Οι στόχοι των δύο στρατοπέδων είναι καθαροί: Οι Δημοκρατικοί μπαίνουν στον τελευταίο μήνα της προεκλογικής καμπάνιας με φιλοδοξίες που επεκτείνονται όλο και βαθύτερα σε παραδοσιακά «κόκκινες», δηλαδή Ρεπουμπλικανικές, περιοχές με σκοπό την κατάληψη και των δύο νομοθετικών σωμάτων.
Από την πλευρά τους, οι Ρεπουμπλικανοί αισιοδοξούν να διατηρήσουν τον έλεγχο έστω ενός από τα δύο σώματα του Κογκρέσου.
Η ιστορία δείχνει, ότι κόμμα που βρίσκεται στην αντιπολίτευση σχεδόν πάντα καταγράφει κέρδη στις ενδιάμεσες εκλογές, ενώ ειδικά φέτος ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ είναι λιγότερο δημοφιλής από ποτέ.
Το αποτέλεσμα θα καθορίσει την υπόλοιπη θητεία του Τραμπ και θα διαμορφώσει το σκηνικό μέσα στο οποίο θα διεξαχθούν οι εκλογές του 2028, καθώς οι υποψήφιοι και των δύο κομμάτων θα αναζητήσουν στα αποτελέσματα ενδείξεις για τις τελικές διαθέσεις του εκλογικού σώματος.
Η Washington Post συνόψισε τους τέσσερις πιθανούς τρόπους, με τους οποίους θα μπορούσαν, σε γενικές γραμμές, να εξελιχθούν οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
«Μπλε κύμα»
Στη Βουλή των Αντιπροσώπων, οι Ρεπουμπλικανοί διαθέτουν την πιο οριακή δυνατή πλειοψηφία, με 218 έδρες -και έναν ανεξάρτητο βουλευτή που συντάσσεται μαζί τους- έναντι 214 των Δημοκρατικών.
Ωστόσο στις ενδιάμεσες εκλογές, 16 έδρες φαίνονται να στρέφονται προς τους Δημοκρατικούς έναντι 6 εδρών που φαίνονται να χάνουν οι Δημοκρατικοί.
Το Cook Political Report προβλέπει ότι οι Δημοκρατικοί θα αποκτήσουν τελικά τον έλεγχο της Βουλής.
Ήδη, προβλέποντας ένα ευνοϊκό πολιτικό περιβάλλον, οι Δημοκρατικοί στρατολογούν ανταγωνιστικούς υποψηφίους σε κατά κανόνα «ασφαλείς» Ρεπουμπλικανικές περιφέρειες. Πρόκειται για έδρες που κατέχουν βουλευτές οι οποίοι δεν είναι συνηθισμένοι σε δύσκολες εκλογικές αναμετρήσεις ή έχουν πληγεί από σκάνδαλα.
Συνολικά 46 περιφέρειες έχουν τεθεί στο στόχαστρο των Δημοκρατικών: Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι άλλες θα κερδηθούν. Ωστόσο ο τελικός στόχος είναι άλλος:
Εάν οι Δημοκρατικοί κερδίσουν φέτος τη λαϊκή ψήφο με διαφορά 10 ποσοστιαίων μονάδων – όσο είναι περίπου το σημερινό μέσο προβάδισμά τους στις δημοσκοπήσεις- προβλέπεται ότι θα κερδίσουν 33 επιπλέον έδρες, σύμφωνα με τη Mindset, μια συμβουλευτική εταιρεία της Ουάσιγκτον.
«Οι Δημοκρατικοί βρίσκονται στην επίθεση. Οι Ρεπουμπλικανοί τρέχουν φοβισμένοι, ακόμη και σε βαθιά κόκκινες περιοχές», εκτιμά η (Δημοκρατική) βουλευτής Σούζαν ΝτελΜπίνι από την Ουάσιγκτον. «Οι ψηφοφόροι έχουν κουραστεί από τις αθετηθείσες υποσχέσεις των Ρεπουμπλικανών και είναι έτοιμοι για αλλαγή στο Κογκρέσο».
Όσον αφορά στη Γερουσία, οι Ρεπουμπλικανοί διαθέτουν πλειοψηφία 53-47 και στις αρχές του έτους θεωρούνταν φαβορί για να διατηρήσουν τον έλεγχό της
Τώρα, όμως, οι περισσότερες δημοσκοπήσεις εμφανίζουν τους Δημοκρατικούς να προηγούνται στις πιο αμφίρροπες αναμετρήσεις: Αλάσκα, Αϊόβα, Μέιν, Μίσιγκαν, Νιου Χάμσαϊρ, Οχάιο και Τέξας, ενώ θεωρούνται φαβορί στη Βόρεια Καρολίνα και στην Τζόρτζια.
Μπλε… «κυματάκι» και μαγείρεμα στις περιφέρειες
Η Γερουσία είναι λίγο διαφορετική περίπτωση: Δεν στρέφεται πάντα με την ίδια συνέπεια εναντίον του κόμματος που κυβερνά: Το 2018, για παράδειγμα μεσούσης της πρώτης θητείας Τραμπ, οι Ρεπουμπλικανοί είχαν κερδίσει δύο επιπλέον έδρες στη Γερουσία.
Όμως στον φετινό εκλογικό χάρτη, οι έδρες των Ρεπουμπλικανών που βρίσκονται υπό αμφισβήτηση είναι περισσότερες. Ωστόσο, για να αποκτήσουν την πλειοψηφία, οι Δημοκρατικοί θα πρέπει να διατηρήσουν την Τζόρτζια και το Μίσιγκαν, να κερδίσουν τη Βόρεια Καρολίνα και το Μέιν και, επιπλέον, να επικρατήσουν σε δύο από τις 12 έδρες πολιτειών στις οποίες ο Τραμπ κέρδισε με διαφορά τουλάχιστον 13 μονάδων. Όχι το πιο εύκολο σενάριο.
Στη Βουλή, οι Δημοκρατικοί χρειάζονται καθαρό κέρδος μόλις τριών εδρών. Όμως εδώ υπάρχει το κόλπο που ακούει στο όνομα «gerrymandering» η επαναχάραξη εκλογικών περιφερειών, μια διαδικασία που επί δεκαετίες γίνεται με κομματικά κριτήρια και έχει περιορίσει σταδιακά τον αριθμό των πραγματικά ανταγωνιστικών περιφερειών.
Κανονικά οι περιφέρειες επαναχαράσσονται κυρίως μετά την απογραφή, δηλαδή περίπου ανά δεκαετία. Όμως, μετά από πρωτοβουλία του Τραμπ που ξεκίνησε το 2025, πολιτείες με Ρεπουμπλικανικό έλεγχο προχώρησαν σε επαναχάραξη με στόχο να αυξήσουν τις πιθανότητες εκλογής Ρεπουμπλικανών στη Βουλή.
Για να το μεταφέρουμε στα καθ’ ημάς, μια αντιστοιχία θα ήταν οι μονοεδρικές. Αν ο ο Τραμπ έχανε τα Γρεβενά ούτως η άλλως τη μονοεδρική αυτή περιφέρεια, θα φρόντισε να βάλεις όσους περισσότερους Δημοκρατικούς σε αυτή, ώστε το τελικό αποτέλεσμα να μείνει μεν το ίδιο αλλά, να «αλλοιωθεί» το εκλογικό μείγμα σε άλλες περιφέρειες
Στις εκλογές του Νοεμβρίου, περίπου 1 στους 10 Αμερικανούς ψηφοφόρους βρίσκεται πλέον σε διαφορετική περιφέρεια από εκείνη των εκλογών του 2024.
Τις επαναχαράξεις αυτές δεν τις κάνουν μόνο οι Ρεπουμπλικανοί. Και οι Δημοκρατικοί αντέδρασαν, κυρίως στην Καλιφόρνια, αλλάζοντας και εκεί τον χάρτη ώστε να δημιουργήσουν περισσότερες ευνοϊκές για αυτούς δυνατότητες εδρών.
Άρα ο «πόλεμος ανακατανομής περιφερειών», θα είναι κρίσιμος για τη Βουλή.
Μια ανατροπή υπέρ των Ρεπουμπλικανών
Εάν οι Ρεπουμπλικανοί καταφέρουν την ανατροπή, αυτό θα σημαίνει ότι οι δημοσκοπήσεις θα έχουν πέσει πολύ μα πολύ έξω. Και κάτι τέτοιο θα έχει μόνο μία εξήγηση: Είτε οι Δημοκρατικοί θα έχουν αποδειχθεί περισσότερο πρόθυμοι να απαντούν σε τηλεφωνικές έρευνες, ή οι δημοσκόποι να έχουν εκτιμήσει λανθασμένα ποιοι ψηφοφόροι θα προσέλθουν τελικά στις κάλπες.
Το χρήμα παίζει πάντα ρόλο: Οι Ρεπουμπλικανοί δαπάνησαν πολύ περισσότερα όλον τον Σεπτέμβριο σε σχέση με τους Δημοκρατικούς σε κάθε αμφίρροπη αναμέτρηση για τη Γερουσία και προηγούνται σταθερά στις κρατήσεις διαφημιστικού χρόνου έως την ημέρα των εκλογών
Παραδόξως, ελπίζουν επίσης να επωφεληθούν από μερικές νίκες των Δημοκρατικών στις προκριματικές εκλογές. Ιδίως όταν οι υποψήφιοι βρίσκονται πολύ κοντά στα αριστερά. Το συνέδριο των Ρεπουμπλικανών και οι προεκλογικές ομιλίες του Τραμπ έχουν επιχειρήσει να παρουσιάσουν τους Δημοκρατικούς ως ακραίους και να συνδέσουν ολόκληρο το κόμμα με έξαλλους «σοσιαλιστές»
Από την άλλη πλευρά, όσο και αν οι Δημοκρατικοί θέλουν να μετατρέψουν την αναμέτρηση σε δημοψήφισμα για τον Τραμπ (κάτι που επιδιώκει και ο ίδιος)_ αρκετοί Ρεπουμπλικανοί υποψήφιοι έχουν αρχίσει να αφαιρούν από τις ιστοσελίδες τους διάφορες αναφορές στον Τραμπ και να διαφοροποιούνται από τον πρόεδρο σε ζητήματα όπως η μετανάστευση και ο πόλεμος με το Ιράν. Τελικός σκοπός, να μην τον «πληρώσουν» εκλογικά.
Σενάρια συνταγματικής κρίσης
Δεδομένου ότι οι εκλογές διεξάγονται σε τοπικό επίπεδο, η κυβέρνηση Τραμπ έχει επανειλημμένα επιχειρήσει να αλλάξει τις διαδικασίες ψηφοφορίας για τις ενδιάμεσες εκλογές. Όλες αυτές οι προσπάθειες είτε ανεκόπησαν στα δικαστήρια είτε απέτυχαν στο Κογκρέσο.
Αλλά τα πράγματα δεν σταματάνε εκεί:
Κάθε εκλογικός κύκλος περιλαμβάνει δικαστικές προσφυγές σχετικά με προβλήματα στα εκλογικά κέντρα, που συχνά οδηγούν σε παράταση του ωραρίου επανακαταμετρήσεις, οριακές αναμετρήσεις και μετεκλογικούς ελέγχους.
Οι εκλογικές και αστυνομικές αρχές βρίσκονται επίσης σε επιφυλακή για κυβερνοεπιθέσεις ή άλλες διαταραχές, όπως απειλές για βόμβες.
Πραγματοποιούν ασκήσεις και προσομοιώσεις για να προβλέψουν τι θα μπορούσε να πάει στραβά και να εξασκηθούν στον τρόπο αντίδρασης.
Φέτος, όμως, εκλογικοί αξιωματούχοι ανησυχούν ιδιαίτερα για πιθανή παρέμβαση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Υπάρχουν διαβεβαιώσεις ότι η ICE (υπηρεσία μετανάστευσης) δεν θα εμπλακεί στα εκλογικά κέντρα, αν και ο διευθυντής του FBI δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο αποστολής πρακτόρων του σε χώρους ψηφοφορίας.
Στέλεχη των ΔγηΗ Μόνικα Γκόρντον, γραμματέας της κομητείας Κουκ του Ιλινόι, όπου βρίσκεται το Σικάγο, εκτιμά:: «Προχωράμε κανονικά, αλλά προετοιμαζόμαστε για τα πάντα. Ακόμη και τα σχέδια έκτακτης ανάγκης μας έχουν δικά τους σχέδια έκτακτης ανάγκης».
Δεξιοί ακτιβιστές καλούν έχουν καλέσει τον Τραμπ να λάβει πιο δραστικά μέτρα, όπως να επιχειρήσει να επικαλεστεί έκτακτες εξουσίες επί των εκλογών.
Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα αμφισβητήσει τη νομιμότητα εκλογών στις οποίες ηττήθηκε ο ίδιος ή το κόμμα του.
Οι Δημοκρατικοί στο Κογκρέσο και οι νομικοί σύμμαχοί τους έχουν επίσης προετοιμάσει έρευνες και ασκήσεις ώστε να είναι έτοιμοι απέναντι σε οποιαδήποτε απόπειρα χρησιμοποίησης της ομοσπονδιακής εξουσίας για παρέμβαση στα αποτελέσματα, όπως είχε επιχειρήσει ο Τραμπ μετά την ήττα του το 2020.