Σε μείζονα πολιτική αντιπαράθεση εξελίσσεται στις Ηνωμένες Πολιτείες η απόφαση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να αναστείλει την εφαρμογή ενός εκτεταμένου πακέτου κυρώσεων κατά της Ρωσίας, προκαλώντας την έντονη αντίδραση όχι μόνο των Δημοκρατικών, αλλά και σημαντικών στελεχών του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος. Η κίνηση αυτή έρχεται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία για τον πόλεμο στην Ουκρανία, ενώ δημιουργεί νέα ερωτήματα σχετικά με τη στρατηγική της Ουάσιγκτον απέναντι στον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα του Associated Press, του Reuters και της Washington Post, ο Τραμπ υπέγραψε αργά την Παρασκευή 16 Οκτωβρίου εκτελεστικό διάταγμα, με το οποίο ανέστειλε την εφαρμογή περιοριστικών μέτρων που επρόκειτο να τεθούν σε ισχύ την Κυριακή 18 Οκτωβρίου.
Η αμερικανική κυβέρνηση επικαλέστηκε λόγους εθνικού συμφέροντος, χωρίς ωστόσο να παρουσιάσει αναλυτική αιτιολόγηση για την απόφαση. Η εξέλιξη προκάλεσε ιδιαίτερη αίσθηση, καθώς οι κυρώσεις είχαν εγκριθεί με ευρεία διακομματική υποστήριξη από το Κογκρέσο μόλις τον προηγούμενο μήνα.
Το νομοσχέδιο Γκράχαμ και οι κυρώσεις που πάγωσαν
Το επίμαχο νομοθέτημα, γνωστό ως «Lindsey O. Graham Sanctioning Russia and Iran Act», είχε σχεδιαστεί με στόχο να αυξήσει δραστικά την οικονομική πίεση προς τη Μόσχα, περιορίζοντας τα έσοδα που χρησιμοποιεί για τη χρηματοδότηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην Ουκρανία.
Προέβλεπε αυστηρές κυρώσεις σε ρωσικούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, ενεργειακές επιχειρήσεις και πρόσωπα που συνδέονται με την πολεμική οικονομία της χώρας. Παράλληλα, περιλάμβανε μέτρα κατά τρίτων κρατών που εξακολουθούν να αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο, με δυνατότητα επιβολής ιδιαίτερα υψηλών δασμών.
Το νομοσχέδιο έφερε το όνομα του εκλιπόντος Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκράχαμ, ο οποίος είχε πρωτοστατήσει στην προσπάθεια ενίσχυσης της οικονομικής απομόνωσης της Ρωσίας.
Ωστόσο, η απόφαση του Τραμπ να αναστείλει την εφαρμογή σχεδόν όλων των ουσιαστικών περιορισμών του νόμου ουσιαστικά αποδυναμώνει, τουλάχιστον προσωρινά, έναν από τους σημαντικότερους μοχλούς οικονομικής πίεσης που διέθετε η Ουάσιγκτον.
«Συμφωνία με τον διάβολο»: Οργή στους Δημοκρατικούς
Ιδιαίτερα σκληρή ήταν η αντίδραση του επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Γερουσία, Τσακ Σούμερ, ο οποίος κατηγόρησε τον Αμερικανό πρόεδρο ότι προσφέρει στον Πούτιν ένα πολύτιμο πολιτικό και οικονομικό δώρο.
Ο Σούμερ χαρακτήρισε την απόφαση ως την καλύτερη δυνατή προσφορά γενεθλίων προς τον Ρώσο ηγέτη, υποστηρίζοντας ότι η οικονομική στήριξη που εξασφαλίζεται έμμεσα στη Μόσχα καθιστά ολοένα πιο προβληματική τη σχέση της αμερικανικής κυβέρνησης με το Κρεμλίνο.
Μάλιστα, χρησιμοποίησε την ιδιαίτερα αιχμηρή έκφραση «συμφωνία με τον διάβολο», κατηγορώντας τον Τραμπ ότι παρέχει σανίδα σωτηρίας στη ρωσική οικονομία.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Ρίτσαρντ Μπλούμενταλ, ο οποίος υποστήριξε ότι η αναστολή των κυρώσεων δεν εξυπηρετεί την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ, αλλά συνιστά αδικαιολόγητη υποχώρηση απέναντι στον Πούτιν.
Η γερουσιαστής Ελίζαμπεθ Γουόρεν κατηγόρησε επίσης τον Αμερικανό πρόεδρο ότι αγνοεί τη βούληση του Κογκρέσου, επιτρέποντας στη Ρωσία να συνεχίσει την πολεμική της δραστηριότητα χωρίς την προβλεπόμενη πρόσθετη οικονομική πίεση.
Ανταρσία στους Ρεπουμπλικανούς: «Ο Γκράχαμ θα ήταν συγκλονισμένος»
Ακόμη μεγαλύτερη πολιτική σημασία έχει το γεγονός ότι οι αντιδράσεις δεν περιορίζονται στην αντιπολίτευση.
Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Τομ Τίλις χαρακτήρισε την απόφαση εξαιρετικά ανεύθυνη, επισημαίνοντας ότι η αμερικανική κυβέρνηση παρακάμπτει ένα νομοθέτημα που είχε εγκριθεί στη Γερουσία με 86 ψήφους υπέρ και μόλις 11 κατά.
Ο επίσης Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Τζον Κόρνιν δήλωσε ότι ο Λίντσεϊ Γκράχαμ θα ήταν συγκλονισμένος από την εξέλιξη, δεδομένου ότι είχε αφιερώσει σημαντικό μέρος της πολιτικής του δράσης στην προσπάθεια περιορισμού της ρωσικής επιθετικότητας.
Από την πλευρά του, ο Ρεπουμπλικανός Ρικ Σκοτ τάχθηκε υπέρ της συνέχισης της οικονομικής πίεσης στη Μόσχα.
Πάντως, δεν αντιτίθενται όλοι οι Ρεπουμπλικανοί στον Τραμπ. Ο βουλευτής Τόμας Μάσι υποστήριξε την αναστολή, εκφράζοντας την ικανοποίησή του για την αποδυνάμωση των συγκεκριμένων περιορισμών.
Η διαφωνία αποκαλύπτει ένα βαθύτερο ρήγμα στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, ανάμεσα σε όσους θεωρούν απαραίτητη τη σκληρή αντιμετώπιση της Ρωσίας και σε εκείνους που υποστηρίζουν την ευρύτερη αναθεώρηση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Το ρωσικό ντίζελ και η ενεργειακή κρίση
Η αναστολή των κυρώσεων δεν αποτελεί μεμονωμένη απόφαση. Προηγήθηκε η αμφιλεγόμενη συμφωνία της κυβέρνησης Τραμπ με τη Μόσχα για τη διάθεση ρωσικού ντίζελ στις διεθνείς αγορές και την αμερικανική αγορά.
Σύμφωνα με το Reuters, δώδεκα Αμερικανοί γερουσιαστές, μεταξύ των οποίων έξι Ρεπουμπλικανοί, είχαν ήδη ζητήσει την ακύρωση της συμφωνίας, υποστηρίζοντας ότι τα οικονομικά οφέλη για τη Ρωσία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη χρηματοδότηση του πολέμου.
Η συμφωνία προβλέπει αρχικά τη διάθεση περισσότερων από 300.000 μετρικών τόνων ντίζελ, ενώ η προσωρινή χαλάρωση των σχετικών περιορισμών εκτείνεται μέχρι τον Απρίλιο.
Η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να αντιμετωπίσει τις αυξημένες ενεργειακές τιμές, οι οποίες επιβαρύνουν την αμερικανική οικονομία ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Ωστόσο, επικριτές της συμφωνίας αμφισβητούν κατά πόσο οι συγκεκριμένες ποσότητες μπορούν να επηρεάσουν ουσιαστικά τις διεθνείς τιμές, υποστηρίζοντας ότι το πολιτικό και γεωστρατηγικό κόστος ενδέχεται να αποδειχθεί πολύ μεγαλύτερο από το οικονομικό όφελος.
Ανησυχία στο Κίεβο – Ικανοποίηση στη Μόσχα
Στην Ουκρανία, οι τελευταίες αποφάσεις της Ουάσιγκτον αντιμετωπίζονται με έντονη ανησυχία.
Ο πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι έχει προειδοποιήσει ότι η χαλάρωση των οικονομικών περιορισμών ενθαρρύνει τη Ρωσία να συνεχίσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, αντί να προσέλθει σε ουσιαστικές διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου.
Η εξέλιξη σημειώνεται σε μια ιδιαίτερα δύσκολη περίοδο για την Ουκρανία, καθώς η χώρα προετοιμάζεται για τον χειμώνα, αντιμετωπίζοντας συνεχιζόμενα ρωσικά πλήγματα στις ενεργειακές υποδομές της.
Αντίθετα, στη Μόσχα η αμερικανική απόφαση έγινε δεκτή θετικά.
Ο ειδικός απεσταλμένος της Ρωσίας, Κίριλ Ντμίτριεφ, έκανε λόγο για ιστορική εξέλιξη, υποστηρίζοντας ότι η οικονομική συνεργασία μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ρωσίας μπορεί να συμβάλει στη διεθνή σταθερότητα και στη δημιουργία συνθηκών διαρκούς ειρήνης.
Η αντίθεση ανάμεσα στις αντιδράσεις Κιέβου και Μόσχας αποτυπώνει το διπλωματικό βάρος της απόφασης, αλλά και τους κινδύνους που ενδέχεται να δημιουργήσει για την ενότητα της δυτικής συμμαχίας.
Το Κογκρέσο αντιδρά, αλλά δύσκολα θα ανατρέψει άμεσα την απόφαση
Παρά την έντονη δυσαρέσκεια που καταγράφεται στην Ουάσιγκτον, η δυνατότητα άμεσης κοινοβουλευτικής παρέμβασης παραμένει περιορισμένη.
Σύμφωνα με το Associated Press, η Βουλή των Αντιπροσώπων και η Γερουσία βρίσκονται σε διακοπή εργασιών μέχρι μετά τις ενδιάμεσες εκλογές, γεγονός που δυσχεραίνει την άμεση νομοθετική αντίδραση.
Παράλληλα, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο αναφέρθηκε σε περίοδο αξιολόγησης 60 ημερών, κατά την οποία θα εξεταστούν οι ευρύτερες οικονομικές συνέπειες των κυρώσεων.
Αυτό σημαίνει ότι, παρά τη διακομματική κατακραυγή, ο Τραμπ εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικό περιθώριο κινήσεων στη διαχείριση των αμερικανορωσικών σχέσεων.
Νέο γεωπολιτικό δίλημμα για τις ΗΠΑ και την Ευρώπη
Η τελευταία απόφαση του Αμερικανού προέδρου αναδεικνύει ένα ευρύτερο στρατηγικό δίλημμα: κατά πόσο η Ουάσιγκτον μπορεί να επιδιώξει οικονομική και διπλωματική προσέγγιση με τη Ρωσία χωρίς να υπονομεύσει την πίεση για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.
Για τους Ευρωπαίους συμμάχους, το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς ενδεχόμενη περαιτέρω απομάκρυνση των ΗΠΑ από την πολιτική αυστηρών κυρώσεων θα μπορούσε να μεταφέρει μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης υποστήριξης του Κιέβου στην Ευρώπη.
Παράλληλα, η διαφοροποίηση της αμερικανικής στάσης ενδέχεται να επηρεάσει τη συνοχή της δυτικής στρατηγικής απέναντι στη Μόσχα.
Το κρίσιμο ερώτημα πλέον είναι εάν η αναστολή των κυρώσεων αποτελεί προσωρινό διαπραγματευτικό ελιγμό ή σηματοδοτεί μια βαθύτερη αλλαγή της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στη Ρωσία.
Σε κάθε περίπτωση, η πρωτοφανής σύμπλευση Δημοκρατικών και Ρεπουμπλικανών στην κριτική κατά του Τραμπ δείχνει ότι η προσέγγιση με τον Πούτιν μπορεί να εξελιχθεί σε ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα της αμερικανικής πολιτικής αντιπαράθεσης, λίγες εβδομάδες πριν από τις κάλπες του Νοεμβρίου.