Μέση Ανατολή

Λίβανος: Στο εδώλιο 13 άτομα για το φορτίο εκρηκτικών της Χεζμπολάχ

Google Logo Προσθέστε το pentapostagma.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google.

Η στρατιωτική δικαιοσύνη του Λιβάνου άσκησε διώξεις σε βάρος 13 προσώπων για την υπόθεση μεταφοράς μεγάλου φορτίου εκρηκτικών που ανήκε στη Χεζμπολάχ και κατασχέθηκε στις αρχές Οκτωβρίου. Δύο από τους κατηγορουμένους έχουν συλληφθεί και παραμένουν υπό κράτηση, ενώ οι υπόλοιποι διώκονται ερήμην.

Σύμφωνα με το Associated Press, το φορτηγό μετέφερε συνολικά 780 κιλά εκρηκτικών, μεταξύ των οποίων 250 κιλά TNT και άλλα 250 κιλά πλαστικών εκρηκτικών C-4. Η κατάσχεση έγινε σε σημείο ελέγχου στον αυτοκινητόδρομο που συνδέει τη Βηρυτό με την κοιλάδα Μπεκάα, στην περιοχή Νταχρ αλ Μπαϊντάρ.

Την υπόθεση χειρίστηκε ο δικαστικός επίτροπος του στρατιωτικού δικαστηρίου, Κλοντ Γκανέμ, ο οποίος παρέπεμψε τον φάκελο στον αρμόδιο ανακριτή για την έκδοση ενταλμάτων σύλληψης.

Οι κατηγορίες αφορούν, μεταξύ άλλων, αδικήματα κατά της εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας του κράτους, παράνομη κατοχή όπλων και εκρηκτικών, παραβίαση κυβερνητικών αποφάσεων και σύσταση εγκληματικής οργάνωσης με σκοπό την υπονόμευση της κρατικής εξουσίας.

Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν ποινές που μπορούν να φθάσουν έως και τα δέκα χρόνια καταναγκαστικών έργων.

Οκτώ από τους 13 έχουν ταυτοποιηθεί, ενώ πέντε είναι γνωστοί στις αρχές μόνο με τα ψευδώνυμά τους. Ανάμεσα στους κατηγορουμένους βρίσκονται οι Χάιθαμ Αμχάζ και Άλι αλ Κούρντι, οι δύο άνδρες που συνελήφθησαν κατά την κατάσχεση, καθώς και πρόσωπα που φέρονται να είχαν αναλάβει την αποστολή και την παραλαβή του φορτίου.

Στη δικογραφία περιλαμβάνεται επίσης η σύζυγος του Αμχάζ, ρωσικής υπηκοότητας, καθώς και ο ιδιοκτήτης του φορτηγού και άτομα που επέβαιναν σε όχημα συνοδείας.

Η Χεζμπολάχ παραδέχθηκε ότι τα εκρηκτικά ήταν δικά της

Η οργάνωση είχε αναγνωρίσει ήδη από τις 15 Οκτωβρίου ότι το φορτίο της ανήκε, υποστηρίζοντας ότι προοριζόταν για την πολεμική της δράση εναντίον του Ισραήλ.

Ο βουλευτής της Χεζμπολάχ Χασάν Φαντλαλάχ είχε δηλώσει ότι το όχημα και το περιεχόμενό του ανήκαν στην «αντίσταση», ζητώντας παράλληλα την απελευθέρωση των δύο συλληφθέντων και την επιστροφή των εκρηκτικών στην οργάνωση.

Η υπόθεση, ωστόσο, έχει προκαλέσει ερωτήματα και στο εσωτερικό του Λιβάνου, καθώς, σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις της έρευνας, το φορτίο επρόκειτο να μεταφερθεί στα νότια προάστια της Βηρυτού. Η τελική διαδρομή του και ο πραγματικός προορισμός του δεν έχουν αποσαφηνιστεί.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και μια πληροφορία που μετέδωσε το Reuters στις 26 Οκτωβρίου. Επικαλούμενο πηγές από τις υπηρεσίες ασφαλείας του Λιβάνου, ανέφερε ότι τα εκρηκτικά που κατασχέθηκαν προορίζονταν ειδικά για την κατασκευή εκρηκτικών drones της Χεζμπολάχ, τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εναντίον ισραηλινών θέσεων.

Η αμερικανική παρέμβαση και η πολιτική κρίση στη Βηρυτό

Η υπόθεση έχει εξελιχθεί σε μείζον πολιτικό ζήτημα για την κυβέρνηση του πρωθυπουργού Ναουάφ Σαλάμ, η οποία δέχεται ισχυρές διεθνείς πιέσεις, κυρίως από τις ΗΠΑ, για τον αφοπλισμό της Χεζμπολάχ.

Στις 16 Οκτωβρίου, ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο είχε παρέμβει προσωπικά, ζητώντας από τον πρόεδρο του Λιβάνου, Ζοζέφ Αούν, να διασφαλίσει ότι θα λογοδοτήσουν όλοι όσοι έδωσαν εντολή, χρηματοδότησαν ή οργάνωσαν τη μεταφορά.

Μάλιστα, σύμφωνα με Αμερικανό αξιωματούχο, ο Ρούμπιο κατέστησε σαφές ότι τα κατασχεθέντα εκρηκτικά δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να επιστραφούν στη Χεζμπολάχ.

Η αντιπαράθεση έχει προκαλέσει τριβές και στο εσωτερικό της λιβανικής κυβέρνησης.

Ο υπουργός Δικαιοσύνης Αντέλ Νασάρ ζήτησε η υπόθεση να παραπεμφθεί στο Δικαστήριο Δικαιοσύνης, το οποίο είναι αρμόδιο για εγκλήματα που απειλούν την κρατική ασφάλεια. Ωστόσο, στις 22 Οκτωβρίου, το υπουργικό συμβούλιο αποφάσισε να αναβάλει την εξέταση του αιτήματος μέχρι να ολοκληρωθεί η έρευνα.

Η απόφαση προκάλεσε την αντίδραση των υπουργών που προέρχονται από το κόμμα των Λιβανικών Δυνάμεων, τρεις εκ των οποίων μποϊκόταραν στη συνέχεια συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου, σε μια πρωτοφανή κίνηση από τον σχηματισμό της κυβέρνησης το 2025.

Η Χεζμπολάχ επιχειρεί να ανασυγκροτήσει το οπλοστάσιό της

Η δικαστική εξέλιξη έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Χεζμπολάχ βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξανόμενη πίεση να εγκαταλείψει τον αυτόνομο στρατιωτικό της μηχανισμό.

Σύμφωνα με εκτενές ρεπορτάζ του Reuters στις 26 Οκτωβρίου, η οργάνωση αξιοποίησε την περίοδο σχετικής ύφεσης των συγκρούσεων με το Ισραήλ για να ανασυγκροτήσει τις στρατιωτικές της δυνατότητες, μετά τις σοβαρές απώλειες σε μαχητές, ηγετικά στελέχη και οπλικά συστήματα κατά τους δύο πολέμους.

Πηγές ασφαλείας που μίλησαν στο πρακτορείο ανέφεραν ότι η Χεζμπολάχ έχει λάβει δεκάδες εκατομμύρια δολάρια από το Ιράν για την ενίσχυση των στρατιωτικών της δυνατοτήτων. Τα χρήματα αυτά προστίθενται σε περίπου 200 εκατομμύρια δολάρια που είχε λάβει από την Τεχεράνη για την υποστήριξη εκτοπισμένων οικογενειών.

Η ανασυγκρότηση περιλαμβάνει την προμήθεια εκρηκτικών, την παραγωγή drones για επιθέσεις εναντίον ισραηλινών θέσεων και την αποκατάσταση των δομών διοίκησης και ελέγχου που υπέστησαν σοβαρά πλήγματα στις προηγούμενες συγκρούσεις.

Το Reuters σημειώνει, πάντως, ότι η οργάνωση δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει την αναπλήρωση των αποθεμάτων της ούτε έχει αποκαταστήσει πλήρως τις επιχειρησιακές της δυνατότητες.

Το ζήτημα του αφοπλισμού παραμένει ένα από τα πλέον ακανθώδη για τον Λίβανο.

Η Χεζμπολάχ διατήρησε το οπλοστάσιό της μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου το 1990, επικαλούμενη την ανάγκη αντίστασης στο Ισραήλ, και εξακολουθεί να απορρίπτει τις κυβερνητικές αποφάσεις που προβλέπουν την υπαγωγή των όπλων της στον κρατικό έλεγχο.

Η νέα δικαστική υπόθεση αναδεικνύει πλέον τη σύγκρουση ανάμεσα στην προσπάθεια της κυβέρνησης να αποκαταστήσει τον αποκλειστικό κρατικό έλεγχο των όπλων και στην επιμονή της Χεζμπολάχ να διατηρήσει τη δική της στρατιωτική υποδομή.

Ακολουθήστε το Πενταπόσταγμα στο Google news Google News

ΔΗΜΟΦΙΛΗ