Το Πεντάγωνο ενημέρωσε ανεπίσημα τους Αμερικανούς Γερουσιαστές ότι χρειάζεται επιπλέον 80 δισεκατομμύρια δολάρια για την κάλυψη των δαπανών του πολέμου στο Ιράν, καθώς και άλλων μη πολεμικών αναγκών.
Σύμφωνα με αποκλειστικό δημοσίευμα της Wall Street Journal, οι σχετικές ενημερώσεις έγιναν μέσω τηλεφωνικών επικοινωνιών από τον αναπληρωτή υπουργό Άμυνας, Στίβεν Φάινμπεργκ, προς μέλη του Κογκρέσου.
Το συνολικό ποσό των 80 δισεκατομμυρίων δολλαρίων, θα προστεθούν στον ήδη εγκεκριμένο ετήσιο αμυντικό προϋπολογισμό των ΗΠΑ.
Το ποσό προορίζεται για τα διογκωμένα έξοδα της στρατιωτικής επιχείρησης στο Ιράν, αλλά και για άλλες ανάγκες του Πενταγώνου, όπως η αναπλήρωση εξαντλημένων αποθεμάτων πυρομαχικών.
Το αίτημα αυτό αναμένεται να ενσωματωθεί τις επόμενες ημέρες σε ένα ευρύτερο, πλήρες πακέτο έκτακτης χρηματοδότησης του Λευκού Οίκου, το οποίο θα περιλαμβάνει επίσης κονδύλια για την εγχώρια γεωργία και την ανακούφιση από καταστροφές.
Η κυβέρνηση Τραμπ είχε εξετάσει αρχικά τον Μάρτιο ένα πολύ μεγαλύτερο αίτημα χρηματοδότησης ύψους 200 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Ωστόσο, το νούμερο αυτό συνάντησε σφοδρή αντίσταση στο Καπιτώλιο και από τα δύο κόμματα, καθώς θεωρήθηκε «υπερβολικό για τα δεδομένα της αγοράς».
Η μείωση του αιτήματος στα 80 δισ. δολάρια αποτελεί μια προσπάθεια του Πενταγώνου να εξασφαλίσει τη συγκατάθεση των νομοθετών, αν και η διαδικασία έγκρισης παραμένει δύσκολη λόγω των ανησυχιών για το αυξανόμενο κόστος διαβίωσης και το οικονομικό βάρος του πολέμου.
Σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις που δόθηκαν την άνοιξη, ο πόλεμος στο Ιράν έχει κοστίσει απευθείας στους Αμερικανούς φορολογούμενους τουλάχιστον 25 έως 29 δισεκατομμύρια δολάρια.
Ο κίνδυνος οικονομικής αστάθειας στις ΗΠΑ παραμένει σε υψηλά επίπεδα, καθώς οι οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν (που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου 2026) συνεχίζουν να επιβαρύνουν την αμερικανική αγορά, παρά την πρόσφατη υπογραφή προκαταρκτικής συμφωνίας-πλαισίου.
Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρά δημοσιονομικά και πληθωριστικά προβλήματα, καθώς το πραγματικό κόστος των στρατιωτικών επιχειρήσεων ξεπέρασε κατά πολύ τις αρχικές εκτιμήσεις του Λευκού Οίκου.
Οι τιμές της βενζίνης στις ΗΠΑ ξεπέρασαν τα $4,50 ανά γαλόνι.Κόστος νοικοκυριών: Ο πόλεμος κόστισε ήδη περίπου 60 δισεκατομμύρια δολάρια στους καταναλωτές.
Ο πληθωρισμός άγγιξε υψηλό τριετίας, δυσχεραίνοντας την καθημερινότητα.
Το κλείσιμό του ορμούζ διέκοψε το 20% της παγκόσμιας τροφοδοσίας πετρελαίου, ενώ οι επιθέσεις σε υποδομές του Κατάρ προκάλεσαν άλμα έως και 50% στο φυσικό αέριο.
Οι πολεμικές επιχειρήσεις κόστιζαν περίπου 2 δισ. δολάρια την ημέρα. Το Πεντάγωνο υπολόγισε το άμεσο κόστος στα 25 δισ. δολάρια, με τους οικονομολόγους να διαφωνούν για ακόμη μεγαλύτερες απώλειες.
Ο λόγος χρέους προς το ΑΕΠ των ΗΠΑ αυξήθηκε δραματικά, απειλώντας τη μακροοικονομική σταθερότητα.
Η κρίση σταμάτησε το ράλι των κρατικών ομολόγων, αυξάνοντας την απόδοση του 10ετούς Treasury.3. Η προσωρινή εκεχειρία που υπεγράφη με 60ήμερη παύση εχθροπραξιών για τη σταδιακή επαναλειτουργία των Στενών, δεν αποτυπώνεται ακόμη στις ΗΠΑ .
Αναλυτές εκτιμούν ότι το αργό πετρέλαιο θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα έως τα τέλη του 2026. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) προειδοποίησε για κίνδυνο νέας χρηματοπιστωτικής κρίσης λόγω των χειρισμών Τραμπ.
Με τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου να πλησιάζουν, ο Τραμπ πιέζει για αναστολή του ομοσπονδιακού φόρου καυσίμων.