές. Εκεί διαπιστώθηκε ότι η εταιρεία είχε δηλώσει ακαθάριστα έσοδα μόλις 3 ευρώ και ζημιές 47.000 ευρώ, γεγονός που προκάλεσε έντονο προβληματισμό στις φορολογικές αρχές.
Μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου, η κατασκευαστική εταιρεία προχώρησε επίσης σε τροποποιητική δήλωση, ανεβάζοντας τα δηλωθέντα έσοδά της στα 2,2 εκατ. ευρώ και τα κέρδη της στα 615.000 ευρώ.