Με σειρά τηλεφωνικών επαφών με τον Αμερικανό πρόεδρο και Ευρωπαίους ηγέτες εγκαινίασε την θητεία του ο νέος πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας, Άντι Μπέρναμ. Ο πέμπτος ένοικος της Downing Street εντός της τελευταίας τετραετίας καλείται να διαχειριστεί ένα σύνθετο πλέγμα διεθνών προκλήσεων, ισορροπώντας μεταξύ των απαιτήσεων των Βρυξελλών, της τακτικής του Λευκού Οίκου και των εγχώριων πολιτικών πιέσεων.
Η εκκρεμότητα της συνόδου με τις Βρυξέλλες
Πρώτη άμεση προτεραιότητα της νέας βρετανικής κυβέρνησης αποτελεί η αναδιοργάνωση της 2ης Συνόδου Κορυφής ΕΕ-Ηνωμένου Βασιλείου, η οποία είχε αναβληθεί στις 22 Ιουλίου λόγω της παραίτησης του Κιρ Στάρμερ.
Στην ατζέντα της συνάντησης εκκρεμεί η οριστικοποίηση ενός πακέτου διμερών συμφωνιών που περιλαμβάνει:
Τη διευκόλυνση των συνοριακών ελέγχων στα αγροδιατροφικά προϊόντα.
Τη διασύνδεση των συστημάτων εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών.
Τη θέσπιση προγράμματος κινητικότητας νέων.
Αν και ο κ. Μπέρναμ διατηρεί τις «κόκκινες γραμμές» των Εργατικών αποκλείοντας την επανένταξη στην Ενιαία Αγορά, την Τελωνειακή Ένωση ή την ελεύθερη μετακίνηση, εμφανίζεται θετικός στη στενότερη συνεργασία για την καταπολέμηση της παράνομης μετανάστευσης, την οικονομική ασφάλεια, καθώς και στη σύμπραξη για τις κρίσιμες πρώτες ύλες.

Η επαναξιολόγηση της «ειδικής σχέσης» με την Ουάσιγκτον
Όσον αφορά τις διατλαντικές σχέσεις, ο νέος Βρετανός πρωθυπουργός υιοθετεί έναν αισθητά πιο επιφυλακτικό τόνο. Στο προγραμματικό του κείμενο στους Times, ο κ. Μπέρναμ χαρακτήρισε τη σχέση με τις ΗΠΑ απλώς ως «κρίσιμη», αποφεύγοντας την παραδοσιακή διατύπωση περί «ειδικής σχέσης».
Παράλληλα, διαφοροποιείται από την τακτική της προηγούμενης διακυβέρνησης στο μέτωπο της Μέσης Ανατολής, αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο λήψης μέτρων για το εμπόριο με τους ισραηλινούς οικισμούς. Αντιθέτως, στο πεδίο της αμυντικής πολιτικής, ο κ. Μπέρναμ επανεπιβεβαίωσε την πλήρη προσήλωση του Λονδίνου στο ΝΑΤΟ, στη διατήρηση της πυρηνικής αποτροπής και στη συνέχιση της οικονομικής και στρατιωτικής συνδρομής προς την Ουκρανία.