Το οικονομικό επιτελείο αρχίζει να σχεδιάζει τα μέτρα που θα περιλαμβάνει το πακέτο της ΔΕΘ με τις παρεμβάσεις του επόμενου έτους, δίνοντας προτεραιότητα στην ενίσχυση των μισθωτών που καλούνται να αναμετρηθούν με την ακρίβεια και την ενεργειακή κρίση που τροφοδοτεί η κρίση στη Μέση Ανατολή.
Η περικοπή των δώρων στο Δημόσιο νομοθετήθηκε με το Ν.4093/2012 στο πλαίσιο του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής. Δεκατέσσερα χρόνια μετά είναι ανοικτό το ενδεχόμενο μιας «μερικής» επαναφοράς τους με τη μορφή ενός επιπλέον (13ου) μισθού, που μπορεί να είναι οριζόντιος για όλους (στο ύψος των 1.000 ευρώ) όπως ίσχυε στο διάστημα 2010-2012.
Με δεδομένο ότι στο Δημόσιο απασχολούνται σήμερα περίπου 700.000 εργαζόμενοι, το εγχείρημα ίσως είναι εφαρμόσιμο υπό την προϋπόθεση ότι θα αποτελέσει την κεντρική επιλογή της κυβέρνησης, παραμερίζοντας άλλα εναλλακτικά μέτρα που εξετάζονταν.
Το διαθέσιμο δημοσιονομικό περιθώριο ύψους 1,3 δις. ευρώ από την πορεία των καθαρών δαπανών που ανακοίνωσε πρόσφατα ο υφυπουργός Οικονομικών Θάνος Πετραλιάς, ενισχύει τη δυνατότητα μιας γενναίας παρέμβασης όπως αυτή της επαναφοράς του Δώρου Χριστουγέννων στο σύνολο των υπαλλήλων του δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα, συμπεριλαμβανομένων των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ.
Το κόστος της υπολογίζεται περίπου στο 1,05 δισ. ευρώ, ενώ η πραγματική επιβάρυνση για τα δημόσια ταμεία περιορίζεται περαιτέρω από το γεγονός ότι το κράτος ανακτά άμεσα ένα μεγάλο τμήμα της δαπάνης από τη φορολογία εισοδήματος, το ΦΠΑ και τις ασφαλιστικές εισφορές.
Αναφορικά με τον 13ο μισθό στους δημοσίους υπαλλήλους, ο πρωθυπουργός είχε ξεκαθαρίσει πέρυσι -στο περιθώριο της ΔΕΘ- ότι το κόστος του μέτρου εκτιμάται στα 1,3 -1,4 δισ. ευρώ και θα απορροφούσε σχεδόν εξ ολοκλήρου το πλεόνασμα του 2026, στερώντας τη δυνατότητα ευρύτερων φορολογικών ελαφρύνσεων σε μεγαλύτερες ομάδες πολιτών.
Αρνητικό επιστραφεί ο 13ος και ο 14ος μισθός και τα δώρα στις συντάξεις, αυτό είναι μια επιβάρυνση στην οικονομία της τάξεως των 8 δισεκατομμυρίων, ήτοι περίπου το 3,5 με 4% του ΑΕΠ τον χρόνο: Kανένας προϋπολογισμός δεν μπορεί να αντέξει κάτι τέτοιο.
«Φρένο» από το ΣτΕ
Υπενθυμίζεται πως η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας απέρριψε τον Φεβρουάριο την προσφυγή της ΑΔΕΔΥ σχετικά με την επαναφορά των δώρων (13ου και 14ου μισθού) για τους δημοσίους υπαλλήλους. Κατά τη διάσκεψη κεκλεισμένων των θυρών, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η μη καταβολή τους δε συνιστά δυσμενή διάκριση ούτε παραβιάζει το Σύνταγμα. Η υπόθεση ξεκίνησε από αγωγή εκπαιδευτικού κατά του Δημοσίου, για τα επιδόματα εορτών και αδείας.
Οι σύμβουλοι Επικρατείας εξέτασαν το ύψος της δημοσιονομικής επιβάρυνσης για την περίπτωση κατά την οποία επανέρχονταν τα τρία επιδόματα στους εργαζόμενους του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.
Οι ανώτατοι δικαστές εξέτασαν και ανέλυσαν τους ισχυρισμούς και τα οικονομικά στοιχεία που προσκόμισε το Δημόσιο, τα οποία αναφέρουν ότι η επαναφορά των τριών δώρων θα έχει μόνιμη ετήσια δημοσιονομική επιβάρυνση 1,37 δισ. ευρώ, χωρίς να ληφθούν υπ’ όψιν οι εργοδοτικές εισφορές. Και αν συμπεριληφθούν κι αυτές, τότε η συνολική επιβάρυνση θα ανέλθει συνολικά στα 1,55 δισ. ευρώ.
Η ΑΔΕΔΥ από την πλευρά της είχε επικαλεστεί ότι η επαναφορά των δώρων πρέπει να γίνει, καθώς αυτό επιβάλλεται από την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2022/2041/ΕΕ για «την ίση μεταχείριση των εργαζομένων του ιδιωτικού και του δημοσίου τομέα, αναφορικά με τη διασφάλιση επαρκούς κατώτατου μισθού, ο οποίος να εγγυάται την αξιοπρεπή διαβίωσή τους». Χαρακτηριστικά, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, από την πλευρά της ΑΔΕΔΥ είχε επισημανθεί ότι, μεταξύ άλλων, είναι δυνατή η επαναφορά των τριών δώρων στους δημοσίους υπαλλήλους, καθώς υπάρχουν δημοσιονομικά πλεονάσματα και δεν υπάρχουν πλέον οι οικονομικές συγκυρίες του 2012, που οδήγησαν στο να «κοπούν» τα δώρα.