Σε επενδυτικό «γεφύρι της Άρτας» έχει εξελιχθεί για τη ΦΑΓΕ, συμφερόντων της οικογένειας Φιλίππου, η κατασκευή νέου εργοστασίου στη Βόρεια Ευρώπη, ένα σχέδιο που ξεκίνησε αρχικά με προορισμό το Λουξεμβούργο και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Ολλανδία, χωρίς μέχρι σήμερα να έχει ολοκληρωθεί.
Στο πρόσφατο Dairy Conference, ο Αλέξης Αλεξόπουλος, πρώην Chief Commercial Officer της ΦΑΓΕ, μιλώντας σε συζήτηση που συντόνισε ο Γιώργος Κανταρτζής, Dairy & Fresh Category Buying Executive με πολυετή θητεία σε Μασούτη, Δέλτα και ΑΒ Βασιλόπουλο, περιέγραψε τις δυσκολίες που αντιμετώπισε η εταιρεία στην προσπάθειά της να δημιουργήσει παραγωγική βάση στη Βόρεια Ευρώπη.
Οι επιπλοκές που παρουσίασε το project στο Λουξεμβούργο
Η σύγκριση με την αμερικανική εμπειρία είναι ενδεικτική. Όπως ανέφερε, το 2008 η ΦΑΓΕ κατάφερε να κατασκευάσει εργοστάσιο στις ΗΠΑ μέσα σε δύο χρόνια, από την αγορά της γης έως την έναρξη λειτουργίας. Στην Ευρώπη, όμως, η διαδικασία αποδείχθηκε πολύ πιο σύνθετη. Η πρώτη επιλογή ήταν το Λουξεμβούργο, λόγω της στρατηγικής γεωγραφικής θέσης του και της πρόσβασης σε μεγάλες ποσότητες γάλακτος από τις γειτονικές χώρες.
Παρ’ ότι είχε χωροθετηθεί το οικόπεδο, το project άρχισε να σκοντάφτει σε διαδοχικές αλλαγές προδιαγραφών και σε ολοένα αυστηρότερες περιβαλλοντικές απαιτήσεις. Σύμφωνα με τον κ. Αλεξόπουλο, οι απαιτήσεις για τα απόβλητα είχαν φτάσει σε τέτοιο επίπεδο, ώστε μετά την επεξεργασία τους θα μπορούσαν, όπως χαρακτηριστικά είπε, να βελτιώνουν την ποιότητα των υδάτων του ποταμού που περνά μέσα από το Λουξεμβούργο. Πέρα από τα τεχνικά ζητήματα, ρόλο έπαιξαν και οι τοπικές και πολιτικές ισορροπίες μεταξύ δήμων και κεντρικής κυβέρνησης.
Ο επόμενος σταθμός στην Ολλανδία και ο εκτιμώμενος χρόνος αποπεράτωσης του έργου
Μετά τα εμπόδια στο Λουξεμβούργο, η ΦΑΓΕ μετέφερε το επενδυτικό σχέδιο στην Ολλανδία. Ωστόσο και εκεί η διαδικασία δεν αποδείχθηκε ευκολότερη. Τέθηκαν νέες προδιαγραφές από τις κρατικές και τοπικές αρχές της χώρας, αυστηρότεροι περιβαλλοντικοί όροι και πρόσθετες απαιτήσεις αύξησαν το κόστος και μετέθεσαν το χρονοδιάγραμμα. Μεταξύ των ζητημάτων που τέθηκαν, σύμφωνα με τον κύριο Αλεξόπουλο, ήταν η υποχρέωση για πλήρη ηλεκτροκίνηση του εργοστασίου, χωρίς χρήση ορυκτών καυσίμων, καθώς και θέματα που αφορούν στη διαχείριση του νερού και το ευρύτερο περιβαλλοντικό πλαίσιο, σε μία χώρα που έχει βρεθεί αντιμέτωπη με την κρίση του αζώτου και του αμμωνίου.
Ως αποτέλεσμα, το εργοστάσιο παραμένει ακόμη σε εκκρεμότητα. Με βάση όσα ανέφερε ο πρώην Chief Commercial Officer της ΦΑΓΕ, ο σημερινός ορίζοντας ολοκλήρωσης τοποθετείται στο 2028 ή στο 2029, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα προκύψουν νέα εμπόδια στη διαδικασία.
Η σημασία του έργου δεν περιορίζεται μόνο στην παραγωγική επέκταση της ΦΑΓΕ. Συνδέεται άμεσα με τη διεθνή δυναμική του ελληνικού γιαουρτιού, το οποίο ο κ. Αλεξόπουλος χαρακτήρισε ως ένα από τα πιο ισχυρά τρόφιμα που διαθέτει η Ελλάδα. Όπως ανέφερε, το γιαούρτι συνδέεται με την υγιεινή διατροφή, την πρωτεΐνη και τα σύγχρονα διατροφικά πρότυπα, ενώ ένα κύπελλο χαμηλών λιπαρών γιαουρτιού, χωρητικότητας 200 γραμμαρίων, μπορεί να προσφέρει περίπου 20 γραμμάρια πρωτεΐνης.
Η μεγάλη ευκαιρία για το αυθεντικό ελληνικό γιαούρτι
Σύμφωνα με τον ίδιο, το ελληνικό γιαούρτι έχει ήδη προσδώσει αξία και σε άλλες κατηγορίες τροφίμων που συνδέονται με την Ελλάδα. Το κρίσιμο ζητούμενο, όπως υπογράμμισε, είναι το branding, όχι μόνο σε επίπεδο κατηγορίας, αλλά και σε επίπεδο επώνυμου προϊόντος. Μόνο έτσι, εκτίμησε, μπορούν οι ελληνικές εταιρείες να διαπραγματεύονται ισότιμα με μεγάλους διεθνείς λιανέμπορους και να δημιουργούν συμφωνίες με πραγματική αμοιβαία αξία. Στοιχεία της αγοράς δείχνουν ότι το μέγεθος της παγκόσμιας αγοράς γιαουρτιού αυτήν τη στιγμή είναι 120 δισεκατομμύρια ευρώ, από τα οποία το αυθεντικό ελληνικό γιαούρτι έχει αξία 15 δισεκατομμύρια ευρώ και η πρόβλεψη έως το 2031 είναι ότι θα φτάσει τα 25 δισεκατομμύρια ευρώ, γεγονός που ανοίγει ευρύ πεδίο δραστηριότητας για τις ελληνικές επιχειρήσεις. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Μεγάλης Βρετανίας, όπου, σύμφωνα με δεδομένα της Circana για το 2025, η συνολική αγορά γιαουρτιού είχε πωλήσεις 2,3 δισεκατομμυρίων ευρώ, ενώ οι πωλήσεις ελληνικού γιαουρτιού ήταν 740 εκατομμύρια ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του αυθεντικού ελληνικού γιαουρτιού με πωλήσεις 320 εκατομμύρια ευρώ και του ελληνικού τύπου (Greek style) με 420 εκατομμύρια ευρώ. Ωστόσο, η ανάπτυξη του αυθεντικού ελληνικού ήταν 52% το 2025 σε σχέση με το 2024, ενώ του Greek style μόλις 7%, γεγονός που καταδεικνύει ότι το αυθεντικό ελληνικό γιαούρτι αναπτύσσεται με πολύ ταχύτερους ρυθμούς και από το Greek style και από το σύνολο της αγοράς γιαουρτιού στη Μ. Βρετανία, όπου το ποσοστό ήταν πέρυσι 11% αύξηση πωλήσεων σε σύγκριση με τη χρονιά που προηγήθηκε.