Τι θα γίνει σε περίπτωση που τουρκικά Πολεμικά πλοία συνοδεία πλωτών γεωτρύπανων εισέλθουν στην ελληνική ΑΟΖ;
Σε αυτό το ερώτημα απαντά ειδικός σε ξένο ΜΜΕ, ενώ την ίδια ακριβώς στιγμή ο πρώην Ισραηλινός πρωθυπουργός , Ναφτάλι Μπένετ, ονοματίζει την Τουρκία ως την μεγαλύτερη στρατιωτική απειλή στην Ανατολική Μεσόγειο.
Τίποτα φυσικά δεν είναι τυχαίο αυτήν την συγκεκριμένη καυτή περίοδο ενώ τουρκικός λογαριασμός παρουσιάζει βίντεο με τον Ερντογάν ως Σουλειμάν τον Μεγαλοπρεπή να ετοιμάζει στρατό για την Ιερουσαλήμ.
Από την Διάσκεψη των Προέδρων Αμερικανοεβραϊκών Οργανώσεων στην Ιερουσαλήμ, ο Μπένετ προειδοποίησε ότι η Άγκυρα επιχειρεί να «περικυκλώσει» το Ισραήλ, έχοντας την απόλυτη ηγεσία ενός στρατιωτικού άξονα που περιλαμβάνει το Κατάρ και τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, ενώ την διασύνδεσε με τα πυρηνικά όπλα του Πακιστάν.
Ο Μπένετ προειδοποιεί τους πάντες ότι , δεν υπάρχει η πολυτέλεια να αγνοηθούν τα τουρκικά επεκτατικά σχέδια, τα οποία προσομοίωσε με το Ιράν.
Τουρκία και Κατάρ συνεργάζονται μεθοδικά για να υπονομεύσουν τις σχέσεις του Ισραήλ στην περιοχή, επηρεάζοντας ακόμα και το εσωτερικό του ισραηλινού κρατικού μηχανισμού.
Πρόκειται για σοβαρές καταγγελίες τις οποίες οφείλουμε και στην χώρα μας να λάβουμε σοβαρά υπόψιν.
Το στρατιωτικό σχέδιο του Ισραήλ στην Ανατολική Μεσόγειο
Σύμφωνα με ειδικό στο defence24.com, το ανατολικό τμήμα της Μεσογείου έχει εισέλθει σε μια φάση βαθύτερης γεωπολιτικής αναδιάρθρωσης, και αυτό οφείλουμε να το γνωρίζουμε όλοι.
Η συμφωνία, η οποία αρχικά λειτουργούσε ως μια ρεαλιστική και ad hoc συνεργασία μεταξύ Κύπρου, Ελλάδας και Ισραήλ, εξελίσσεται σταδιακά σε μια πολυδιάστατη συμφωνία αυξανόμενης στρατηγικής σημασίας.
Η Άγκυρα ερμηνεύει όλο και περισσότερο αυτή τη διαδικασία ως μέρος συντονισμένης διακρατικής δραστηριότητας, που ενδεχομένως στοχεύει στα τουρκικά περιφερειακά συμφέροντα.
Οι τελευταίες συμφωνίες, σε συνδυασμό με την εφαρμογή αμυντικών συμβάσεων πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων, υποδεικνύουν μια συστημική στροφή προς τη δημιουργία ενός διαλειτουργικού μπλοκ ασφαλείας ικανού να ανταποκριθεί τόσο σε συμβατικές όσο και σε ασύμμετρες απειλές.
Στις 22 Δεκεμβρίου 2025, πραγματοποιήθηκε η δέκατη τριμερής σύνοδος κορυφής στην Ιερουσαλήμ. Ο πρωθυπουργός Βενιαμίν Νετανιάχου φιλοξένησε τον Έλληνα πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Κύπριο πρόεδρο Νίκο Χριστοδουλίδη στο Ισραήλ.
Η συνάντηση είχε ως στόχο την αναβίωση και την εμβάθυνση των υφιστάμενων μηχανισμών συνεργασίας. Αν και δεν οδήγησε στην επίσημη δημιουργία στρατιωτικής συμμαχίας, η συμφωνία για κοινές στρατιωτικές ασκήσεις που ανακοινώθηκε στις 29 Δεκεμβρίου είχε στρατηγική σημασία που υπερέβαινε τον δηλωτικό της χαρακτήρα.
Σηματοδότησε την ομαλοποίηση ενός άξονα συνεργασίας, ενσωματώνοντας τον αμυντικό σχεδιασμό, τον ενεργειακό συντονισμό, τη διπλωματική συνεργασία και, αυτό που φαίνεται κρίσιμο, μια συγκλίνουσα αντίληψη των απειλών.
Αυτή η πρωτοβουλία αποτελεί ταυτόχρονα μέρος της ανάπτυξης του υφιστάμενου πλαισίου ασφάλειας της Μεσογείου σε μορφή «3+1» με τις Ηνωμένες Πολιτείες, λειτουργώντας ως άτυπη εταιρική σχέση ενέργειας-άμυνας μεταξύ των τριών περιφερειακών χωρών και της Ουάσιγκτον.
Η συνεργασία στο πλαίσιο αυτής της ρύθμισης περιλαμβάνει επί του παρόντος κοινές ναυτικές ασκήσεις, τη μεταφορά και κοινή χρήση αμυντικών τεχνολογιών και προγράμματα καταπολέμησης της τρομοκρατίας.
Από την οπτική γωνία των χωρών που μοιράζονται τον θαλάσσιο χώρο στην ανατολική Μεσόγειο, είναι δύσκολο να παραβλέψουμε το γεγονός ότι η εμβάθυνση στον συντονισμό των τριών χωρών, έχει επίσης έναν αντιδραστικό χαρακτήρα σε απάντηση στη στρατηγική της Τουρκίας για επέκταση των θαλάσσιων αξιώσεων, η οποία διατυπώθηκε στο πλαίσιο του δόγματος «Γαλάζια Πατρίδα» (τουρκικά: Mavi Vatan).
Προβλέπει την επέκταση των κυρίαρχων φιλοδοξιών της Άγκυρας στο Αιγαίο Πέλαγος και τη Μεσόγειο Θάλασσα, καθώς και την προβολή ισχύος μέσω της ανάπτυξης οπλισμένων μη επανδρωμένων συστημάτων και της διατήρησης εκτεταμένης στρατιωτικής παρουσίας στη Βόρεια Κύπρο.
Οι ρίζες του τριγώνου Κύπρου-Ελλάδας-Ισραήλ ανάγονται στην περίοδο που προηγήθηκε της τρέχουσας περιφερειακής κρίσης
Η αρχική συνεργασία, που αναπτύχθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 2010, καθοδηγήθηκε σε μεγάλο βαθμό από τις ανακαλύψεις ενεργειακών κοιτασμάτων στην ανατολική Μεσόγειο και την επιδείνωση των τουρκο-ισραηλινών σχέσεων, κάτι που παραμένει ως ένας από τους βασικούς καθοριστικούς παράγοντες της σημερινής προσέγγισης.
Με την πάροδο του χρόνου, ωστόσο, αυτή η συνεργασία έχει εξελιχθεί, ξεπερνώντας σαφώς τη στενά κατανοητή ενεργειακή διάσταση και συμπεριλαμβάνοντας ζητήματα ασφάλειας.
Τόσο η Ελλάδα όσο και η Κύπρος αποδίδουν μεγάλη σημασία στη συνεργασία τους με το Ισραήλ, θεωρώντας την ως ένα από τα βασικά στοιχεία της δικής τους στρατηγικής ασφάλειας.
Αυτό ήταν εμφανές ακόμη και σε περιόδους που η χώρα βρισκόταν υπό ισχυρή διεθνή πίεση λόγω των ενεργειών της στη Λωρίδα της Γάζας.
Ωστόσο, η αποφασιστική περίοδος ήρθε μετά την επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου 2023 και τον επακόλουθο πόλεμο στη Γάζα.
Σε αντίθεση με τα περισσότερα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία τήρησαν επικριτική στάση απέναντι στο Ισραήλ, η Αθήνα και η Λευκωσία επέλεξαν μια πιο μετριοπαθή και ισορροπημένη προσέγγιση.
Ο Έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης κατάφερε να αποκρούσει αποτελεσματικά την κριτική της αντιπολίτευσης, συμπεριλαμβανομένων των σχολίων του Νίκου Ανδρουλάκη, του αρχηγού του κύριου κόμματος της αντιπολίτευσης ΠΑΣΟΚ.
Ωστόσο, αυτές οι εξαιρετικά στενές σχέσεις μεταξύ των κυβερνήσεων των τριών προαναφερθέντων χωρών δεν περιορίστηκαν μόνο στην αντίδρασή τους στη σύγκρουση στη Γάζα.
Κατά τη διάρκεια του ισραηλινού-ιρανικού πολέμου τον Ιούνιο του 2025, η Ελλάδα και η Κύπρος χρησίμευσαν ως βασικοί κόμβοι υλικοτεχνικής υποστήριξης για τους Ισραηλινούς πολίτες που δεν μπόρεσαν να επιστρέψουν στη χώρα τους.
Για ένα διάστημα, ισραηλινά πολιτικά αεροσκάφη στάθμευαν σε ελληνικά και κυπριακά αεροδρόμια. Η επακόλουθη «Επιχείρηση Ασφαλής Επιστροφή», που συντονίστηκε και από τις τρεις κυβερνήσεις, ενίσχυσε την εμπιστοσύνη σε επιχειρησιακό επίπεδο, η οποία στη συνέχεια μεταφράστηκε σε συγκεκριμένες αποφάσεις προμηθειών και περαιτέρω σχεδιασμό μιας κοινής περιφερειακής αρχιτεκτονικής ασφάλειας.
Η άρνηση της Ελλάδας και της Κύπρου να συμμετάσχουν στην σκληρή καταδίκη του Ισραήλ σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που περιγράφονται παραπάνω δεν ήταν αποτέλεσμα ιδεολογικών κινήτρων, αλλά μάλλον αποτέλεσμα ψύχραιμου στρατηγικού υπολογισμού.
Η ρεαλιστική προσέγγιση της Αθήνας και της Λευκωσίας απέναντι στην Ιερουσαλήμ, τόσο κατά τη διάρκεια του πολέμου της Γάζας όσο και της ισραηλινο-ιρανικής σύγκρουσης, εξυπηρετούσε κυρίως πρωτίστως την προώθηση των εθνικών τους συμφερόντων.
Στον αμυντικό τομέα, η Ελλάδα και η Κύπρος βλέπουν εδώ και χρόνια ευνοϊκά την ισραηλινή αγορά όπλων, θεωρώντας την ως μια ελκυστική και αξιόπιστη πηγή στρατιωτικών δυνατοτήτων.
Η Αθήνα ολοκληρώνει επί του παρόντος μια συμφωνία με το Ισραήλ για την αγορά 36 συστημάτων πυραυλικού πυροβολικού PULS αξίας 757,84 εκατομμυρίων δολαρίων, η οποία έχει εγκριθεί τόσο από το κοινοβούλιο όσο και από το Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας της κυβέρνησης.
Σχεδόν ταυτόχρονα με την ανακοίνωση της Άγκυρας για την ιδέα του «Steel Dome», η Ελλάδα αποκάλυψε το δικό της πολυεπίπεδο έργο αεράμυνας με την ονομασία «Ασπίδα του Αχιλλέα», η οποία μπορεί να ερμηνευτεί ως απάντηση στις τουρκικές ενέργειες.
Στο πλαίσιο αυτού του προγράμματος, η Αθήνα διαπραγματεύεται με το Ισραήλ για την αγορά συστημάτων αεράμυνας και πυραύλων μεσαίου και μεγάλου βεληνεκούς, καθώς και λύσεων που έχουν σχεδιαστεί για την αντιμετώπιση μη επανδρωμένων εναέριων συστημάτων. Το σύνολο του προγράμματος, που αναφέρεται επίσης ως Ash Angeles, εκτιμάται ότι θα κοστίσει περίπου 3 δισεκατομμύρια ευρώ (3,5 δισεκατομμύρια δολάρια).
Ο βασικός στόχος της ελληνο-ισραηλινής συνεργασίας παραμένει η διαλειτουργικότητα, συμπεριλαμβανομένων τακτικών κοινών στρατιωτικών ασκήσεων, ιδίως σε αμφισβητούμενες θαλάσσιες περιοχές όπου οι ελληνο-τουρκικές εντάσεις παραμένουν υψηλές.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα επιδιώκει να επιβάλει όριο 12 μιλίων και να επεκτείνει τη θαλάσσια δικαιοδοσία της, επικαλούμενη τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας, η οποία έρχεται σε αντίθεση με το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» της Τουρκίας.
Σε ένα σενάριο κλιμάκωσης, η Αθήνα αναλαμβάνει την πιθανότητα να εμποδίσει τις ενέργειες του τουρκικού Πολεμικού Ναυτικού και των μονάδων γεώτρησης, με την προϋπόθεση ότι θα λάβει υποστήριξη από την ισραηλινή πολεμική αεροπορία. Στο σχέδιο της Αθήνας, η επέκταση της διεθνούς συνεργασίας σε τριμερή μορφή (Ελλάδα-Ισραήλ-Κύπρος) αποσκοπεί στην ενίσχυση της συλλογικής αποτροπής.
Υπάρχει σχέδιο στην Ανατολική Μεσόγειο, και ο άξονας της Ελλάδος με το Ισραήλ και την Κύπρο είναι κομβικός για τις επόμενες εξελίξεις στην περιοχή μας.