Η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ολοένα βαθύτερη κρίση χρέους, με τις αγορές ομολόγων να την αντιμετωπίζουν πλέον ως τον νέο «ασθενή» της Ευρωζώνης.
Η εκτίναξη του κόστους δανεισμού και η αύξηση των ασφαλίστρων κινδύνου έναντι χρεοκοπίας (CDS) αποτυπώνουν την εντεινόμενη ανησυχία των επενδυτών για τη δημοσιονομική βιωσιμότητα της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας της ζώνης του ευρώ.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο νομπελίστας οικονομολόγος Πολ Κρούγκμαν προειδοποιεί ότι η Γαλλία ενδέχεται να εξελιχθεί από μια χώρα «πολύ μεγάλη για να χρεοκοπήσει» σε μια χώρα «πολύ μεγάλη για να σωθεί», θέτοντας την Ευρώπη μπροστά στο ενδεχόμενο μιας νέας, εξαιρετικά επικίνδυνης κρίσης χρέους.
Σε ανάλυσή του με τίτλο «What’s the Matter With France?», ο Κρούγκμαν επισημαίνει ότι η πίεση που δέχεται η γαλλική οικονομία δεν αποδίδεται αποκλειστικά στη γενικότερη αναταραχή των διεθνών αγορών ομολόγων. Αντίθετα, συνδέεται με βαθύτερες δημοσιονομικές αδυναμίες, οι οποίες επιδεινώνονται από την πολιτική αστάθεια και τη γήρανση του πληθυσμού.
Το χρέος, οι συντάξεις και το αδιέξοδο στη Γαλλία
Σύμφωνα με τον Κρούγκμαν, η Γαλλία ακολουθεί μια δημοσιονομικά μη βιώσιμη πορεία, καθώς το δημόσιο χρέος της αυξάνεται λόγω των υψηλών ελλειμμάτων, τα οποία διατηρούνται ακόμη και χωρίς την ύπαρξη κάποιας έκτακτης κρίσης, όπως ένας πόλεμος, μια βαθιά ύφεση ή μια πανδημία.
Η γήρανση του πληθυσμού επιβαρύνει περαιτέρω την κατάσταση, καθώς αυξάνει τις συνταξιοδοτικές δαπάνες με ταχύτερο ρυθμό από τα δημόσια έσοδα, εφόσον δεν υπάρξουν αλλαγές στην οικονομική και δημοσιονομική πολιτική.
Στο επίκεντρο της ανάλυσης βρίσκεται το γαλλικό συνταξιοδοτικό σύστημα, το οποίο ο οικονομολόγος θεωρεί ιδιαίτερα γενναιόδωρο και δύσκολα βιώσιμο υπό τις σημερινές δημογραφικές συνθήκες.
Η ηλικία συνταξιοδότησης στη Γαλλία παραμένει από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη, ενώ η μεταρρύθμιση του Εμανουέλ Μακρόν για τη σταδιακή αύξηση του ορίου στα 64 έτη έχει βρεθεί αντιμέτωπη με σφοδρές πολιτικές και κοινωνικές αντιδράσεις, οι οποίες έχουν ανακόψει την εφαρμογή της.
Ο Κρούγκμαν επισημαίνει ότι το προσδόκιμο ζωής των Γάλλων που έχουν ήδη φτάσει τα 65 έτη αντιστοιχεί σε συνολική ηλικία περίπου 87 ετών, δηλαδή δύο χρόνια μεγαλύτερη από την αντίστοιχη στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Κατά την εκτίμησή του, η υψηλή δημοσιονομική επιβάρυνση του συνταξιοδοτικού συστήματος περιορίζει τους διαθέσιμους πόρους για άλλους κρίσιμους τομείς, όπως η εκπαίδευση, δημιουργώντας μια ανισορροπία μεταξύ των γενεών.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η Γαλλία ουσιαστικά επιδοτεί σε μεγάλο βαθμό τους μεγαλύτερους σε ηλικία πολίτες εις βάρος των νεότερων, συνδέοντας αυτή την πραγματικότητα με τις μαζικές φοιτητικές κινητοποιήσεις που συγκλονίζουν τη χώρα.
Η Μαρίν Λεπέν και ο φόβος μιας νέας δημοσιονομικής κρίσης
Η οικονομική αβεβαιότητα εντείνεται και από τις πολιτικές εξελίξεις, με τον Κρούγκμαν να επισημαίνει τους κινδύνους που θα μπορούσε να δημιουργήσει μια νέα κατεύθυνση στη δημοσιονομική πολιτική της χώρας.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στη Μαρίν Λεπέν και στο ενδεχόμενο ανόδου της στην εξουσία, καθώς μια πιο επεκτατική δημοσιονομική πολιτική θα μπορούσε, σύμφωνα με την ανάλυσή του, να επιδεινώσει περαιτέρω τα δημόσια οικονομικά.
Ωστόσο, ο οικονομολόγος δεν αποκλείει το ενδεχόμενο η Λεπέν, εφόσον αναλάβει κυβερνητικές ευθύνες, να ακολουθήσει πιο μετριοπαθή και ρεαλιστική πολιτική από εκείνη που αναμένουν οι επικριτές της, επικαλούμενος το παράδειγμα της Ιταλίδας πρωθυπουργού Τζόρτζια Μελόνι.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, πάντως, δεν αφορά μόνο τις εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες της Γαλλίας, αλλά και τη θέση της μέσα στην Ευρωζώνη.
Σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, που διαθέτουν δικό τους νόμισμα και κεντρική τράπεζα, η Γαλλία δεν έχει τη δυνατότητα να εκδώσει μονομερώς ευρώ για να καλύψει τις υποχρεώσεις της.
Αυτό σημαίνει ότι μια σοβαρή απώλεια εμπιστοσύνης των επενδυτών θα μπορούσε να οδηγήσει σε έναν επικίνδυνο φαύλο κύκλο αύξησης του κόστους δανεισμού, επιδείνωσης των δημοσιονομικών πιέσεων και περαιτέρω αμφισβήτησης της δυνατότητας της χώρας να εξυπηρετεί το χρέος της.
Γιατί η ΕΚΤ μπορεί να μην μπορέσει να σώσει τη Γαλλία
Ο Πολ Κρούγκμαν υπενθυμίζει την κρίση χρέους της Ευρωζώνης τη δεκαετία του 2010 και την ιστορική παρέμβαση του τότε προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Μάριο Ντράγκι, ο οποίος το 2012 δεσμεύτηκε να κάνει «ό,τι χρειαστεί» για να διαφυλάξει το ευρώ.
Η δήλωση αυτή καθησύχασε τις αγορές, καθώς ερμηνεύτηκε ως ισχυρή διαβεβαίωση ότι η ΕΚΤ ήταν έτοιμη να παρέμβει για να αποτρέψει μια ανεξέλεγκτη κρίση κρατικού χρέους.
Ωστόσο, ο Κρούγκμαν αμφισβητεί κατά πόσο μια αντίστοιχη παρέμβαση θα ήταν σήμερα πολιτικά και οικονομικά εφικτή στην περίπτωση της Γαλλίας.
Όπως εξηγεί, κατά την προηγούμενη κρίση οι χώρες της Νότιας Ευρώπης είχαν προχωρήσει σε εκτεταμένες περικοπές δαπανών, εφαρμόζοντας σκληρά προγράμματα λιτότητας. Παρότι ο ίδιος θεωρεί ότι τα μέτρα αυτά ήταν υπερβολικά από οικονομική άποψη, σημειώνει ότι επέτρεπαν στις συγκεκριμένες χώρες να υποστηρίζουν πως είχαν αναλάβει το δικό τους μερίδιο ευθύνης και δικαιούνταν ευρωπαϊκή στήριξη.
Αντίθετα, σύμφωνα με τον οικονομολόγο, η Γαλλία απέχει ακόμη από μια αξιόπιστη πορεία δημοσιονομικής προσαρμογής.
Υπό αυτές τις συνθήκες, μια ενδεχόμενη διάσωσή της θα μπορούσε να συναντήσει σφοδρές πολιτικές αντιδράσεις από χώρες-πιστωτές, κυρίως τη Γερμανία, αλλά και από κράτη της Νότιας Ευρώπης που είχαν υποχρεωθεί να εφαρμόσουν επώδυνα μέτρα λιτότητας προκειμένου να εξασφαλίσουν οικονομική βοήθεια.
«Πολύ μεγάλη για να σωθεί» – Ο εφιάλτης για την Ευρωζώνη
Το μεγαλύτερο εμπόδιο σε ένα πιθανό σχέδιο διάσωσης της Γαλλίας θα ήταν, σύμφωνα με τον Κρούγκμαν, το τεράστιο οικονομικό του κόστος.
Ως δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης, η Γαλλία θα απαιτούσε ενδεχομένως τόσο μεγάλης κλίμακας παρέμβαση, ώστε να δοκιμαστούν όχι μόνο οι οικονομικές δυνατότητες των ευρωπαϊκών μηχανισμών στήριξης, αλλά και η πολιτική συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Έτσι, ο Κρούγκμαν θέτει το ερώτημα εάν η χώρα έχει περάσει πλέον από την κατηγορία των οικονομιών που θεωρούνται «πολύ μεγάλες για να χρεοκοπήσουν» σε εκείνη των οικονομιών που είναι «πολύ μεγάλες για να διασωθούν».
Μια τέτοια κρίση, προειδοποιεί, θα μπορούσε να προκαλέσει βαθιές διαιρέσεις μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την αλληλεγγύη και την ενότητα της Ευρωζώνης.
Προς το παρόν, πάντως, ο νομπελίστας οικονομολόγος αναγνωρίζει ότι οι χρηματοπιστωτικές αγορές αντιμετωπίζουν ένα τέτοιο ενδεχόμενο ως υπαρκτό, αλλά περιορισμένο κίνδυνο.
Η επιστροφή της πολιτικής σταθερότητας, μια ενδεχόμενη πιο μετριοπαθής οικονομική πολιτική από μια μελλοντική κυβέρνηση ή ακόμη και μια αποφασιστική παρέμβαση της ΕΚΤ θα μπορούσαν να αποτρέψουν τα χειρότερα.
Ωστόσο, ο Κρούγκμαν δεν κρύβει τον προβληματισμό του για το γεγονός ότι μια αισιόδοξη έκβαση εξαρτάται από τόσες αβέβαιες προϋποθέσεις.
Όπως καταλήγει, θα προτιμούσε η αισιοδοξία για το μέλλον της Γαλλίας να μη βασίζεται τόσο πολύ στην ελπίδα ότι, τελικά, όλα θα εξελιχθούν ευνοϊκά.