Κόσμος

Financial Times: 3 μέτωπα που μπορούν να πυροδοτήσουν παγκόσμια σύγκρουση - Τι αναφέρει για το ενδεχόμενο Γ' Παγκοσμίου Πολέμου

Google Logo Προσθέστε το pentapostagma.gr ως προτιμώμενη πηγή στα αποτελέσματα αναζήτησης στην Google.

Ο κόσμος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια επικίνδυνη πραγματικότητα που μέχρι πριν από λίγα χρόνια έμοιαζε αδιανόητη: την πιθανότητα οι διαφορετικές πολεμικές συγκρούσεις που μαίνονται σε Ευρώπη, Μέση Ανατολή και Ασία να εξελιχθούν σε μια ευρύτερη αναμέτρηση μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.

Η απειλή ενός Γ' Παγκοσμίου Πολέμου δεν αποτελεί πλέον αποκλειστικά αντικείμενο ιστορικών συγκρίσεων ή σεναρίων στρατιωτικών επιτελείων, αλλά συζητείται ανοιχτά από κυβερνήσεις, διπλωμάτες και διεθνείς αναλυτές.

Σε εκτενή ανάλυσή του στους Financial Times, ο επικεφαλής σχολιαστής διεθνών υποθέσεων της εφημερίδας, Γκίντεον Ράχμαν, επιχειρεί να εξηγήσει γιατί το σημερινό διεθνές περιβάλλον παρουσιάζει ανησυχητικές ομοιότητες με τις περιόδους που προηγήθηκαν των δύο παγκοσμίων πολέμων.

Αφετηρία του είναι μια σειρά πρόσφατων γεγονότων: οι πυραυλικές επιθέσεις που έκλεισαν το αεροδρόμιο του Ριάντ, τα ρωσικά πλήγματα που προκάλεσαν περισσότερους από 100 θανάτους αμάχων στην Ουκρανία, οι προειδοποιήσεις της Πολωνίας για τον κίνδυνο θανατηφόρων ρωσικών επιθέσεων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι εξαήμερες κινεζικές στρατιωτικές ασκήσεις με πραγματικά πυρά.

Γεγονότα σε διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές, που όμως αποτυπώνουν την ίδια τάση: την επιστροφή του πολέμου ως πραγματικής απειλής ακόμη και σε περιοχές που θεωρούσαν επί δεκαετίες την ειρήνη δεδομένη.

Τρία μέτωπα που μπορούν να πυροδοτήσουν παγκόσμια σύγκρουση

Το πρώτο και πιο άμεσο μέτωπο βρίσκεται στην Ευρώπη. Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει ξεπεράσει τα 4,5 χρόνια και η αντιπαράθεση της Ρωσίας με τη Δύση δεν περιορίζεται πλέον αποκλειστικά στα ουκρανικά εδάφη.

Οι υβριδικές επιχειρήσεις, οι κυβερνοεπιθέσεις, οι δολιοφθορές και η αυξημένη στρατιωτική δραστηριότητα δημιουργούν διαρκώς νέες εστίες έντασης. Το μεγάλο ερώτημα είναι τι θα συμβεί εάν ένα περιστατικό προκαλέσει θύματα σε έδαφος κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ και ενεργοποιήσει τη συζήτηση περί συλλογικής άμυνας.

Το δεύτερο μέτωπο είναι η Μέση Ανατολή, όπου ο πόλεμος με το Ιράν και οι επιθέσεις εναντίον αμερικανικών στόχων έχουν μετατρέψει την περιοχή σε έναν ακόμη πυρήνα διεθνούς αστάθειας. Οι αλληλεπικαλύψεις με τον πόλεμο στην Ουκρανία είναι πλέον ορατές: η Ρωσία φέρεται να έχει συνδράμει το Ιράν σε επιχειρήσεις στοχοποίησης, ενώ η Ουκρανία προσφέρει τεχνογνωσία αντιμετώπισης drones σε χώρες του Κόλπου.

Το τρίτο μέτωπο βρίσκεται στον Ειρηνικό. Η Κίνα ενισχύει συστηματικά τις στρατιωτικές της δυνατότητες και αυξάνει την πίεση προς την Ταϊβάν, την οποία θεωρεί μέρος της επικράτειάς της. Ενδεχόμενη απόπειρα κατάληψης του νησιού θα έφερνε τις Ηνωμένες Πολιτείες μπροστά σε μια από τις δυσκολότερες αποφάσεις της σύγχρονης ιστορίας τους.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η ενίσχυση των σχέσεων ανάμεσα στη Ρωσία, την Κίνα, το Ιράν και τη Βόρεια Κορέα. Οι τέσσερις χώρες δεν αποτελούν μια ενιαία στρατιωτική συμμαχία, αντίστοιχη του ΝΑΤΟ. Συνδέονται, ωστόσο, από τη δυσαρέσκειά τους απέναντι στη διεθνή τάξη που διαμορφώθηκε υπό αμερικανική ηγεσία.

Η Μόσχα επιδιώκει να ανατρέψει την αρχιτεκτονική ασφαλείας στην Ευρώπη, το Πεκίνο αμφισβητεί την αμερικανική κυριαρχία στον Ειρηνικό, η Τεχεράνη συγκρούεται με την αμερικανική παρουσία στη Μέση Ανατολή και η Πιονγκγιάνγκ απειλεί τη Νότια Κορέα. Η στρατιωτική συνεργασία Ρωσίας και Βόρειας Κορέας, η στενή οικονομική σχέση Μόσχας και Πεκίνου και η συνεργασία ανάμεσα σε Ρωσία και Ιράν αυξάνουν την ανησυχία δυτικών αξιωματούχων ότι μια κρίση σε μία περιοχή θα μπορούσε να προκαλέσει παράλληλες εντάσεις αλλού.

Ένα από τα πιο ανησυχητικά στοιχεία που παραθέτει ο Ράχμαν είναι η εκτίμηση του International Crisis Group για 65 ενεργές συγκρούσεις σε ολόκληρο τον κόσμο, αριθμό που χαρακτηρίζει ως τον υψηλότερο από το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσει και τον πόλεμο στο Σουδάν, με περισσότερους από 14.000.000 εκτοπισμένους, υπενθυμίζοντας ότι η παγκόσμια αστάθεια δεν εξαντλείται στις συγκρούσεις που καταλαμβάνουν καθημερινά τα πρωτοσέλιδα.

Παράλληλα, αλλάζει η παγκόσμια ισορροπία ισχύος. Το 1989, οι χώρες της G7 αντιπροσώπευαν περίπου τα δύο τρίτα της παγκόσμιας οικονομικής παραγωγής. Το 2022 το ποσοστό τους είχε περιοριστεί στο 43%. Αυτή η σχετική υποχώρηση της οικονομικής και στρατιωτικής κυριαρχίας της Δύσης δημιουργεί, σύμφωνα με την ανάλυση, περιθώρια μεγαλύτερης επιθετικότητας από δυνάμεις που επιδιώκουν να αναθεωρήσουν τη διεθνή τάξη.

Ο παράγοντας Τραμπ

Ένας από τους πιο κρίσιμους παράγοντες είναι η αβεβαιότητα γύρω από την εξωτερική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει επανειλημμένα αμφισβητήσει τη στάση των συμμάχων της Ουάσινγκτον, ασκήσει πιέσεις για μεγαλύτερες αμυντικές δαπάνες και εκφράσει την προτίμησή του σε μια διεθνή πολιτική που στηρίζεται περισσότερο στις συμφωνίες μεταξύ ισχυρών κρατών παρά στους πολυμερείς θεσμούς.

Η προσέγγιση αυτή συνδέεται με την ιδέα των σφαιρών επιρροής: κάθε μεγάλη δύναμη θα μπορούσε να κυριαρχεί στη γεωγραφική της περιφέρεια, με την προσδοκία ότι οι υπόλοιπες θα αναγνωρίζουν τα αντίστοιχα συμφέροντά της. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Ράχμαν, μια τέτοια λογική παραγνωρίζει τη βούληση και τα δικαιώματα μικρότερων κρατών. Η Ουκρανία και η Ταϊβάν δεν είναι απλώς περιοχές πάνω σε έναν χάρτη που μπορούν να μοιραστούν οι μεγάλες δυνάμεις.

Ακόμη σοβαρότερη είναι η αμφιβολία σχετικά με το αν οι ΗΠΑ θα υπερασπιστούν πράγματι τους συμμάχους τους σε περίπτωση επίθεσης.

Το επικίνδυνο μάθημα του 1914 και του 1939

Η ιστορική σύγκριση αποτελεί το κεντρικό σημείο της ανάλυσης. Το 1914, η Γερμανία υποτίμησε την αποφασιστικότητα της Βρετανίας να υπερασπιστεί την ουδετερότητα του Βελγίου. Το 1939, ο Αδόλφος Χίτλερ θεώρησε ότι Λονδίνο και Παρίσι δεν θα τηρούσαν τις δεσμεύσεις τους απέναντι στην Πολωνία.

Και στις δύο περιπτώσεις, οι λανθασμένοι υπολογισμοί για την αντίδραση των άλλων δυνάμεων συνέβαλαν στην έκρηξη μιας παγκόσμιας σύγκρουσης. Σήμερα, η ίδια αβεβαιότητα επανέρχεται με διαφορετικούς πρωταγωνιστές.

Ο Σι Τζινπίνγκ καλείται να εκτιμήσει πόσο ισχυρή παραμένει η αμερικανική δέσμευση απέναντι στην Ταϊβάν. Ο Βλαντίμιρ Πούτιν πρέπει να υπολογίσει αν το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, που προβλέπει συλλογική άμυνα, θα εφαρμοζόταν χωρίς δισταγμό σε περίπτωση επίθεσης εναντίον κράτους-μέλους της Συμμαχίας.

Ο κίνδυνος, συνεπώς, δεν βρίσκεται αποκλειστικά στην επιθυμία κάποιου ηγέτη να προκαλέσει Παγκόσμιο Πόλεμο. Μπορεί να προκύψει και από την πεποίθηση ότι ο αντίπαλος δεν πρόκειται ν' αντιδράσει...

Ακολουθήστε το Πενταπόσταγμα στο Google news Google News

ΔΗΜΟΦΙΛΗ